Σε έναν από τους πιο κρίσιμους και ταυτόχρονα πιο ανταγωνιστικούς κλάδους της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς εξελίσσεται η ασφάλιση αυτοκινήτου, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα σύνθετο μείγμα αυξανόμενων αποζημιώσεων, γηρασμένου στόλου οχημάτων, υψηλού κόστους επισκευών και πιέσεων στα τεχνικά αποτελέσματα.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα στους δείκτες της αγοράς. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο δείκτης combined ratio, δηλαδή ο δείκτης που αθροίζει αποζημιώσεις, λειτουργικά έξοδα και κόστη πρόσκτησης, έχει εκτοξευθεί πάνω από 110% για τον κλάδο αστικής ευθύνης οχημάτων. Πρόκειται για επίπεδο που σημαίνει ότι οι εταιρείες πληρώνουν περισσότερα σε ζημιές και έξοδα από όσα εισπράττουν σε ασφάλιστρα, οδηγώντας τον κλάδο σε αρνητικό τεχνικό αποτέλεσμα.
Η εικόνα αυτή απέχει σημαντικά από την περίοδο της πανδημίας Covid-19, όταν λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις και της δραστικής μείωσης της κυκλοφορίας, ο αντίστοιχος δείκτης είχε υποχωρήσει ακόμη και στο 85%, επιτρέποντας στις ασφαλιστικές να εμφανίσουν ισχυρή κερδοφορία στον κλάδο αυτοκινήτου.
Όπως λένε στελέχη της αγοράς, πλέον «οι ασφαλιστές θα πρέπει να ξανασκεφτούν αν θα συνεχίσουν να ασχολούνται με τον κλάδο αυτοκινήτου. Οι εποχές στον κλάδο έχουν αλλάξει. Πλέον όλα είναι ακριβότερα. Από το σέρβις, μέχρι τα ανταλλακτικά. Οι προμήθειες είναι 50% υψηλότερες άρα αυξάνονται και τα κόστη. Για να αντέξει ο κλάδος, θα πρέπει να γίνονται αυξήσεις».
Παράλληλα, στο πλαίσιο συζήτησης από το πρόσφατο συνέδριο των ασφαλιστών στην Ύδρα, το ζήτημα αναδείχθηκε και από τον CEO της Εθνική Ασφαλιστική, Δημήτρη Μαζαράκη, ο οποίος επεσήμανε το τεχνικό αποτέλεσμα της αγοράς κινείται πλέον σε αρνητικό έδαφος, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει το ακριβές ύψος των απωλειών.
Η αντίφαση της αγοράς
Το παράδοξο είναι ότι οι εξελίξεις σε επίπεδο πολιτείας θεωρητικά θα έπρεπε να λειτουργούν υποστηρικτικά για την ασφαλιστική αγορά. Η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει μαζικές διασταυρώσεις για τα ανασφάλιστα οχήματα, αποστέλλοντας εκατοντάδες χιλιάδες ειδοποιητήρια προς ιδιοκτήτες οχημάτων προκειμένου να προχωρήσουν σε ασφάλιση.
Την ίδια στιγμή, εντατικοποιούνται οι έλεγχοι οδικής ασφάλειας. Ενδεικτικό είναι ότι τα αλκοτέστ από περίπου 12.500 το 2025 έχουν ήδη φτάσει τα 120.000, ενώ η αυστηροποίηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και οι αυξημένοι έλεγχοι αρχίζουν να οδηγούν σε μείωση των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων.
Ωστόσο, οι θετικές αυτές εξελίξεις δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την εκρηκτική αύξηση του κόστους ζημιών.
Ο γηρασμένος στόλος και το ακριβό κόστος επισκευών
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αγορά είναι η ιδιαίτερα υψηλή μέση ηλικία των οχημάτων στην Ελλάδα, η οποία φτάνει πλέον τα 17,7 έτη, κατατάσσοντας τη χώρα μεταξύ εκείνων με τον γηραιότερο στόλο στην Ευρώπη.
Τα παλαιά οχήματα συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα ατυχημάτων και σοβαρότερων βλαβών, ενώ παράλληλα η αγορά εισέρχεται σταδιακά σε μια νέα εποχή, όπου τα υβριδικά και ηλεκτρικά οχήματα αυξάνονται συνεχώς.
Αν και τα νέα αυτά οχήματα διαθέτουν εξελιγμένα συστήματα ασφαλείας, κοστίζουν σημαντικά περισσότερο στην επισκευή τους. Ακόμη και μια μικρή σύγκρουση μπορεί να απαιτήσει αντικατάσταση αισθητήρων, καμερών ή ηλεκτρονικών συστημάτων υψηλού κόστους, αυξάνοντας αισθητά το μέσο ύψος αποζημίωσης.
Τα πρόσφατα στοιχεία της έρευνας της Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος είναι αποκαλυπτικά. Το μέσο κόστος ζημιάς στην κάλυψη αστικής ευθύνης οχημάτων αυξήθηκε από 1.397 ευρώ το 2023 σε 1.500 ευρώ το 2025, ενώ για το σύνολο των καλύψεων το μέσο κόστος ζημιών διαμορφώθηκε στα 1.361 ευρώ, έναντι 1.265 ευρώ το 2023.
Παράλληλα, παρότι η συχνότητα ζημιών εμφανίζει αποκλιμάκωση, το κόστος κάθε περιστατικού αυξάνεται σταθερά. Η μέση συχνότητα ζημιών αστικής ευθύνης υποχώρησε από 7,01% το 2023 σε 5,81% το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται τόσο στους εντατικότερους ελέγχους όσο και στη βελτίωση της οδικής συμπεριφοράς.
Πίεση στα ασφάλιστρα
Η επιδείνωση των τεχνικών αποτελεσμάτων δημιουργεί εύλογα πιέσεις για αυξήσεις ασφαλίστρων, σε μια περίοδο όπου ο ανταγωνισμός παραμένει εξαιρετικά έντονος.
Η αγορά αυτοκινήτου αποτελεί άλλωστε τον σημαντικότερο κλάδο στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, συμμετέχοντας κατά περίπου 40% στην παραγωγή ασφαλίστρων του κλάδου και κατά 22% στη συνολική παραγωγή ασφαλίσεων ζωής και ζημιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΑΕΕ, η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων αυτοκινήτου το 2025 ανήλθε στα 1,33 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 7,3% σε σχέση με το 2024, ενώ τα ασφαλισμένα οχήματα εκτιμώνται πλέον σε περισσότερα από 7,18 εκατομμύρια.
Παρά την αύξηση της παραγωγής, οι ασφαλιστικές βλέπουν ότι η άνοδος του κόστους απορροφά μεγάλο μέρος των εσόδων, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια κερδοφορίας.