THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το Walkman γεννήθηκε από μια απλή ανάγκη και άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο ακούγαμε μουσική.
Η Sony παραλίγο να απορρίψει το όνομα «Walkman», το οποίο εξελίχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο της φορητής μουσικής.
Η επιτυχία του Walkman απέδειξε ότι η εμπειρία χρήσης μπορεί να είναι σημαντικότερη από τα τεχνικά χαρακτηριστικά.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Μασάρου Ιμπούκα, συνιδρυτής της Sony και λάτρης της κλασικής μουσικής, αναζητούσε έναν πιο πρακτικό τρόπο να ακούει στερεοφωνική μουσική στα αεροπορικά του ταξίδια. Οι φορητές συσκευές της εποχής ήταν ογκώδεις και βαριές. Ήθελε κάτι μικρό και ελαφρύ, που να μπορεί να το μεταφέρει εύκολα μαζί του.
Από αυτή την απλή ανάγκη γεννήθηκε η ιδέα για μία συσκευή που θα άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι άκουγαν μουσική.
Το παράδοξο είναι ότι ένα από τα πιο αναγωρίσιμα ονόματα στην ιστορία της τεχνολογίας (που μπήκε και σε λεξικό), παραλίγο να μην ακουστεί ποτέ. Ο Ακίο Μορίτα, έτερος συνιδρυτής της Sony, δεν πίστευε καθόλου στο όνομα «Walkman».
Ένα κασετόφωνο που δεν έκανε το προφανές
Οι μηχανικοί της Sony χρησιμοποίησαν ως βάση το Pressman, ένα φορητό μονοφωνικό κασετόφωνο που προοριζόταν κυρίως για δημοσιογράφους. Αφαίρεσαν τη δυνατότητα ηχογράφησης, πρόσθεσαν στερεοφωνικό ήχο και δημιούργησαν μια μικρή συσκευή αποκλειστικά για ακρόαση μουσικής. Αυτό ήταν και το πρώτο μεγάλο ρίσκο.
Σε μια εποχή κατά την οποία τα κασετόφωνα διαφημίζονταν κυρίως για τη δυνατότητα εγγραφής, η Sony ετοίμαζε ένα προϊόν που δεν μπορούσε να ηχογραφήσει. Δεν πρόσθετε μία καινούργια λειτουργία. Αντίθετα, αφαιρούσε εκείνη που θεωρούνταν βασική.
Το όνομα που ακουγόταν λάθος
Όταν ήρθε η στιγμή να βρεθεί το όνομα του νέου προϊόντος, ο επικεφαλής του τμήματος ήχου της Sony, Κόζο Οσόνε, πρότεινε το «Walkman», ως λογοπαίγνιο με το Pressman. Το όνομα δεν ενθουσίασε την ηγεσία της εταιρείας. Θεωρήθηκε γλωσσικά αδέξιο και δύσκολο να λειτουργήσει εκτός Ιαπωνίας.
Ο Μορίτα, ο οποίος είχε ιδιαίτερη εξοικείωση με τη διεθνή αγορά, φοβόταν ότι τα «σπασμένα αγγλικά» του ονόματος θα έκαναν το προϊόν να μοιάζει ερασιτεχνικό και μάλιστα ζήτησε να αλλάξει πριν από τη διεθνή κυκλοφορία του.
Στην Ιαπωνία, ωστόσο, η διαφημιστική καμπάνια είχε ήδη ξεκινήσει. Αφίσες και προωθητικό υλικό είχαν τυπωθεί, ενώ η αλλαγή του ονόματος θα δημιουργούσε πρόσθετο κόστος και καθυστερήσεις. Έτσι, το «Walkman» παρέμεινε, τουλάχιστον για την πρώτη κυκλοφορία και το πιο εμβληματικό brand της Sony επέζησε επειδή ήταν πολύ ακριβό να αλλάξει όνομα!
Το μεγάλο εμπορικό στοίχημα
Οι επιφυλάξεις, πάντως, δεν αφορούσαν μόνο το όνομα. Πολλά στελέχη της Sony αμφέβαλλαν και για τις εμπορικές προοπτικές μιας συσκευής που δεν ηχογραφούσε.
Οι αρχικές προβλέψεις πωλήσεων θεωρούνταν υπερβολικά αισιόδοξες. Το τμήμα πωλήσεων επισήμαινε ότι κανένα προηγούμενο φορητό κασετόφωνο της εταιρείας δεν είχε πετύχει αντίστοιχους αριθμούς. Ο Μορίτα, όμως, διέκρινε ότι η αξία του νέου προϊόντος δεν βρισκόταν στα τεχνικά χαρακτηριστικά του, αλλά στην εμπειρία που δημιουργούσε.
Το Walkman δεν απευθυνόταν μόνο σε ανθρώπους που ήθελαν να ακούσουν μουσική. Απευθυνόταν σε όσους ήθελαν να ακούσουν τη δική τους μουσική, στον δικό τους χώρο και χρόνο. Ήταν μια μικρή, αλλά θεμελιώδης αλλαγή: για πρώτη φορά η μουσική μπορούσε να ακολουθεί πραγματικά τον ακροατή.
Το πάρκο και τα ακουστικά
Το πρώτο Walkman, το μοντέλο TPS-L2, κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία την 1η Ιουλίου 1979.
Για την παρουσίασή του, η Sony έκανε κάτι πρωτοποριακό. Κάλεσε δημοσιογράφους σε ένα πάρκο του Τόκιο, τους έδωσε τη συσκευή και τους ζήτησε να φορέσουν τα ακουστικά. Γύρω τους, νέοι έκαναν ποδήλατο και skateboard, περπατούσαν και κινούνταν ακούγοντας μουσική. Αντί να εξηγήσει απλώς τι έκανε το προϊόν, η Sony έδειξε πώς μπορούσε να ενταχθεί στην καθημερινή ζωή.
Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε σπουδαία. Οι πρώτες 30.000 συσκευές που διατέθηκαν στην ιαπωνική αγορά εξαντλήθηκαν μέσα σε λίγους μήνες. Το προϊόν που αρκετοί δεν πίστευαν, είχε αρχίσει να δημιουργεί μια νέα καταναλωτική συνήθεια.
Όταν το κοινό επέλεξε το όνομα
Οι επιφυλάξεις για τη λέξη «Walkman» παρέμεναν ισχυρές στο διεθνές τμήμα της Sony. Έτσι, όταν η συσκευή κυκλοφόρησε στο εξωτερικό, χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά ονόματα ανά αγορά: Soundabout στις Ηνωμένες Πολιτείες, Stowaway στη Βρετανία και Freestyle στην Αυστραλία. Κανένα από αυτά, όμως, δεν απέκτησε τη δύναμη του «Walkman».
Οι ταξιδιώτες που επισκέπτονταν την Ιαπωνία αγόραζαν τη συσκευή και επέστρεφαν στις χώρες τους χρησιμοποιώντας το ιαπωνικό της όνομα. Η λέξη άρχισε να ταξιδεύει μαζί με το ίδιο το προϊόν, μέχρι που η Sony αντιλήφθηκε ότι το κοινό είχε ήδη κάνει την επιλογή του.
Το 1980, το «Walkman» υιοθετήθηκε σταδιακά ως το ενιαίο διεθνές όνομα της συσκευής.
Από τα καταστήματα στα λεξικά
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το Walkman εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο επιτυχημένα προϊόντα στην ιστορία της Sony. Εκατοντάδες μοντέλα κυκλοφόρησαν σε διαφορετικά μεγέθη, χρώματα και εκδοχές. Η ονομασία επεκτάθηκε αργότερα σε συσκευές CD, MiniDisc και ψηφιακά μουσικά players, ξεπερνώντας σταδιακά τα όρια του αρχικού κασετοφώνου.
Η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η λέξη «Walkman» άρχισε να χρησιμοποιείται καθημερινά ως γενικός όρος για τα φορητά μουσικά players. Το 1986 καταγράφηκε και στο λεξικό της Οξφόρδης, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αποτελούσε πλέον μόνο εμπορικό σήμα, αλλά μέρος της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας.
Η μουσική που χωρούσε σε μια τσέπη
Για μία ολόκληρη γενιά, το Walkman δεν ήταν απλώς μια συσκευή που έπαιζει μουσική. Ήταν η κασέτα που έμπαινε στην τσάντα πριν από κάθε έξοδο. Ήταν το κλικ του «play», τα ακουστικά με το λεπτό μεταλλικό στεφάνι και η ταινία που ξετυλιγόταν, για να τυλιχτεί ξανά με τη βοήθεια ενός μολυβιού.
Πάνω απ’ όλα όμως, ήταν η στιγμή κατά την οποία ο εξωτερικός κόσμος χαμήλωνε την έντασή του και έμενε μόνο η μουσική. Ήταν, με τον τρόπο του, το πρώτο μας ιδιωτικό σύμπαν.
Σήμερα, ένα παιδί μπορεί να επιλέξει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οποιοδήποτε τραγούδι θέλει ανάμεσα σε εκατομμύρια. Είναι δύσκολο να φανταστεί πόσο επαναστατική έμοιαζε κάποτε η δυνατότητα να κουβαλάς μαζί σου τη δική σου μουσική, αντί να περιορίζεσαι σε ό,τι μετέδιδε το ραδιόφωνο ή ακουγόταν σε έναν κοινόχρηστο χώρο.
Το Walkman δεν ήταν η πρώτη φορητή συσκευή ήχου. Ήταν, όμως, εκείνη που έκανε την προσωπική ακρόαση μαζική εμπειρία και άλλαξε τη σχέση του ανθρώπου με τη μουσική.
Το προσωπικό καταφύγιο
Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, ένα κορίτσι με ακουστικά στα αυτιά θα έτρεχε να ξεφύγει από έναν εφιάλτη, με ένα τραγούδι να της ανοίγει τον δρόμο της επιστροφής. Το «Stranger Things» έδωσε στο Walkman έναν νέο, απρόσμενο ρόλο.
Στην τέταρτη σεζόν της σειράς, που διαδραματίζεται το 1986, η Μαξ ακούει το αγαπημένο της τραγούδι στα ακουστικά της, ενώ προσπαθεί να ξεφύγει από τον κόσμο του Βέκνα. Η μουσική δεν είναι απλώς μια νοσταλγική αναφορά στην εποχή ούτε το Walkman ένα ακόμη αντικείμενο στο σκηνικό. Το τραγούδι γίνεται το νήμα που τη συνδέει με τις αναμνήσεις, τους φίλους της και όλα όσα την περιμένουν στην άλλη πλευρά.
Καθώς η Μαξ τρέχει προς την έξοδο, με τη μουσική να καλύπτει τον εφιάλτη γύρω της, το Walkman επιστρέφει στην ουσία εκείνου που εκπροσωπούσε από την πρώτη στιγμή: τη δυνατότητα να δημιουργείς έναν δικό σου, προσωπικό κόσμο, ακόμη κι όταν ο πραγματικός γίνεται αφόρητος. Για όσους μεγάλωσαν μαζί του, αυτή η αίσθηση ήταν γνώριμη.
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρώτη του κυκλοφορία, η συσκευή με το όνομα που η Sony φοβόταν ότι δεν θα λειτουργούσε διεθνώς εξακολουθεί να συμβολίζει αυτή την απόδραση.
Άλλωστε, το Walkman δεν ήταν ποτέ απλώς ένα κασετόφωνο. Ήταν ένα προσωπικό ταξίδι που ξεκινούσε με το πάτημα του «play».