THE BULLET POINT "PREVIEW"
Τα H, HB και B δεν είναι τυχαία γράμματα: δείχνουν πόσο σκληρός ή μαλακός είναι ο γραφίτης και καθορίζουν πόσο ανοιχτή, σκούρα ή απαλή θα είναι η γραφή.
Για καθημερινό γράψιμο, το HB παραμένει η πιο ασφαλής επιλογή, ενώ τα B και 2B δίνουν πιο μαλακή και πιο σκούρα γραμμή.
Ένα καλό μολύβι κρίνεται από τον γραφίτη, το ξύλο, το σχήμα, το πώς ξύνεται και κυρίως από το πόσο ξεκούραστα γράφει για ώρα.
Όλα όσα πρέπει να ξέρεις πριν διαλέξεις το μολύβι με το οποίο θα γράφεις
Το μολύβι είναι ίσως το πιο απλό εργαλείο γραφής που υπάρχει και ταυτόχρονα ένα από τα πιο παρεξηγημένα. Οι περισσότεροι το αντιμετωπίζουμε σαν ένα αντικείμενο που είτε γράφει είτε δεν γράφει καλά, όμως οι διαφορές ανάμεσα σε δύο μολύβια μπορεί να είναι τεράστιες. Η αίσθηση πάνω στο χαρτί, το πόσο εύκολα σπάει η μύτη, το πόσο σκούρα αφήνει τη γραμμή, το πόσο συχνά χρειάζεται ξύσιμο και το αν κουράζει το χέρι εξαρτώνται από πολύ περισσότερα πράγματα από το χρώμα του ξύλου ή το λογότυπο στο πλάι.
Στην πραγματικότητα, ακόμη και η «μύτη» του μολυβιού δεν είναι μολύβι: είναι κυρίως ένα μείγμα γραφίτη και αργίλου, και η αναλογία μεταξύ τους είναι αυτή που καθορίζει τη συμπεριφορά του. Περισσότερος άργιλος σημαίνει πιο σκληρό μολύβι, ενώ περισσότερος γραφίτης σημαίνει πιο μαλακή και πιο μαύρη γραμμή.
Αυτό εξηγεί και τα γράμματα που βλέπεις επάνω του. Το H προέρχεται από το hard και δηλώνει τα σκληρότερα μολύβια, τα οποία αφήνουν λεπτότερη και πιο ανοιχτή γραμμή. Το B από το black αφορά μαλακότερο γραφίτη, που γράφει πιο σκούρα και πιο γεμάτα, ενώ το HB βρίσκεται περίπου στη μέση και γι’ αυτό έχει επικρατήσει ως η πιο κλασική επιλογή για καθημερινή γραφή. Όσο ανεβαίνει ο αριθμός πριν από το H, τόσο σκληρότερο γίνεται το μολύβι, όσο ανεβαίνει πριν από το B, τόσο πιο μαλακό και πιο σκούρο. Η STAEDTLER -γερμανική εταιρεία ειδών γραφής και σχεδίου-, για παράδειγμα, διαθέτει σειρές με πολύ μεγάλο εύρος σκληρότητας, από πολύ σκληρά έως εξαιρετικά μαλακά B για σκίαση και σχέδιο.
Για κάποιον που θέλει απλώς να γράφει, δεν χρειάζεται τίποτε τόσο σύνθετο. Ένα HB είναι το σημείο εκκίνησης. Αν όμως σου αρέσει μια πιο μαλακή αίσθηση, με λιγότερη πίεση και πιο μαύρη γραφή, ένα B ή 2Bμπορεί να γίνει πολύ πιο ευχάριστο. Το μείον είναι ότι η μύτη φθείρεται γρηγορότερα και χρειάζεται πιο συχνά ξύσιμο. Αντίθετα, ένα H κρατά περισσότερο τη μύτη του αλλά μπορεί να φαίνεται πιο στεγνό και άκαμπτο στο καθημερινό γράψιμο. Γι’ αυτό και η επιλογή του σωστού μολυβιού δεν είναι θέμα «καλύτερου ή χειρότερου», αλλά περισσότερο θέμα του πώς γράφεις. Κάποιος που πιέζει πολύ το χέρι του ίσως προτιμήσει ένα πιο σκληρό μολύβι, ενώ κάποιος που γράφει χαλαρά και γρήγορα μπορεί να λατρέψει το B.
Η ποιότητα ενός μολυβιού φαίνεται πολύ συχνά όταν το ξύνεις. Ένα καλό ξύλο κόβεται καθαρά, δεν θρυμματίζεται και επιτρέπει στη μύτη να βγει ομοιόμορφα χωρίς να σπάει. Κέδρος, φλαμουριά και άλλα μαλακά ξύλα χρησιμοποιούνται ευρέως για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Η STAEDTLER αναφέρει ότι το κλασικό ξύλινο μολύβι έχει μήκος περίπου 175 χιλιοστά, ενώ οι πιο συνηθισμένες διατομές είναι στρογγυλή, εξαγωνική και τριγωνική. Η εξαγωνική μορφή επικράτησε και για έναν πολύ πρακτικό λόγο: δεν κυλά εύκολα από το γραφείο.
Η ίδια η ξύστρα έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο νομίζουμε. Μια κακή λεπίδα μπορεί να κάνει ακόμη και πολύ καλό μολύβι να μοιάζει προβληματικό, επειδή σπάει συνεχώς τον γραφίτη ή καταστρέφει το ξύλο. Αντίθετα, μια κοφτερή μεταλλική ξύστρα μπορεί να δώσει μακριά, καθαρή μύτη και να αλλάξει εντελώς την εμπειρία γραφής. Για κάποιον που γράφει πολύ, μια καλή ξύστρα είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με το ίδιο το μολύβι.
Γιατί κάποιοι πληρώνουν τόσο πολύ για ένα μολύβι;
Κάπου εδώ εμφανίζεται το Blackwing 602, ίσως το πιο διάσημο «cult» μολύβι του 20ού αιώνα. Το αρχικό Eberhard Faber Blackwing 602 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930 και έγινε γνωστό για τη μαλακή γραφή του και το χαρακτηριστικό αποσπώμενο ορθογώνιο σβηστήρι του. Πάνω στο σώμα του έφερε το slogan “half the pressure, twice the speed”, ενώ συνδέθηκε με δημιουργούς όπως ο Chuck Jones (1912–2002). Ο Jones ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς δημιουργούς animation του 20ού αιώνα και από τις βασικές μορφές πίσω από τα κλασικά Looney Tunes και Merrie Melodies της Warner Bros. Σκηνοθέτησε και διαμόρφωσε χαρακτήρες όπως ο Bugs Bunny, Daffy Duck, Wile E. Coyote και Road Runner, ενώ κέρδισε και Όσκαρ για τη δουλειά του στο animation.
Ο “μύθος” γύρω από Blackwing 602 άρχισε να δημιουργείται το 1998 όταν το μοντέλο σταμάτησε να παράγεται. Τα παλιά Blackwing άρχισαν να αποκτούν συλλεκτική αξία και κάποια έφτασαν να πωλούνται για δεκάδες δολάρια το ένα. Η μάρκα επανήλθε το 2010 και έκτοτε το Blackwing έγινε σχεδόν σύμβολο μιας μικρής αναγέννησης του καλού μολυβιού. Όχι ως πολυτελές αντικείμενο επίδειξης, αλλά ως εργαλείο που αγαπούν άνθρωποι που γράφουν, σχεδιάζουν ή δουλεύουν καθημερινά πάνω σε χαρτί.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να αγοράσεις Blackwing για να γράψεις καλά. Ένα Faber-Castell 9000, ένα Staedtler Mars Lumograph ή ακόμη και ένα απλό ποιοτικό HB μπορεί να είναι απολύτως αρκετό. Σημασία έχει να αρχίσεις να προσέχεις τις διαφορές: αν θέλεις μαλακότητα, σκούρα γραμμή και άνεση ή αν προτιμάς ακρίβεια, έλεγχο και μεγαλύτερη διάρκεια της μύτης. Γιατί το σωστό μολύβι είναι εκείνο που μετά από δύο σελίδες δεν σκέφτεσαι πια ότι κρατάς μολύβι.
Υπάρχει και το μηχανικό
Το μηχανικό μολύβι λειτουργεί με λεπτές ανταλλακτικές μύτες γραφίτη, συνήθως 0,5 ή 0,7 χιλιοστών, που προωθούνται σταδιακά με έναν μικρό μηχανισμό. Το βασικό του πλεονέκτημα είναι η συνέπεια: δεν χρειάζεται ξύσιμο και η γραμμή παραμένει σχεδόν πάντα στο ίδιο πάχος. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται πολύ σε τεχνικό σχέδιο, αρχιτεκτονική, μαθηματικά και καθημερινές σημειώσεις, όπου η ακρίβεια και η καθαρότητα έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη μεταβολή της γραμμής.
Υπάρχουν όμως αρκετές διαφορές ανάμεσα στα μοντέλα. Το 0,5 mm δίνει λεπτότερη και πιο ακριβή γραφή, ενώ το 0,7 mm είναι πιο ανθεκτικό και συγχωρεί περισσότερο την πίεση του χεριού. Υπάρχουν επίσης ακόμη λεπτότερα, όπως 0,3 mm, αλλά και παχύτερα, όπως 0,9 mm, ανάλογα με τη χρήση. Όπως και στα ξύλινα μολύβια, οι μύτες διατίθενται σε διαφορετικές σκληρότητες — HB, B, 2B κ.ά. — οπότε μπορείς να προσαρμόσεις αρκετά την αίσθηση της γραφής.
Το καλό μηχανικό μολύβι κρίνεται επίσης από την ισορροπία στο χέρι, το grip και τον μηχανισμό προώθησης της μύτης. Υπάρχουν μοντέλα που έχουν σχεδιαστεί ώστε να μειώνουν το σπάσιμο του γραφίτη ή να περιστρέφουν ελαφρά τη μύτη όσο γράφεις, ώστε να παραμένει πιο ομοιόμορφη. Για κάποιον που γράφει πολλές ώρες, αυτά τα μικρά στοιχεία μπορούν να κάνουν αισθητή διαφορά.
Σε σχέση με το ξύλινο μολύβι, είναι πιο πρακτικό και πιο σταθερό. Χάνει όμως κάτι από την αίσθηση της μεταβολής: στο ξύλινο μολύβι η μύτη αλλάζει καθώς γράφεις, γίνεται πιο πλατιά και επηρεάζει τη γραμμή. Το μηχανικό παραμένει σχεδόν ίδιο από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη. Γι’ αυτό δεν υπάρχει πραγματικός νικητής· είναι δύο διαφορετικά εργαλεία για δύο διαφορετικούς τρόπους γραφής.
Αν θα υπήρχε μία πρακτική συμβουλή πριν αγοράσεις, είναι αυτή: πάρε τρία διαφορετικά μολύβια -HB, B και 2B- και γράψε από μία σελίδα με το καθένα. Μέσα σε δέκα λεπτά θα καταλάβεις περισσότερα για το τι σου ταιριάζει απ’ όσα θα μάθεις διαβάζοντας δεκάδες reviews.
Το μολύβι είναι τόσο προσωπικό εργαλείο όσο και η πένα. Η διαφορά είναι ότι κοστίζει τόσο λίγο ώστε μπορείς πραγματικά να δοκιμάσεις.
GOOD TO KNOW
Το μολύβι κάθε άλλο παρά εξαφανίστηκε στην ψηφιακή εποχή. Η Faber-Castell, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής ξύλινων μολυβιών στον κόσμο, έχει παγκόσμια παραγωγική δυναμικότητα άνω των 2 δισεκατομμυρίων μολυβιών τον χρόνο — μόνο μία εταιρεία.
Και ίσως αυτό να εξηγείται από κάτι πολύ απλό: το μολύβι παραμένει ένα από τα ελάχιστα εργαλεία γραφής που επιτρέπουν το λάθος χωρίς συνέπειες. Γράφεις, σβήνεις, διορθώνεις και ξαναγράφεις χωρίς να χρειάζεται να ξεκινήσεις από την αρχή. Σε αντίθεση με την οριστικότητα του μελανιού, το μολύβι ενσωματώνει τη διόρθωση μέσα στην ίδια τη διαδικασία της γραφής — και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο διαχρονικά του πλεονεκτήματα.