7 MIN READ

Ο καταναλωτής που έμαθε να χρειάζεται λιγότερα

Ο καταναλωτής που έμαθε να χρειάζεται λιγότερα

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Ο αναγκαστικός περιορισμός μπορεί να γίνει μόνιμο κριτήριο επιλογής. Η οικονομική πίεση μπορεί να περάσει χωρίς ο καταναλωτής να επιστρέψει πλήρως στις παλιές του συνήθειες.

Η κατανάλωση δεν τελειώνει. Γίνεται πιο επιλεκτική και λιγότερο πιστή. Στην Ελλάδα, μόλις το 15% των καταναλωτών ψωνίζει αποκλειστικά από μία αλυσίδα σούπερ μάρκετ, ενώ το 73% επισκέπτεται δύο ή τρεις.

Τα brands δεν ανταγωνίζονται μόνο το ένα το άλλο. Ανταγωνίζονται τη μη αγορά. Το κρίσιμο στοίχημα δεν είναι μόνο το μερίδιο αγοράς, αλλά το «μερίδιο αναγκαιότητας».

Η ακρίβεια τον ανάγκασε να κόψει. Το πραγματικό πρόβλημα για τις επιχειρήσεις αρχίζει αν, όταν ανακάμψει το εισόδημα, δεν επιστρέψουν και οι παλιές ανάγκες.

Σε ένα εστιατόριο του Παρισιού, ένας πελάτης μοιράστηκε μια μπριζόλα με τον άνθρωπο που τον συνόδευε. Άλλοι άρχισαν να μοιράζονται τα ορεκτικά, να παραλείπουν το κρασί του μεσημεριού ή να παραγγέλνουν μόνο κυρίως πιάτο, όπως περιέγραψε στο Reuters ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, David Zenouda. Οι πελάτες δεν σταμάτησαν να έρχονται. Απλώς περιόρισαν όσα παραγγέλνουν.

Η σκηνή είναι μία ακόμη εικόνα ακρίβειας. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, αρχίζει ένα βήμα μετά: τι συμβαίνει όταν αυτό που ξεκίνησε ως αναγκαστικός περιορισμός μετατρέπεται σταδιακά σε συνειδητή επιλογή; Όταν το «δεν μπορώ» αρχίζει να γίνεται «δεν χρειάζομαι»; Αυτή η μικρή διαφορά στη διατύπωση είναι όλη η ιστορία.

Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ

Όλα ξεκινούν από κάτι απλό: τα ίδια χρήματα φτάνουν για λιγότερα. Χρόνια ακρίβειας, ακριβότερη ενέργεια, αυξημένο στεγαστικό κόστος και οικονομική αβεβαιότητα αναγκάζουν τον άνθρωπο να διαλέξει. Κόβει κάτι που θα ήθελε, αναβάλλει μια αγορά, αντικαθιστά ένα προϊόν με ένα φθηνότερο ή κρατά περισσότερο αυτό που παλαιότερα θα είχε αντικαταστήσει.

Αυτό είναι το «λιγότερο» της ανάγκης. Δεν υπάρχει τίποτα ρομαντικό στη στέρηση. Η οικονομική πίεση δεν είναι μινιμαλισμός, ούτε η αδυναμία αγοράς αποτελεί από μόνη της στάση ζωής. Είναι περιορισμός. Το γνωρίζουμε καλά και στην Ελλάδα, όπου μια ολόκληρη δεκαετία κρίσης ανάγκασε εκατομμύρια ανθρώπους να επανεξετάσουν αγορές, συνήθειες και ανάγκες που μέχρι τότε θεωρούσαν δεδομένες. Οι περιορισμοί, όμως, όταν διαρκούν, μπορούν να εκπαιδεύσουν τη συμπεριφορά.

Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ

Ο άνθρωπος που αναγκάζεται να κόψει αρχίζει κάποια στιγμή να σκέφτεται γιατί αγόραζε. Και ανακαλύπτει ότι ορισμένα από όσα άφησε δεν του λείπουν: το τρίτο ρούχο, η συσκευή με την ελάχιστη αναβάθμιση, η συνδρομή που είχε ξεχάσει, η αγορά που έκανε μόνο επειδή βρισκόταν σε προσφορά, το προϊόν που έβαζε στο καλάθι από συνήθεια.

Εκεί το «δεν μπορώ» μπορεί να αρχίσει να γίνεται «δεν θέλω». Ο περιορισμός γίνεται κριτήριο και το κριτήριο γίνεται άποψη. Δεν συμβαίνει σε όλους ούτε με τον ίδιο τρόπο σε κάθε εισοδηματική ομάδα. Ο καταναλωτής μπορεί να αγοράζει λιγότερα ρούχα, αλλά να επιλέγει προσεκτικότερα εκείνο που θα κρατήσει. Να ακυρώνει δύο συνδρομές, αλλά να ταξιδεύει περισσότερο. Να απορρίπτει πέντε αδιαφοροποίητα προϊόντα και να διατηρεί μία μικρή πολυτέλεια που πραγματικά εκτιμά.

Το πρόβλημα για τις επιχειρήσεις δεν είναι μόνο ότι ο καταναλωτής έχει λιγότερα χρήματα. Είναι ότι, μέσα από την ανάγκη, έμαθε να χρειάζεται λιγότερα πράγματα.

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Υπάρχει, βέβαια, μια εύλογη αντίρρηση. Και την είπε πρώτος ο Αίσωπος. Η αλεπού που δεν έφτανε τα σταφύλια αποφάσισε ότι ήταν άγουρα. Μήπως το ίδιο κάνει και ο σημερινός καταναλωτής; Μήπως η «συνειδητή επιλογή» είναι απλώς ένας αξιοπρεπής τρόπος να συμβιβαστεί με όσα δεν μπορεί να αποκτήσει; Μήπως βαφτίζει στάση ζωής αυτό που στην πραγματικότητα είναι οικονομική αδυναμία;

Η τίμια απάντηση είναι: ναι, συχνά έτσι ξεκινά. Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι τελειώνει έτσι. Η αναγκαστική επιλογή, όταν επαναλαμβάνεται, γίνεται συνήθεια. Η συνήθεια, όταν διαρκεί, αλλάζει τις προσδοκίες. Και οι νέες προσδοκίες μπορούν να μεταβάλουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αξία.

Οι οικονομολόγοι Ulrike Malmendier και Stefan Nagel έχουν δείξει ότι οι μακροοικονομικές εμπειρίες μπορούν να αφήνουν αποτύπωμα στη στάση απέναντι στο χρηματοοικονομικό ρίσκο ακόμη και δεκαετίες αργότερα. Η έρευνά τους αφορά επενδύσεις, όχι αγορές προϊόντων, αλλά φωτίζει έναν χρήσιμο μηχανισμό: οι οικονομικές συνθήκες αλλάζουν, ενώ οι συμπεριφορές που δημιούργησαν μπορεί να παραμείνουν.

Τι θα συμβεί, λοιπόν, αν ανακάμψει το εισόδημα, αλλά δεν επιστρέψει η παλιά επιθυμία;

ΟΧΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ. ΠΙΟ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ο νέος καταναλωτής δεν είναι απαραίτητα εκείνος που σταμάτησε να αγοράζει. Είναι εκείνος που απαιτεί ισχυρότερο λόγο για να αγοράσει. Συγκρίνει περισσότερο, αντικαθιστά ευκολότερα και περιμένει πριν αποφασίσει. Αμφισβητεί όχι μόνο την τιμή, αλλά και την ίδια την αναγκαιότητα μιας κατηγορίας.

Η ευρωπαϊκή έρευνα της McKinsey δείχνει ότι λιγότεροι καταναλωτές αναζητούν πλέον ενεργά τρόπους εξοικονόμησης σε σχέση με την κορύφωση της ακρίβειας: το ποσοστό μειώθηκε από 55% το 2023 σε 46% το 2026. Η μεταβολή, όμως, δεν είναι ομοιόμορφη. Τα χαμηλότερα εισοδήματα παραμένουν περισσότερο προσανατολισμένα στην τιμή, ενώ τα μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα εμφανίζουν μεγαλύτερη διάθεση για ακριβότερες και ποιοτικότερες επιλογές.

Αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στο παλιό «περισσότερο». Δείχνει μια πιο πολωμένη αγορά: ένα μέρος των καταναλωτών εξακολουθεί να πιέζεται έντονα, ενώ ένα άλλο επιστρέφει στην κατανάλωση επιλέγοντας αυστηρότερα πού αξίζει να ξοδέψει. Δεν εγκαταλείπει αναγκαστικά την ποιότητα, αλλά μπορεί να εγκαταλείψει την αδιαφοροποίητη ποσότητα. Δεν απορρίπτει όλες τις μάρκες. Απορρίπτει όσες δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί αξίζουν τη θέση τους.

Στην Ελλάδα, η επιλεκτικότητα αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην υποχώρηση της αποκλειστικότητας προς μία συγκεκριμένη αλυσίδα. Σύμφωνα με ανάλυση της McKinsey για την ελληνική αγορά, μόλις το 15% των καταναλωτών ψωνίζει αποκλειστικά από μία αλυσίδα σούπερ μάρκετ, ενώ το 73% επισκέπτεται δύο ή τρεις διαφορετικές αλυσίδες. Η σύγκριση και η μετακίνηση δεν αποτελούν πλέον εξαίρεση ή περιστασιακή συμπεριφορά. Έχουν γίνει μέρος της κανονικής αγοραστικής διαδικασίας.

Ο καταναλωτής δεν ανήκει αυτονόητα σε κανέναν. Η πίστη του πρέπει να κερδίζεται ξανά σε κάθε αγορά.

Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ BRAND

Για χρόνια, οι επιχειρήσεις παρακολουθούσαν κυρίως τον ανταγωνιστή απέναντι. Η Coca-Cola την Pepsi. Η Nike την Adidas. Η μία πλατφόρμα streaming την άλλη.

Ίσως, όμως, ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής ενός brand να μην είναι πλέον το αντίπαλο brand. Μπορεί να είναι η απάντηση: «Κανένα από τα δύο».

Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο ζευγάρι αθλητικών παπουτσιών θα αγοράσει ο καταναλωτής. Είναι αν χρειάζεται άλλο ένα ζευγάρι. Δεν είναι μόνο ποια συνδρομητική πλατφόρμα θα επιλέξει. Είναι αν χρειάζεται τέσσερις ταυτόχρονα. Δεν είναι μόνο ποιο smartphone θα προτιμήσει. Είναι αν η επόμενη αναβάθμιση αλλάζει αρκετά την καθημερινότητά του ώστε να δικαιολογεί την αγορά.

Το brand δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο μια διαφορετική επιλογή. Ανταγωνίζεται την αναβολή, την επισκευή, τη μεταπώληση και τη συνέχιση της χρήσης αυτού που ήδη υπάρχει. Ανταγωνίζεται τη μη αγορά. Και τελικά, ανταγωνίζεται την ανακάλυψη ότι ο καταναλωτής μπορεί να ζήσει χωρίς ολόκληρη την κατηγορία.

ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΑΓΟΡΑΣ ΣΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑΣ

Το παραδοσιακό marketing ενδιαφέρεται για το μερίδιο αγοράς και το μερίδιο του πορτοφολιού. Το νέο πεδίο ανταγωνισμού μπορεί να είναι κάτι βαθύτερο: το μερίδιο αναγκαιότητας. Πόσο σημαντική θεωρεί ο πελάτης τη θέση σου στη ζωή του; Πόσο εύκολα μπορεί να αφαιρέσει το προϊόν από το καλάθι του; Τι πραγματικά θα χάσει αν σταματήσει να σε αγοράζει;

Για δεκαετίες, το marketing ρωτούσε: «Πώς θα μπω περισσότερο στη ζωή του καταναλωτή;» Ο επιλεκτικότερος καταναλωτής αντιστρέφει το ερώτημα: «Γιατί να σε αφήσω να μείνεις;»

Η προσφορά μπορεί να κερδίσει μία συναλλαγή, αλλά δεν εξασφαλίζει αναγκαιότητα. Η διαφήμιση μπορεί να δημιουργήσει προσοχή, αλλά δεν εγγυάται ότι το προϊόν θα επιβιώσει στην επόμενη εκκαθάριση του καταναλωτή. Η πίστη δεν κερδίζεται πλέον μόνο απέναντι στον ανταγωνιστή. Κερδίζεται απέναντι στην πιθανότητα ο καταναλωτής να αποφασίσει ότι δεν χρειάζεται κανέναν από τους δύο.

Η ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ

Τον Σεπτέμβριο του 2026, η L’Oréal ξεπέρασε χρηματιστηριακά τη LVMH και έγινε η πολυτιμότερη εισηγμένη εταιρεία της Γαλλίας. Αναλυτές συνέδεσαν την εξέλιξη και με το γνωστό «lipstick effect»: όταν οι μεγάλες πολυτέλειες γίνονται λιγότερο προσιτές, οι μικρότερες απολαύσεις αντέχουν ευκολότερα.

Δεν είναι απόδειξη της συνολικής θεωρίας. Είναι, όμως, ένα ενδιαφέρον σύμβολό της: το κραγιόν αντί για την τσάντα. Όχι το τέλος της επιθυμίας, αλλά η συγκέντρωσή της σε λιγότερα πράγματα.

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ «ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΑΛΛΑ ΑΚΡΙΒΟΤΕΡΑ»

Υπάρχει και ένας κίνδυνος για τις επιχειρήσεις: να προσπαθήσουν να πουλήσουν πίσω στον καταναλωτή το «λιγότερο» ως μία ακόμη ακριβή μόδα. Το λιτό ρούχο που κοστίζει περισσότερο. Το minimal αντικείμενο που μετατρέπεται σε σύμβολο status. Το «λιγότερα αλλά καλύτερα» που τελικά σημαίνει «λιγότερα αλλά ακριβότερα».

Το «λιγότερο» που γεννήθηκε μέσα από την οικονομική πίεση δεν είναι πρωτίστως αισθητική. Είναι μηχανισμός επιλογής. Δεν έχει αξία επειδή φαίνεται λιτό, αλλά επειδή αφαιρεί κάτι που δεν ήταν αρκετά σημαντικό. Αν οι επιχειρήσεις μετατρέψουν την εγκράτεια σε ακόμη ένα premium προϊόν, κινδυνεύουν να δημιουργήσουν άλλη μία ανάγκη εκεί όπου ο καταναλωτής είχε μόλις μάθει να ζει χωρίς αυτήν.

Ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ

Ο πελάτης είναι ακόμη εκεί. Μπαίνει στα καταστήματα, απολαμβάνει, επιβραβεύει brands και ξοδεύει όταν πιστεύει ότι κάτι αξίζει. Έχει όμως πάψει να θεωρεί αυτονόητο ότι κάθε προϊόν, κάθε μάρκα και κάθε συνήθεια δικαιούται να παραμείνει στη ζωή του.

Η οικονομική πίεση μπορεί κάποτε να υποχωρήσει. Το πρόβλημα για τις επιχειρήσεις είναι ότι ο καταναλωτής μπορεί να μη γυρίσει ποτέ ακριβώς εκεί όπου ήταν. Όχι επειδή σταμάτησε να θέλει, αλλά επειδή έμαθε να επιλέγει.Και στο μεταξύ ανακάλυψε κάτι επικίνδυνο για κάθε brand: Πόσο εύκολα μπορεί να ζήσει χωρίς εσένα.

GOOD TO KNOW

Στα τέλη της δεκαετίας του 1760, ο Γάλλος φιλόσοφος Ντενί Ντιντερό έγραψε το δοκίμιο «Λύπη για την παλιά μου ρόμπα», με αφορμή μια καινούργια, πολυτελή ρόμπα που του είχαν χαρίσει. Η νέα ρόμπα έκανε τα υπόλοιπα αντικείμενα του χώρου του να φαίνονται φτωχικά και αταίριαστα. Άρχισε σταδιακά να αντικαθιστά έπιπλα και άλλα αντικείμενα, μέχρι που βρέθηκε σε έναν σχεδόν εντελώς αλλαγμένο χώρο, νοσταλγώντας την παλιά του ρόμπα.

Η τάση μιας νέας απόκτησης να προκαλεί αλυσίδα πρόσθετης κατανάλωσης έγινε αργότερα γνωστή ως «φαινόμενο Ντιντερό». Ο όρος αποδίδεται στον ανθρωπολόγο και μελετητή της κατανάλωσης Grant McCracken, ο οποίος τον χρησιμοποίησε το 1986. Το φαινόμενο περιγράφει μια αλυσίδα στην οποία μία αγορά κάνει την επόμενη να φαίνεται απαραίτητη.Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό «λιγότερο» να μην αρχίζει όταν αρνείσαι τη δεύτερη αγορά.

Αρχίζει όταν δεν κάνεις την πρώτη.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.