Για τρεις δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση υποσχόταν ότι κάθε προϊόν θα κατασκευάζεται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλότερο. Αυτό άλλωστε επιτάσσει η οικονομική λογική. Σήμερα, ο Δυτικός κόσμος θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα. Πόσο πρέπει να πληρώσει ώστε η παραγωγή να είναι εξασφαλισμένη, ακόμη κι αν πάψει να είναι η φθηνότερη;
Ο λογαριασμός φαίνεται πως αγγίζει τα 23,6 τρισ. δολαρίων, αποδεικνύοντας πως η λεγόμενη… αποπαγκοσμιοποίηση δεν είναι καθόλου φθηνή και εύκολη υπόθεση. Αποτελεί μία (μαθηματικά) ίσως ανορθολογική ανακατασκευή ενός υπάρχοντος και εδραιωμένου μοντέλου, που από μόνο του χρειάστηκε πολύ καιρό για να στηθεί και συνέδεσε παραγωγικές μονάδες, πρώτες ύλες, τεχνολογική πρόοδο και logistics σε παγκόσμια κλίμακα.
Σχετική οικονομική ανάλυση της EY-Parthenon, υπολογίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωζώνη και το Ηνωμένο Βασίλειο θα χρειαστούν αθροιστικές επενδύσεις 23,6 τρις δολαρίων με ορίζοντα το 2050 για να τερματίσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα σε κρίσιμους κλάδους της μεταποίησης και της τεχνολογίας. Πρόκειται δηλαδή για επενδυτικό πλάνο περίπου 940 δις δολαρίων τον χρόνο επί μία 25ετία.
Τι σημαίνει το παραπάνω νούμερο; Το ποσό δεν αποτελεί έναν άμεσο «λογαριασμό» που θα καταβληθεί αύριο, ούτε αποτίμηση των εμπορικών απωλειών από δασμούς. Είναι μία εκτίμηση του σωρευτικού κεφαλαίου που θα απαιτούσε η δημιουργία νέων δομών και συνεργιών, ώστε να αντικατασταθούν λειτουργίες και να καλυφθεί η ζήτηση που έως σήμερα καλύπτεται από την Κίνα.
Τρεις διαφορετικοί αλλά αλληλένδετοι «λογαριασμοί»
Το μεγαλύτερο βάρος φέρεται να αναλογεί στις ΗΠΑ με 13,7 τρις δολάρια, ενώ για την ευρωζώνη η εκτίμηση φτάνει τα 9,1 τρις και για το Ηνωμένο Βασίλειο τα 800 δις δολάρια. Από μόνη της η αμερικανική προσπάθεια θα απαιτούσε περίπου 550 δις δολάρια ετησίως, ποσό όμοιο με τα 600 δις που επένδυσαν οι αμερικανικές Big Tech σε υποδομές (άμεσα και έμμεσα) συνυφασμένες με την τεχνητή νοημοσύνη για το 2025.
Το παραπάνω βάρος επιβαρύνει τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Οι επιχειρήσεις θα χρηματοδοτήσουν νέες μονάδες και εκ νέου δίκτυα προμηθευτών, οι φορολογούμενοι θα συνεισφέρουν με επιπλέον φόρους και δημόσιες υποδομές, ενώ οι καταναλωτές θα πληρώσουν μέρος της προσαρμογή, οργανικά, μέσα από τις τελικές τιμές. Η EY-Parthenon εκτιμά ότι τα κινεζικά προϊόντα διαθέτουν πλεονέκτημα εργοστασιακού κόστους από 20% έως 100% σε επιμέρους κατηγορίες. Για την Ευρώπη, η πλήρης αποσύνδεση θα μπορούσε να αυξήσει μόνιμα τις τιμές σε κρίσιμους τομείς έως 2,5%.
Η μακροοικονομική επιβάρυνση δεν εξαντλείται στις τιμές καταναλωτή και κεφαλαιουχικών αγαθών. Τα κεφάλαια για την… «δημιουργική αντιγραφή» υποδομών θα ανταγωνίζονται τις ήδη τεράστιες ανάγκες για άμυνα, ενέργεια, τεχνητή νοημοσύνη και δημογραφική προσαρμογή. Παράλληλα, η δημιουργία διπλών αλυσίδων μειώνει την παραγωγικότητα, επειδή οι επενδύσεις δεν θα κατευθύνονται στην πιο αποδοτική χρήση τους. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει εκτιμήσει ότι η εμπορική κατάτμηση μπορεί, ανάλογα με την έντασή της, να αφαιρέσει μακροπρόθεσμα από 0,2% έως σχεδόν 7% από την παγκόσμια παραγωγή.
Γιατί μία πλήρης αποσύνδεση από την Κίνα δεν μοιάζει ρεαλιστική
Το δυσκολότερο εμπόδιο δεν είναι μόνο χρηματοδοτικό, αλλά και θέμα επάρκειας σε στρατηγικές πρώτες ύλες. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2035 η Κίνα αναμένεται να παρέχει πάνω από το 60% του επεξεργασμένου λιθίου και κοβαλτίου παγκοσμίως και περίπου το 80% του γραφίτη ποιότητας μπαταριών και των σπάνιων γαιών. Ένα νέο εργοστάσιο μπορεί να κατασκευαστεί με κεφάλαια. Ένα ολόκληρο οικοσύστημα εξόρυξης, επεξεργασίας, τεχνογνωσίας και ειδικευμένου προσωπικού δεν αντιγράφεται εξίσου εύκολα και γρήγορα.
Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιλέξει τη διαφοροποίηση και όχι την αυτάρκεια. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για τις κρίσιμες πρώτες ύλες θέτει για το 2030 στόχους κάλυψης του 10% των αναγκών από εξόρυξη εντός ΕΕ, του 40% από ευρωπαϊκή επεξεργασία και του 25% από ανακύκλωση, ενώ περιορίζει στο 65% την εξάρτηση από μία τρίτη χώρα.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί ο όρος αποπαγκοσμιοποίηση είναι, εν μέρει, παραπλανητικός. Το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε περίπου 4,7% το 2025, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Οι ροές λοιπόν δεν εξαφανίζονται, παρά τις εντάσεις και τις συγκρούσεις. Κυρίως, απλώς αλλάζουν διαδρομές και οργανώνονται περισσότερο γύρω από γεωπολιτικά μπλοκ, αυξάνοντας τα κόστη.
Το πιθανότερο σενάριο, επομένως, δεν είναι ένα οριζόντιο «διαζύγιο» με την Κίνα, αλλά μια επιλεκτική απεξάρτηση σε ημιαγωγούς, μπαταρίες, φάρμακα, πρώτες ύλες και αμυντική τεχνολογία. Αυτό είναι και το πραγματικό μήνυμα των 23,6 τρις δολαρίων. Η Δύση μπορεί όντως να «αγοράσει» μερικώς ανθεκτικότητα, θυσιάζοντας ωστόσο τις χαμηλές τιμές που παρήγαγε η παγκοσμιοποίηση.