Τα νοικοκυριά σε πολλές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών βλέπουν το τελευταίο διάστημα τους λογαριασμούς ρεύματος να αυξάνονται αισθητά, με πολλούς πολίτες να διαμαρτύρονται ότι το κόστος έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια.
Η άνοδος αυτή αντανακλά ένα ευρύτερο φαινόμενο που συνδέεται με την ενεργειακή μετάβαση, τη γήρανση των υποδομών, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και την εκρηκτική ζήτηση που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Υπηρεσίας Ενεργειακής Πληροφόρησης, το μέσο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά έχει αυξηθεί πάνω από 13% από το 2022 και αναμένεται να συνεχίσει να ανεβαίνει τα επόμενα χρόνια, συχνά με ρυθμούς ταχύτερους από τον πληθωρισμό.
Οι αιτίες πίσω από αυτή την τάση είναι πολλαπλές, όπως αναλύεται από το CNN. Πρώτα απ’ όλα, η ανανέωση και συντήρηση του ενεργειακού δικτύου των ΗΠΑ αποτελεί μια εξαιρετικά δαπανηρή διαδικασία. Το δίκτυο, που σχεδιάστηκε πριν από δεκαετίες, χρειάζεται σημαντικές επενδύσεις για να αντέξει στις σύγχρονες απαιτήσεις και να ανταποκριθεί στις συχνότερες καταιγίδες, καύσωνες και πλημμύρες που προκαλεί η κλιματική κρίση. Η ανάγκη για ανθεκτικότερες υποδομές, υπόγεια καλώδια, νέους μετασχηματιστές και πιο έξυπνα δίκτυα μεταφοράς ρεύματος επιβαρύνει το συνολικό κόστος παραγωγής και διανομής, που τελικά μετακυλίεται στους καταναλωτές.
Ωστόσο, ένας νέος και ιδιαίτερα δυναμικός παράγοντας έχει αρχίσει να αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού: η τεχνητή νοημοσύνη. Τα τελευταία δύο χρόνια, η εκρηκτική ανάπτυξη των συστημάτων AI και η κατασκευή τεράστιων κέντρων δεδομένων έχουν δημιουργήσει μια απρόσμενη πίεση στο ενεργειακό ισοζύγιο. Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες του κόσμου επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια για να υποστηρίξουν τις αυξημένες υπολογιστικές ανάγκες που απαιτούν οι νέες εφαρμογές. Οι εγκαταστάσεις αυτές χρειάζονται τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας όχι μόνο για να λειτουργούν οι υπερυπολογιστές, αλλά και για να διατηρούνται ψυχροί, καθώς η θερμότητα που παράγεται είναι εντυπωσιακή.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας, τα data centers αναμένεται να απορροφούν έως και το 12% της συνολικής κατανάλωσης ρεύματος στις ΗΠΑ μέχρι το 2028, από 4,4% το 2023. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε πέντε χρόνια η ενεργειακή κατανάλωση των ψηφιακών υποδομών θα μπορούσε να τριπλασιαστεί. Ήδη, έρευνες δείχνουν ότι σε περιοχές όπου υπάρχουν μεγάλα κέντρα δεδομένων, το κόστος ρεύματος έχει αυξηθεί έως και 267% σε σχέση με πέντε χρόνια πριν. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται με ρυθμούς που η αγορά δεν μπορεί εύκολα να καλύψει, καθώς οι επενδύσεις στην παραγωγή και μεταφορά ενέργειας απαιτούν χρόνο, αδειοδοτήσεις και τεράστια κεφάλαια.
Παράλληλα, οι ίδιες οι εταιρείες τεχνολογίας προχωρούν σε επενδύσεις που ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Η Meta, για παράδειγμα, δαπάνησε μέσα σε ένα τρίμηνο περισσότερα από 17 δισεκατομμύρια δολάρια σε υποδομές, ενώ η Microsoft ξεπέρασε τα 24 δισεκατομμύρια. Τα ποσά αυτά αφορούν κυρίως την κατασκευή και τον εξοπλισμό νέων data centers, τα οποία χρειάζονται εξειδικευμένα συστήματα ψύξης, αποθήκευσης και ασφάλειας. Η OpenAI και η Broadcom, σε μια χαρακτηριστική κίνηση, ανακοίνωσαν συνεργασία για την ανάπτυξη 10 γιγαβάτ εξειδικευμένων τσιπ και συστημάτων AI, ποσότητα ενέργειας αρκετή για να τροφοδοτήσει μια ολόκληρη μητρόπολη.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μόνο μια τεχνολογική επανάσταση, αλλά και μια ενεργειακή πρόκληση. Καθώς τα εργαλεία της εξελίσσονται από τη δημιουργία κειμένων σε πιο σύνθετες λειτουργίες όπως η παραγωγή ρεαλιστικών βίντεο, η ανάπτυξη εικονικών κόσμων και η αυτόματη δημιουργία κώδικα, αυξάνεται ραγδαία και η υπολογιστική ισχύς που απαιτείται. Ουσιαστικά, κάθε νέο επίπεδο πολυπλοκότητας συνοδεύεται από αυξημένη κατανάλωση ρεύματος. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αν δεν υπάρξει συντονισμένη στρατηγική για τη μετάβαση σε καθαρότερες πηγές ενέργειας, η ανάπτυξη της AI θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά το ενεργειακό ισοζύγιο των επόμενων ετών.
Ταυτόχρονα, η ενεργειακή πίεση δεν προέρχεται μόνο από την τεχνολογία. Η στροφή προς ηλεκτρικά συστήματα θέρμανσης στα νοικοκυριά, η εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων και η δημιουργία νέων βιομηχανικών μονάδων υψηλής κατανάλωσης συμβάλλουν κι αυτές στην ζήτηση. Οι τοπικές αρχές προσπαθούν να διαχειριστούν αυτή τη μετάβαση, συχνά με καθυστερήσεις και διαφοροποιήσεις ανά πολιτεία. Ορισμένες, όπως το Όρεγκον, έχουν ήδη προχωρήσει σε νομοθετικές παρεμβάσεις, επιβάλλοντας στα data centers να πληρώνουν το πραγματικό κόστος της πίεσης που ασκούν στο δίκτυο, ώστε να μην μετακυλίεται στους καταναλωτές.
Οι τιμές του ρεύματος διαμορφώνονται πάντως με βάση ένα σύνθετο πλέγμα παραγόντων, όπως είναι το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και διανομής, τις επενδύσεις σε υποδομές, τις ρυθμιστικές πολιτικές και φυσικά τη γεωγραφική θέση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και βιομηχανίες επωφελούνται συχνά από χαμηλότερα τιμολόγια λόγω συγκεντρωμένης κατανάλωσης, σε αντίθεση με τα νοικοκυριά, που φέρουν δυσανάλογο βάρος. Το πρόβλημα, σύμφωνα με ειδικούς, είναι ότι τα υπάρχοντα μοντέλα τιμολόγησης δεν έχουν προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα της ψηφιακής εποχής.
Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται να αλλάξει την οικονομία, την εκπαίδευση και την εργασία, αλλά φαίνεται ότι θα αλλάξει και τον τρόπο που παράγεται, τιμολογείται και καταναλώνεται η ενέργεια. Οι αυξημένοι λογαριασμοί που φτάνουν στα σπίτια των πολιτών ίσως είναι η πρώτη απτή ένδειξη ενός τεχνολογικού μέλλοντος που απαιτεί πολύ περισσότερη ισχύ απ’ όση είχαμε φανταστεί.
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.