Ένα κτίριο με υψηλή ενεργειακή απόδοση προσφέρει περισσότερα από χαμηλότερους λογαριασμούς ενέργειας. Μπορεί να διευκολύνει τη χρηματοδότηση μιας επένδυσης, να προσελκύσει ισχυρότερους μισθωτές και να διατηρήσει καλύτερα την αξία του στην αγορά.
Η European Lender Intentions Survey 2026 της CBRE δείχνει ότι η βιωσιμότητα επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις χρηματοδότησης στην αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με την έρευνα, το 66% των χρηματοδοτών δηλώνει ότι δεν χρηματοδοτεί ακίνητα τα οποία δεν πληρούν τις απαιτήσεις βιωσιμότητας ή δεν συνοδεύονται από αξιόπιστο σχέδιο βελτίωσης των επιδόσεών τους. Αντίθετα, μόλις το 20% αναφέρει ότι η βιωσιμότητα δεν επηρεάζει τις πιστωτικές του αποφάσεις.
Η ηλικία ενός κτιρίου δεν αποτελεί από μόνη της καθοριστικό παράγοντα για τη χρηματοδότησή του. Εξίσου σημαντικό είναι αν μπορεί να αναβαθμιστεί με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις βιωσιμότητας των επόμενων ετών.
Η αγορά ακινήτων αρχίζει να διαφοροποιείται. Τα νέα κτίρια σχεδιάζονται εξαρχής σύμφωνα με τις αυστηρότερες ενεργειακές προδιαγραφές και συνοδεύονται ολοένα συχνότερα από διεθνείς πιστοποιήσεις, όπως LEED και BREEAM. Αντίθετα, το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα αξιολογείται πλέον και με βάση τη δυνατότητα ενεργειακής αναβάθμισης, καθώς αυτή επηρεάζει το ενδιαφέρον επενδυτών, χρηματοδοτών και μισθωτών.
Η ενεργειακή απόδοση επηρεάζει όχι μόνο τη ζήτηση και τα μισθώματα, αλλά και τις αποτιμήσεις των ακινήτων. Οι επενδυτές συνυπολογίζουν το κόστος των μελλοντικών ενεργειακών παρεμβάσεων, καθώς και τον κίνδυνο απαξίωσης των λιγότερο αποδοτικών κτιρίων.
Οι απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας αλλάζουν και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα νέα κτίρια. Η αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD) προβλέπει ότι από το 2030 όλα τα νέα κτίρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να είναι μηδενικών εκπομπών, ενώ για τα νέα δημόσια κτίρια η υποχρέωση ισχύει από το 2028. Οι επενδυτές και οι κατασκευαστές ενσωματώνουν ήδη αυτές τις απαιτήσεις στον σχεδιασμό των έργων τους.
Το μεγαλύτερο στοίχημα, όμως, δεν αφορά τα νέα κτίρια. Αφορά όσα υπάρχουν ήδη. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περίπου το 85% των κτιρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατασκευάστηκε πριν από το 2000, ενώ σχεδόν το 75% χαρακτηρίζεται από χαμηλή ενεργειακή απόδοση. Ο ετήσιος ρυθμός ενεργειακών ανακαινίσεων παραμένει κοντά στο 1%, ποσοστό που υπολείπεται σημαντικά του απαιτούμενου ρυθμού για την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων έως το 2050.
Η αγορά δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στις νέες κατασκευές. Το μεγαλύτερο μέρος των ακινήτων που θα παραμείνει σε χρήση τις επόμενες δεκαετίες έχει ήδη ανεγερθεί. Για τους ιδιοκτήτες και τους επενδυτές, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένα ακίνητο είναι ενεργειακά αποδοτικό σήμερα, αλλά και αν μπορεί να αναβαθμιστεί ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς τα επόμενα χρόνια. Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα έντονη για τα παλαιότερα κτίρια γραφείων, τα οποία καλούνται να ανταγωνιστούν νέες αναπτύξεις με υψηλότερες ενεργειακές επιδόσεις, σύγχρονες υποδομές και καλύτερη εμπειρία για τους χρήστες.
Οι ενεργειακές αναβαθμίσεις αποτελούν βασικό μέρος της στρατηγικής διαχείρισης των χαρτοφυλακίων ακινήτων. Η CBRE επισημαίνει ότι πολλοί επενδυτές ενσωματώνουν το σχετικό κόστος ήδη από τον αρχικό σχεδιασμό των έργων τους, αντιμετωπίζοντας τις παρεμβάσεις αυτές ως επένδυση που συμβάλλει στη διατήρηση ή την ενίσχυση της αξίας του ακινήτου και όχι απλώς ως κόστος συμμόρφωσης. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν περιορίζονται στην αντικατάσταση ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων ή στη βελτίωση της θερμομόνωσης. Συχνά περιλαμβάνουν τον συνολικό εκσυγχρονισμό του κτιρίου, με νέες ψηφιακές υποδομές, αναβάθμιση των κοινόχρηστων χώρων και άλλες παρεμβάσεις που ενισχύουν τη λειτουργικότητα και την ανταγωνιστικότητά του.
Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν και τις επενδυτικές αποφάσεις για τα παλαιότερα ακίνητα. Η ενεργειακή αναβάθμιση δεν αποτελεί πάντα τη βέλτιστη λύση. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του ακινήτου, μεγαλύτερη αξία μπορεί να δημιουργήσει η αλλαγή χρήσης ή ακόμη και η πλήρης ανακατασκευή του. Η τελική επιλογή εξαρτάται από τη θέση του ακινήτου, την ποιότητα της κατασκευής, τις πολεοδομικές δυνατότητες και το κόστος των απαιτούμενων παρεμβάσεων.
Η ελληνική αγορά κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Οι περισσότερες νέες αναπτύξεις γραφείων, ξενοδοχείων και έργων μικτών χρήσεων σχεδιάζονται με διεθνείς πιστοποιήσεις βιωσιμότητας, ενώ αυξάνονται οι επενδύσεις για την ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κτιρίων. Ο Πύργος Πειραιά αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς η πλήρης ανακατασκευή του συνδύασε την επανάχρηση ενός εμβληματικού κτιρίου με υψηλές ενεργειακές και περιβαλλοντικές προδιαγραφές. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν περιορίζονται στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Συμβάλλουν στη διατήρηση της αξίας και της ανταγωνιστικότητας των ακινήτων, σε μια αγορά όπου η ενεργειακή απόδοση αποτελεί βασικό κριτήριο αξιολόγησης για επενδυτές, χρηματοδότες και επιχειρήσεις.