Το Ταμείο Ανάκαμψης φτάνει κοντά στο τέλος του και φέρνει την αγορά πληροφορικής μπροστά σε μια παράδοξη συνθήκη.
Από τη μία πλευρά, ο κλάδος ζει μια από τις πιο έντονες περιόδους ανάπτυξης που έχει γνωρίσει εδώ και χρόνια, με μεγάλους διαγωνισμούς, αυξημένους τζίρους, καλύτερη κερδοφορία και πολύ μεγαλύτερο μέγεθος για αρκετές εταιρείες.
Από την άλλη, η πίεση να κλείσουν και να εκτελεστούν έργα μέσα σε ελάχιστο χρόνο αρχίζει να γεννά σοβαρά ερωτήματα για το τι ακριβώς θα παραδοθεί, με ποιους όρους και με ποια πραγματική λειτουργική αξία.
Οι αναθέτουσες αρχές κινούνται πλέον με τη λογική του απόλυτου επείγοντος, ενώ στόχος τους είναι να μη χαθεί ούτε ένα ευρώ απορρόφησης, γι’ αυτό και βλέπουμε ένα κύμα συμβάσεων με εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο υλοποίησης.
Αποκαλυπτικό για την κατάσταση που επικρατεί είναι το γεγονός ότι έχουν ήδη υπογραφεί τουλάχιστον 50 έργα με χρονικό ορίζοντα μικρότερο των έξι μηνών, παρότι δεν μιλάμε για απλές παραδόσεις εξοπλισμού, αλλά για σύνθετες ψηφιακές παρεμβάσεις που απαιτούν σχεδιασμό, ολοκλήρωση, δοκιμές και προσαρμογή σε πραγματικές συνθήκες πεδίου.
Αυτό από μόνο του συνιστά μια τεράστια πρόκληση για την αγορά, καθώς το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μπει ένα σύστημα, αλλά να συνεργαστεί με παλαιότερες υποδομές, να εκπαιδευτούν χρήστες και να λειτουργήσει σε όλη την επικράτεια.
Κάπως έτσι, οι ασφυκτικοί χρόνοι παύουν να είναι απλώς ένας δύσκολος όρος σύμβασης και μετατρέπονται σε μια πιθανή πηγή κινδύνου.
Η ασφυκτική πίεση των χρονοδιαγραμμάτων
Τα παραδείγματα που έρχονται στην επιφάνεια μαρτυρούν το μέγεθος του προβλήματος.
Ενδεικτικά, η ψηφιακή αναβάθμιση των πληροφοριακών συστημάτων των μονάδων υγείας ή η δημιουργία της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης Πληρωμών του Δημοσίου καλούνται να τρέξουν σε λιγότερο από τέσσερις μήνες από την υπογραφή των συμβάσεων.
Ακόμη πιο απαιτητική είναι η περίπτωση του συστήματος αιμοδοσίας μαζί με το ψηφιακό εργαλείο αξιολόγησης της εμπειρίας του ασθενούς στα νοσοκομεία, που θα πρέπει να ολοκληρωθεί σε λιγότερο από τρεις μήνες.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο ζητά από την αγορά να παραδώσει απαιτητικά έργα πανελλαδικής κλίμακας μέσα σε χρόνους που υπό κανονικές συνθήκες θα θεωρούνταν οριακοί ακόμη και για πολύ πιο ώριμα περιβάλλοντα.
Η δυσκολία μεγαλώνει επειδή οι δομές στις οποίες πρέπει να εγκατασταθούν τα νέα συστήματα δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο ετοιμότητας. Ειδικά στην Υγεία, οι ανισότητες από νοσοκομείο σε νοσοκομείο είναι μεγάλες και το εγχείρημα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού μόνο εύκολο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η πιο κρίσιμη αδυναμία, καθώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, για να κερδηθεί χρόνος, προωθούνται λύσεις απομακρυσμένης πρόσβασης μέσω VPN πάνω σε υπολογιστές που ανάγονται ακόμη και στο 2010.
Όταν το νέο λογισμικό έρχεται να πατήσει πάνω σε τόσο γερασμένο εξοπλισμό, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα εγκατασταθεί αλλά αν λειτουργήσει χωρίς προβλήματα, καθυστερήσεις και ανάγκη συνεχών παρεμβάσεων.
Οι λύσεις που αναζητούν οι αναθέτουσες αρχές
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αναθέτουσες αρχές δείχνουν να επιλέγουν περισσότερο τη διαχειρισιμότητα παρά την καθαρή τεχνική λογική.
Έτσι εξηγείται η τάση να σπάνε μεγάλα έργα σε μικρότερες εκτελεστικές συμβάσεις, ώστε να επιταχύνονται οι διαδικασίες, να προχωρούν ευκολότερα οι αναθέσεις και να αυξάνεται η πιθανότητα να “γραφτούν” δαπάνες μέσα στο διαθέσιμο παράθυρο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των συμβάσεων της ΗΔΙΚΑ για τη βελτίωση της ψηφιακής ετοιμότητας των νοσοκομείων. Ένα έργο ύψους 111,6 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ έχει κατανεμηθεί σε περισσότερες από 20 εκτελεστικές συμβάσεις, με τρεις αναδόχους και με ποσά που συνήθως δεν ξεπερνούν τα 5 εκατ. ευρώ ανά σύμβαση. Η λογική είναι ότι μικρότερα αντικείμενα φέρνουν πιο ελέγξιμο χρονοδιάγραμμα και πιο γρήγορη ενεργοποίηση.
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση λύνει κυρίως το διοικητικό σκέλος της απορρόφησης και όχι απαραίτητα το ουσιαστικό σκέλος της λειτουργικότητας.
Όσο περισσότερο τεμαχίζεται ένα έργο, τόσο αυξάνεται η ανάγκη για συντονισμό, διαλειτουργικότητα και κεντρική εποπτεία. Αν αυτά δεν διασφαλιστούν, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν πολλά επιμέρους κομμάτια που τυπικά παραδίδονται, αλλά στην πράξη δυσκολεύονται να συνθέσουν ένα ενιαίο και αποδοτικό σύστημα.
Παράλληλα, γίνεται σαφές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγονται προμήθειες και άδειες χρήσης ως ο πιο άμεσος δρόμος για να κινηθούν οι δαπάνες. Αυτό, όμως, ανοίγει νέο κύκλο ερωτημάτων ως προς την αναγκαιότητα, την κοστολόγηση και την πραγματική χρησιμότητα ορισμένων επιλογών.
Τα σημεία τριβής και οι κίνδυνοι για τις εταιρείες
Οι εταιρείες πληροφορικής βρίσκονται σε μια δύσκολη εξίσωση, καθώς, μπορεί να έχουν μπροστά τους έργα μεγάλης αξίας, υψηλής προβολής και ισχυρής επιρροής στα οικονομικά τους αποτελέσματα, καλούνται όμως να διαχειριστούν χρονοδιαγράμματα που πιέζουν αφόρητα, γεωγραφική διασπορά, ανομοιογενείς υποδομές και απαιτήσεις στελέχωσης που σε αρκετές περιπτώσεις μοιάζουν υπερβολικές.
Είναι ενδεικτικό ότι μόνο σε ένα έργο οι υπολογισμοί ξεπερνούν τις 6.000 ανθρωπομήνες, ενώ με βάση τη διάρκεια υλοποίησης προκύπτει ανάγκη απασχόλησης περίπου 1.000 έως 1.500 ατόμων από τέσσερις αναδόχους μέσα σε λίγους μήνες.
Με μια απλή ανάγνωση καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για νούμερα που δύσκολα συνδέονται με το πραγματικό μέγεθος τόσο των έργων όσο και της ελληνικής αγοράς.
Αν επεκτείνει κανείς αυτή τη λογική στο σύνολο των έργων που έχουν βγει προς υλοποίηση, δημιουργείται το ερώτημα αν υπάρχει πράγματι τέτοια διαθέσιμη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού ή η αριθμητική εξυπηρετεί κυρίως τη διαμόρφωση προϋπολογισμών;
Στα προβλήματα αυτά προστίθενται και οι απορίες γύρω από τις τιμές ορισμένων λύσεων. Σε συμβάσεις δικτυακών υποδομών καταγράφονται πολύ υψηλές χρεώσεις για άδειες χρήσης και προϊόντα λογισμικού, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δεν κατονομάζεται καν με σαφήνεια το προϊόν.
Εκεί όπου κατονομάζεται, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, καθώς προϊόνται εμφανίζονται να κοστολογούνται με πολύ μεγάλες αποκλίσεις, πολλαπλάσιες από εκείνες που φέρεται να ισχύουν στη λιανική αγορά.
Για τις εταιρείες, αυτά αποτελούν δυνητικές πηγές πίεσης για το επόμενο διάστημα, ειδικά αν υπάρξει αυστηρότερος έλεγχος, αν καθυστερήσουν παραλαβές ή αν τα έργα χρειαστούν εκ των υστέρων πρόσθετες παρεμβάσεις για να καταστούν πραγματικά λειτουργικά.
Ερωτήματα για τα έργα που θα παραδοθούν
Η πιο ανησυχητική διάσταση του θέματος είναι ότι ως το τέλος του Ταμείου θα παραδοθούν έργα που τυπικά θα έχουν ολοκληρωθεί, αλλά στην πράξη δεν θα δουλεύουν.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο ρίσκο για όλον τον κλάδο, γιιατί αν η τελική ευθεία οδηγήσει σε έργα που εξυπηρετούν κυρίως την απορρόφηση και λιγότερο τη βιώσιμη λειτουργία, τότε η αγορά πληροφορικής μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δεύτερο κύμα κόστους μετά τις παραδόσεις.
Κόστος σε διορθώσεις, πρόσθετες υπηρεσίες, επανασχεδιασμούς, εντάσεις με αναθέτουσες αρχές και, ακόμα χειρότερα, σε αξιοπιστία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή τα έργα αυτά αφορούν κρίσιμους τομείς, όπως η Υγεία, οι πληρωμές του Δημοσίου, η κυβερνοπροστασία και η εκπαίδευση. Δεν είναι δηλαδή δευτερεύουσες υποδομές αλλά πεδία που απαιτείται άψογη λειτουργικότητα και υψηλή αξιοπιστία.
Η επόμενη μέρα και τα νέα πεδία αναζήτησης
Παρά τις δυσκολίες, ο κλάδος της Πληροφορικής ετοιμάζει να μπει στην επόμενη φάση ξεκάθαρα ενισχυμένος.
Το Ταμείο Ανάκαμψης μεγάλωσε τις ελληνικές εταιρείες, τις ώθησε σε εξαγορές, συνεργασίες και συσσώρευση τεχνογνωσίας, ενώ τις βοήθησε να αποκτήσουν εμπειρία σε έργα που κάποτε έμοιαζαν απρόσιτα. Το ερώτημα είναι πού θα στραφούν από εδώ και πέρα.
Η απάντηση φαίνεται να είναι τριπλή. Πρώτον, στον ιδιωτικό τομέα, όπου τράπεζες, ασφαλιστικές, τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι και λιανεμπόριο συνεχίζουν να επενδύουν σε cloud, τεχνητή νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια και data analytics.
Δεύτερον, στις αγορές του εξωτερικού, όπου η εμπειρία των τελευταίων ετών μπορεί να μετατραπεί σε διαβατήριο εξωστρέφειας και, τρίτον, στην άμυνα, που αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο ελκυστικά νέα μέτωπα για τις εταιρείες με ικανότητα σε σύνθετα πληροφοριακά συστήματα, ασφάλεια δικτύων και εφαρμογές υψηλής κρισιμότητας.
Ήδη μεγάλοι και μικρότεροι παίκτες δείχνουν να προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ και οι τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι ενισχύουν την παρουσία τους στο ICT και στις διεθνείς αγορές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μετάβαση θα είναι εύκολη, αποτελεί όμως απόδειξη ότι η αγορά αναζητά νέους πυλώνες εσόδων πριν αρχίσει να σβήνει η ώθηση του Ταμείου.
Υπάρχει ζωή μετά το ΤΑΑ, αλλά με προκλήσεις
Το μακροοικονομικό περιβάλλον δείχνει ότι η Ελλάδα θα κινηθεί με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, ενώ και οι επενδύσεις θα χάσουν μέρος της σημερινής έντασης.
Ο κλάδος της Πληροφορικής μπροστά σε ένα κρίσιμο στοίχημα
Αυτό από μόνο του μπορεί να ενισχύει την ανησυχία για την επόμενη μέρα, την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχουν “γέφυρες” που μπορούν να περιορίσουν το σοκ.
Το δανειακό σκέλος του Ταμείου θα συνεχίσει να εκταμιεύεται έως το 2029, ενώ θα παραμείνουν ενεργά το ΕΣΠΑ και νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Άρα, για την πληροφορική, το κρίσιμο στοίχημα είναι αν οι εταιρείες θα αξιοποιήσουν την εμπειρία και τα κεφάλαια της τελευταίας περιόδου για να περάσουν από τη φάση της υψηλής άνθησης σε μια πιο ώριμη και πιο ανθεκτική αναπτυξιακή πορεία.