Σε ένα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» για την εγχώρια ασφαλιστική αγορά έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια ο κλάδος της Υγείας, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα εκρηκτικό μείγμα αυξημένων νοσηλίων, πιεσμένων ασφαλισμένων και υποσχέσεων για μεταρρυθμίσεις, που όμως δεν έρχονται ή καθυστερούν υπερβολικά.
Παρά το γεγονός ότι οι έντονες δημόσιες αντιδράσεις για τις αυξήσεις στα συμβόλαια υγείας έχουν περιοριστεί σε σχέση με τις αρχές του έτους αλλά και σε σχέση με πέρυσι, το πρόβλημα συνεχίζει να επιβαρύνει τα στελέχη του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης αλλά και τα αποτελέσματα των ασφαλιστικών εταιρειών.
Στελέχη της αγοράς περιγράφουν την κατάσταση ως μία «δύσκολη εξίσωση», στην οποία οι ασφαλιστικές καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης βιώσιμων ασφαλιστηρίων για τους πελάτες και στην υποχρέωση να προστατεύσουν την κερδοφορία και τη φερεγγυότητά τους. Όπως σημειώνουν, το βασικό πρόβλημα είναι ότι το κόστος νοσηλείας συνεχίζει να αυξάνεται με ρυθμούς που η αγορά δυσκολεύεται να απορροφήσει.
Μέτρα που δεν ήρθαν
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που θεωρούνται κρίσιμες για την εξομάλυνση της αγοράς παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες. Στελέχη των ασφαλιστικών επισημαίνουν ότι ακόμη δεν έχει προχωρήσει στο ελάχιστο η εφαρμογή των DRGs, δηλαδή του συστήματος διαγνωστικά ομοιογενών ομάδων που χρησιμοποιείται διεθνώς για την κοστολόγηση των νοσηλειών.
Τα DRGs θεωρούνται από την αγορά βασικό εργαλείο για τη δημιουργία μεγαλύτερης διαφάνειας στις χρεώσεις και καλύτερου ελέγχου του κόστους. Μέσω του συστήματος, κάθε νοσηλεία αντιστοιχίζεται σε συγκεκριμένο κωδικό και προκαθορισμένη αποζημίωση, περιορίζοντας τα περιθώρια υπερχρεώσεων και αδιαφανών τιμολογήσεων. Όμως αποτελεί μία δύσκολη «μετάβαση» στην πράξη, καθώς όπως λένε στελέχη, τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν δεδομένα.
Έτσι, όπως είναι φυσιολογικά, σημειώνουν στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς, η εφαρμογή τους εξακολουθεί να καθυστερεί, ενώ ταυτόχρονα ούτε ο πολυσυζητημένος δείκτης του ΙΟΒΕ για την παρακολούθηση των αυξήσεων στην ιδιωτική υγεία έχει ενεργοποιηθεί στην πράξη. «Τον δείκτη ακόμη τον περιμένουμε», αναφέρουν χαρακτηριστικά παράγοντες της αγοράς, εκφράζοντας απογοήτευση για την αργή πρόοδο των παρεμβάσεων.
Υπενθυμίζεται ότι η συγκρότηση του νέου δείκτη του ΙΟΒΕ με τον οποίον θα υπολογίζεται ο Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής ασφαλίσεων υγείας, είχε αναγγελθεί τον Ιανουάριο του 2025 από τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, όταν οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα είχαν φτάσει το 14% (αργότερα, μετά από αντιδράσεις, περιορίστηκαν στο 7%). Σύμφωνα με τους τότε υπολογισμούς, αναμενόταν να βγει τον περασμένο Δεκέμβριο. Ωστόσο, όπως λένε στελέχη της αγοράς ακόμα δεν υπάρχει επίσημη εκτίμηση για την συγκρότησή του ή το πότε (και αν) θα ανακοινωθεί. Ο δείκτης αυτός θα ευνοούσε και τους καταναλωτές, καθώς οι ασφαλιστικές δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε μεγάλες αυξήσεις των ασφαλιστικών προϊόντων υγείας.
Με τον δείκτη να παραμένει υπό διαμόρφωση, τον περασμένο Ιανουάριο υπήρξε πάλι ζήτημα (μικρότερης έντασης από το 2025) με τις αυξήσεις των συμβολαίων και έγινε πάλι θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως ακριβώς είχε γίνει και το 2025.
Ακόμα μία μεταρρύθμιση την οποία ζητούσαν οι ασφαλιστικές εταιρείες, υπήρξε σχεδιασμός για να επιτευχθεί, αλλά τελικά ναυάγησε, ήταν τα ΣΔΙΤ με τα δημόσια νοσοκομεία. Υπήρξε δηλαδή τους προηγούμενους μήνες σχεδιασμός ότι σύμπραξης του Δημοσίου με τον Ιδιωτικό τομέα, στα δημόσια νοσοκομεία, όπου θα εμπλέκονταν και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Με τον υφυπουργό Μάριο Θεμιστοκλέους μάλιστα, πριν μερικούς μήνες να επισημαίνει ότι το υπουργείο «ήταν έτοιμο».
Ωστόσο τα σχέδιο άλλαξαν, όταν πριν λίγους μήνες ο υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης, σε ομιλία του είπε ότι τελικά αυτό δεν θα γίνει στη δική του θητεία. Αναδεικνύοντας για ακόμα μια φορά ότι κάποιες μεταρρυθμίσεις για να γίνουν θέλουν ωρίμανση και κατάλληλες συνθήκες. Ωστόσο για την ασφαλιστική αγορά σήμαινε ότι το πρόβλημα θα παρέμενε, όπως και παρέμεινε.
Πλέον παράγοντες εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι, ενώ σημειώνουν ότι τα πράγματα στον κλάδο υγείας παραμένουν στάσιμα.
Το μέτωπο ασφαλιστικές-νοσοκομεία
Φυσικά η σχέση ασφαλιστικών εταιρειών και μεγάλων ιδιωτικών κλινικών παραμένει «συγκρουσιακή». Οι ασφαλιστικές υποστηρίζουν ότι οι χρεώσεις των ιδιωτικών νοσοκομείων έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός μηχανισμός ελέγχου ή συγκράτησης των δαπανών. Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, η περιορισμένη ανταγωνιστικότητα στον χώρο των ιδιωτικών κλινικών οδηγεί αναπόφευκτα σε υψηλότερα κόστη για ασφαλισμένους και εταιρείες.
Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, το συγκεκριμένο μοντέλο οδηγεί συχνά σε υπερπαροχή υπηρεσιών και σε αυξημένες διάρκειες νοσηλείας, γεγονός που διογκώνει περαιτέρω τις αποζημιώσεις. Για τον λόγο αυτό, οι ασφαλιστικές ζητούν πιο ενεργό έλεγχο στο κόστος των ιδιωτικών κλινικών, προειδοποιώντας ότι χωρίς παρεμβάσεις η κατάσταση θα καταστεί μη βιώσιμη.
Η διά της πλαγίας οδού, λύση
Με τις μεταρρυθμίσεις τελικά να μην έρχονται, πολλές ασφαλιστικές βρήκαν λύση διά της πλαγίας οδού, εφαρμόζοντας στην πράξη την παροιμία που λέει «το καλό το παλληκάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι». Έτσι, πέρυσι, η Generali Hellas προχώρησε στην εξαγορά της Ευρωκλινικής, σε μία κίνηση μάτ για να ελέγξει τα κόστη υγείας.
Την ίδια οδό, ακούγεται ότι θα επιλέξει και η Εθνική Ασφαλιστική, η οποία πλέον βρίσκεται υπό την… κεφαλαιακή ομπρέλα της Τράπεζας Πειραιώς. Ο CEO της ασφαλιστικής Δημήτρης Μαζαράκης, πρόσφατα είχε πει ότι ετοιμάζει κάτι «ριζοσπαστικό» στον κλάδο υγείας.