Με υψηλότερη πληρότητα αλλά χαμηλότερες μέσες ημερήσιες τιμές, η αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης στην Ελλάδα εισέρχεται στη φετινή θερινή περίοδο, παρουσιάζοντας έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των προορισμών. Τα στοιχεία της πλατφόρμας Beyond αποτυπώνουν μια αγορά που παραμένει ανθεκτική, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζει σημάδια ωρίμανσης, καθώς η αύξηση της ζήτησης δεν μεταφράζεται παντού σε υψηλότερα έσοδα.
Σε πανελλαδικό επίπεδο, η μέση πληρότητα από την αρχή του έτους διαμορφώνεται στο 41%, αυξημένη κατά 7,1% σε σχέση με το 2025, όταν είχε διαμορφωθεί στο 38,2%. Την ίδια στιγμή, όμως, η μέση ημερήσια τιμή (ADR) υποχωρεί κατά 4,5%, στα 104 ευρώ από 109 ευρώ πέρυσι, στοιχείο που δείχνει ότι αρκετοί ιδιοκτήτες επιλέγουν πιο επιθετική τιμολογιακή πολιτική προκειμένου να διατηρήσουν ή να ενισχύσουν την πληρότητά τους. Παράλληλα, οι κρατήσεις πραγματοποιούνται νωρίτερα, με τον χρόνο προκράτησης να αυξάνεται στις 19,8 ημέρες έναντι 18,6 ημερών το 2025 (+6,1%), ενώ η μέση διάρκεια διαμονής μειώνεται οριακά στις 3,6 διανυκτερεύσεις από 3,7 διανυκτερεύσεις.
Η Αθήνα συνεχίζει να επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της ως προορισμού δωδεκάμηνης λειτουργίας. Η πληρότητα κινείται κατά 11,6% υψηλότερα σε σχέση με πέρυσι, ωστόσο οι μέσες τιμές εμφανίζονται μειωμένες κατά 7,1%. Οι κρατήσεις πραγματοποιούνται περίπου 21,5 ημέρες πριν από την άφιξη και η μέση διαμονή περιορίζεται στις τρεις διανυκτερεύσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, η πρωτεύουσα αποτελεί πλέον μια ώριμη αστική αγορά με σταθερές τιμές αλλά χωρίς σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανατιμήσεων. Αντίθετα, η Θεσσαλονίκη εμφανίζει μικρή κάμψη στη ζήτηση. Η πληρότητα υποχωρεί κατά 3%, αν και οι τιμές παραμένουν σημαντικά υψηλότερες, με την τιμή να καταγράφει άνοδο 44% κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ωστόσο, η έντονη μεταβλητότητα στις τιμές υποδηλώνει ότι η αγορά δεν έχει ακόμη αποκτήσει σταθερότητα, ενώ η εξάρτηση από γεγονότα και city-break επισκέψεις παραμένει ισχυρή.
Στα νησιά, η εικόνα είναι ακόμη πιο διαφοροποιημένη.
Η Κρήτη αναδεικνύεται στον ισχυρότερο παίκτη της ελληνικής αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης. Η πληρότητα ενισχύεται κατά 4%, οι μέσες τιμές αυξάνονται κατά 9% και οι κρατήσεις πραγματοποιούνται περίπου 40 ημέρες πριν από την άφιξη. Η αγορά εμφανίζει σταθερή ανοδική πορεία για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ενώ το RevPAN – ο δείκτης που συνδυάζει πληρότητα και τιμή – εκτιμάται στα 248,9 ευρώ για το 2026, από 225,3 ευρώ το 2025 και 196,4 ευρώ το 2024. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση μεταξύ όλων των νησιωτικών προορισμών που εξετάζονται.
Ιδιαίτερα δυναμική εμφανίζεται και η Μύκονος. Η πληρότητα κινείται κατά 21% υψηλότερα σε σχέση με πέρυσι, ενώ οι μέσες τιμές αυξάνονται κατά 7%. Οι επισκέπτες προγραμματίζουν τις διακοπές τους περίπου 34 ημέρες νωρίτερα και παραμένουν κατά μέσο όρο σχεδόν οκτώ διανυκτερεύσεις, τη μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής μεταξύ των προορισμών της έρευνας. Η αγορά πολυτελών καταλυμάτων φαίνεται να ανακάμπτει έντονα, με το RevPAN να εκτιμάται στα 177,5 ευρώ, αυξημένο κατά 25,6% σε ετήσια βάση.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Σαντορίνη. Η πληρότητα ενισχύεται κατά 21%, ενώ οι μέσες ημερήσιες τιμές καταγράφουν άνοδο 15%. Οι κρατήσεις πραγματοποιούνται σχεδόν 49 ημέρες πριν από το ταξίδι, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για τον προορισμό με τον μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα προγραμματισμού. Μετά τη σημαντική συμπίεση που καταγράφηκε το 2025, η αγορά φαίνεται να ανακάμπτει, με το RevPAN να αναμένεται αυξημένο κατά 24% σε σχέση με πέρυσι.
Στον αντίποδα, Κέρκυρα και Ρόδος εμφανίζουν σημάδια επιβράδυνσης. Η Κέρκυρα είναι η μοναδική μεγάλη νησιωτική αγορά όπου η πληρότητα του 2025 υπερτερεί σαφώς της φετινής, με την τρέχουσα περίοδο να καταγράφει πτώση 18% στις κρατήσεις, παρά την αύξηση 6% στις τιμές. Το RevPAN υποχωρεί στα 104,2 ευρώ από 127,1 ευρώ πέρυσι, αν και εξακολουθεί να βρίσκεται υψηλότερα από τα επίπεδα του 2024.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η κάμψη στη Ρόδο, όπου η πληρότητα εμφανίζεται μειωμένη κατά 22% σε σχέση με το 2025. Παρά την εντυπωσιακή αύξηση των τιμών κατά 23%, η αγορά εξακολουθεί να υπολείπεται της περσινής σε όρους ζήτησης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η στρατηγική των υψηλότερων τιμών δεν αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει την απώλεια κρατήσεων.