Στον κατασκευαστικό κλάδο, οι ισορροπίες αλλάζουν γρήγορα και οι ρόλοι δεν είναι μόνιμοι. Ο Θανάσης Σίψας κινήθηκε μέσα σε αυτό το περιβάλλον με αποφάσεις που δεν ήταν πάντα αυτονόητες, επιστρέφοντας σε μια αγορά που δοκιμάζει διαρκώς αντοχές και κεφάλαια.
Ο Θανάσης Σίψας δεν ξεκίνησε από προνομιακή αφετηρία. Παιδί αγροτών χωρίς κλήρο, μεγάλωσε σε περιβάλλον σκληρής δουλειάς και αυστηρών αξιών. Από την Κάτω Αχαγιά βρέθηκε στην Αθήνα με μια βαλίτσα και ελάχιστα χρήματα. Δούλευε τη μέρα και σπούδαζε τη νύχτα, χωρίς στηρίγματα, αλλά με ξεκάθαρο στόχο: να αλλάξει επίπεδο ζωής. Το 1972 ξεκινά ως βοηθός μηχανικού στην Ι.Γ. Κοροντζής, όμως ο αιφνίδιος θάνατος του ιδρυτή τον φέρνει νωρίς σε θέση ευθύνης, μια πρώτη, βίαιη επιτάχυνση. Δεν απέκτησε παιδιά, υιοθέτησε τον ανιψιό του, αλλά επένδυσε στη συνέχεια της οικογένειας και της εταιρείας, με τη νέα γενιά ήδη σε θέσεις-κλειδιά. Εκτός εργοταξίων, η σταθερά είναι άλλη, η ψαλτική. Στα 75 του, σπούδασε Βυζαντινή Μουσική στο Ωδείο Αθηνών, επιβεβαιώνοντας ότι η πειθαρχία δεν ήταν ποτέ μόνο επαγγελματική.
Ταυτισμένος με τους «παλιούς εργολάβους», ο Θανάσης Σίψας πορεύτηκε στον κατασκευαστικό κλάδο χωρίς να ακολουθεί ευθεία γραμμή. Το 1999, όταν η οικογένεια Κοροντζή πουλά την εταιρεία στην ΑΤΤΙΚΑΤ, επιλέγει να αποχωρήσει, ρευστοποιώντας το 25% που είχε αποκτήσει. Δεν ήταν απλώς μια οικονομική κίνηση, αλλά μια συνειδητή έξοδος: δεν ήθελε να μετατραπεί από ιδιοκτήτης σε στέλεχος. Στρέφεται προς τον ξενοδοχειακό κλάδο, αναζητώντας κάτι πιο «δικό του». Η επιστροφή όμως έρχεται απρόσμενα, καθώς ένα τηλεφώνημα από τον Γιάννη Τριανταφύλλου, τότε βασικό μέτοχο της ΑΕΓΕΚ (μέτοχο της Εκτέρ), τον φέρνει ξανά στο παιχνίδι. Η αποστολή ήταν συγκεκριμένη, να βάλει σε τάξη την Εκτέρ που μόλις είχε περάσει σε νέα χέρια και εμφάνιζε σοβαρές δυσλειτουργίες. Ο ίδιος δέχθηκε με ορίζοντα έξι μηνών, αλλά τελικά, έμεινε πάνω από δύο δεκαετίες. Όταν ανέλαβε, η εικόνα ήταν αποδιοργανωμένη: δανεισμός χωρίς έλεγχο, ανοιχτά μέτωπα και εργοτάξια χωρίς δομή. Η προσέγγισή του ήταν κλασική, βασισμένη σε πειθαρχία, έλεγχο κόστους και λειτουργικά συστήματα. Μέσα σε σύντομο διάστημα επανέφερε βασικές ισορροπίες και χάραξε σχέδιο εξυγίανσης προς τους μετόχους, ένα σχέδιο που δεν έμεινε στο χαρτί. Η εμπλοκή του βαθαίνει όταν αποφασίζει να πουλήσει και τη δική του τεχνική εταιρεία, τον Ήφαιστος, προκειμένου να ενισχυθεί η ΕΚΤΕΡ και να αποκτήσει πτυχίο 6ης τάξης. Εκεί πλέον δεν λειτουργεί μόνο ως μάνατζερ, αλλά ως μέτοχος με σαφή τοποθέτηση. Από εκεί και πέρα, η πορεία της εταιρείας συνδέεται άμεσα με τις δικές του επιλογές και με την ικανότητά του να επιβιώνει σε έναν κλάδο που τιμωρεί τα λάθη χωρίς δεύτερη ευκαιρία.
Σήμερα, η Εκτέρ δεν είναι από τους παραδοσιακούς μεγάλους παίκτες των κατασκευών, αλλά κινείται σταθερά δίπλα τους, έχει μακρά πορεία και πλέον διεκδικεί ρόλο με αξιώσεις, καθώς έχει αιτηθεί τη λήψη εργοληπτικού πτυχίου 7ης Τάξης. Με χαρτοφυλάκιο έργων που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ και ανεκτέλεστο περίπου 140 εκατ., η εταιρεία έκλεισε το 2024 με κύκλο εργασιών 86,2 εκατ. και καθαρά κέρδη 10,3 εκατ., επιβεβαιώνοντας ότι έχει αφήσει πίσω της τη φάση της απλής επιβίωσης. Υπό την ηγεσία του Θανάση Σίψα, που έχει ζήσει την κατάρρευση και την επανεκκίνηση της αγοράς, η Εκτέρ δείχνει πιο επιθετική. Συμμετέχει σε κρίσιμους διαγωνισμούς, όπως ο Τριπλός Κόμβος Σκαραμαγκά, ενώ διατηρεί παρουσία στο Ελληνικό, με πρόσφατο έργο το Yacht Club στη Μαρίνα Αγίου Κοσμά.
Την ίδια στιγμή, διεκδικεί συμμετοχή σε projects με σαφή στρατηγική βαρύτητα, από την αξιοποίηση του Τατοΐου έως το μεγάλο logistics hub της ΠΑΕΓΑΕ στη Μαγούλα, επένδυση που προσεγγίζει τα 200 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, βρίσκεται κοντά σε σύμβαση ΣΔΙΤ για πέντε Αστυνομικά Μέγαρα, ενώ διεκδικεί και το νέο σχολικό συγκρότημα της Costeas–Geitonas στο Ελληνικό.