9 MIN READ

Όταν το «το θέλουν όλοι» γίνεται «το έχουν όλοι»

Όταν το «το θέλουν όλοι» γίνεται «το έχουν όλοι»

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Η αναγνωρισιμότητα και η επιθυμία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η Lululemon εξακολουθούσε να κατέχει τον Αύγουστο το 43,9% της αγοράς athleisure που παρακολουθεί η M Science, αλλά είχε χάσει δέκα ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο. Τα έσοδά της στη Βόρεια Αμερική μειώθηκαν κατά 8% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026.

Όταν μια μάρκα ταυτίζεται απόλυτα με μία εικόνα, η ανανέωση γίνεται δυσκολότερη όταν αλλάζει η αγορά. Η πτώση της Gucci περιορίστηκε στο 2% σε συγκρίσιμη βάση στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, αλλά ήταν το δωδέκατο συνεχόμενο τρίμηνο υποχώρησης. Η επιστροφή σε διατηρήσιμη ανάπτυξη δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

Η επιστροφή είναι δυνατή, αλλά απαιτεί περισσότερο από επικοινωνία. Το οικονομικό έτος 2026, τα έσοδα της Coach αυξήθηκαν κατά 24%, στα 6,91 δισ. δολάρια. Η μάρκα δεν προσπάθησε απλώς να γίνει ξανά πιο ορατή. Έδωσε στον καταναλωτή νέο λόγο να τη θέλει.

Η μεγάλη επιτυχία μιας μάρκας φέρνει αναγνωρισιμότητα. Δεν φέρνει πάντα και επιθυμία. Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή μιας μάρκας όπου η ίδια της η επιτυχία αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη. Στην αρχή είναι καινούργια, αναγνωρίσιμη και αρκετά σπάνια ώστε να δημιουργεί επιθυμία. Μετά μεγαλώνει. Ανοίγει περισσότερα καταστήματα, εμφανίζεται σε περισσότερες οθόνες, απλώνεται σε περισσότερα ράφια και φτάνει σε περισσότερους καταναλωτές.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται το παράδοξο. Όσο περισσότεροι μπορούν να την αποκτήσουν, τόσο λιγότερο ξεχωριστή μπορεί να μοιάζει.

Η ανάπτυξη αυξάνει τις πωλήσεις, το μερίδιο αγοράς και την αναγνωρισιμότητα. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να διαβρώνει κάτι που δεν εμφανίζεται αμέσως στους ισολογισμούς: την αίσθηση ότι το προϊόν παραμένει ιδιαίτερο.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑ

Η καναδική Lululemon είναι σήμερα ένα από τα καθαρότερα παραδείγματα αυτής της διάκρισης. Για χρόνια μετέτρεψε την premium αθλητική ένδυση σε καθημερινή στολή. Δεν πούλησε μόνο κολάν. Πούλησε έναν τρόπο ζωής τον οποίο εκατομμύρια καταναλωτές μπορούσαν να αναγνωρίσουν με την πρώτη ματιά.

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, όμως, τα έσοδά της στη Βόρεια Αμερική μειώθηκαν κατά 8%, ενώ οι συγκρίσιμες πωλήσεις στην περιοχή υποχώρησαν κατά 12%. Οι πωλήσεις των κολάν, του προϊόντος που ταυτίστηκε περισσότερο από κάθε άλλο με τη μάρκα, μειώθηκαν περίπου κατά 20%.

Η εταιρεία, ωστόσο, δεν έχει χάσει την αναγνωρισιμότητα ή την κλίμακά της. Σύμφωνα με στοιχεία της M Science που επικαλέστηκε το Reuters, τον Αύγουστο εξακολουθούσε να κατέχει το 43,9% της αγοράς athleisure που παρακολουθεί η εταιρεία ερευνών. Το ποσοστό αυτό ήταν μειωμένο κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ η Alo Yoga είχε κερδίσει 5,9 μονάδες και η Vuori 2,2.

Αυτό είναι το νόημα. Μια μάρκα που εξακολουθεί να ελέγχει σχεδόν τη μισή αγορά δεν έχει πρόβλημα αναγνωρισιμότητας. Έχει πρόβλημα ανανέωσης της επιθυμίας γύρω από τα βασικά προϊόντα της. Και αυτό λύνεται πολύ δυσκολότερα από ένα πρόβλημα προβολής.

Η ίδια η εταιρεία έδωσε μια εξήγηση που αξίζει προσοχή. Η οικονομική διευθύντρια Meghan Frank ανέφερε ότι η μετακίνηση της ζήτησης από τα στενά προς τα πιο φαρδιά ρούχα επηρέασε αρνητικά τα κολάν. Παράλληλα, η εταιρεία αναφέρθηκε σε χαμηλότερη από την αναμενόμενη ανταπόκριση σε ορισμένα νέα προϊόντα.

Η κάμψη, επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην υπερέκθεση. Η αλλαγή της μόδας, η αδυναμία επαρκούς ανανέωσης του προϊόντος, η οικονομική πίεση και η ενίσχυση των ανταγωνιστών αποτελούν επίσης μέρος της εικόνας.

Το βαθύτερο μάθημα παραμένει. Όταν μια μάρκα ταυτίζεται απόλυτα με ένα συγκεκριμένο προϊόν ή μια συγκεκριμένη εικόνα, η ίδια η ταύτιση μπορεί να γίνει βάρος τη στιγμή που η αγορά μετακινείται. Το πλεονέκτημα και η παγίδα μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.

ΟΤΑΝ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΑΡΟΣ

Η Gucci έζησε μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου φαινομένου. Στα χρόνια της μεγάλης ανόδου της, με δημιουργικό διευθυντή τον Alessandro Michele, ο οίκος έχτισε μια εξαιρετικά αναγνωρίσιμη εικόνα: μεγάλα λογότυπα, έντονα μοτίβα, πληθωρικά σχέδια και εμφανείς αναφορές στο παρελθόν. Ο πελάτης δεν αγόραζε απλώς ένα ακριβό προϊόν. Αγόραζε κάτι που αναγνωριζόταν αμέσως ως Gucci.

Αυτή η σαφήνεια υπήρξε τεράστιο πλεονέκτημα. Όταν όμως μια αισθητική κυριαρχεί για πολλά χρόνια, κινδυνεύει να χάσει τη φρεσκάδα της. Παράλληλα, ένα μέρος της αγοράς πολυτελείας στράφηκε σε πιο διακριτικές εκφράσεις κοινωνικής θέσης, με ουδέτερα χρώματα, καθαρές γραμμές και προϊόντα που δεν ανακοινώνουν από απόσταση ποιος τα κατασκεύασε.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολύ εμφανής αισθητική της Gucci άρχισε να μοιάζει λιγότερο σύγχρονη. Τα έσοδα του οίκου διαμορφώθηκαν το 2025 στα 5,99 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 22% σε δημοσιευμένη βάση και κατά 19% σε συγκρίσιμη βάση.

Η αισθητική κόπωση, όμως, δεν αποτελεί τη μοναδική εξήγηση για την υποχώρηση της Gucci. Στην πορεία της μάρκας έχουν επίσης επιδράσει οι αυξήσεις τιμών, οι διαδοχικές αλλαγές δημιουργικής κατεύθυνσης και η ευρύτερη επιβράδυνση της αγοράς πολυτελείας. Το παράδειγμα δεν αποδεικνύει ότι η αναγνωρισιμότητα καταστρέφει αυτομάτως την επιθυμία. Δείχνει πόσο δύσκολο γίνεται για μια εξαιρετικά αναγνωρίσιμη αισθητική να ανανεωθεί όταν μετακινείται η αγορά.

Η Kering έχει προχωρήσει σε αλλαγές στη διοίκηση και στη δημιουργική κατεύθυνση, με τον Demna να αναλαμβάνει τη Gucci. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 εμφανίστηκαν οι πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης: τα έσοδα διαμορφώθηκαν σε 1,41 δισ. ευρώ και η πτώση περιορίστηκε στο 2% σε συγκρίσιμη βάση, από 8% στο πρώτο τρίμηνο. Στο σύνολο του εξαμήνου, η υποχώρηση διαμορφώθηκε στο 5% σε συγκρίσιμη βάση. Ήταν, ωστόσο, το δωδέκατο συνεχόμενο τρίμηνο πτώσης για τον οίκο. Η επιστροφή σε διατηρήσιμη ανάπτυξη δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

Το παράδειγμα της Gucci δείχνει πόσο δύσκολη είναι η μετάβαση όταν το ίδιο πράγμα που έκανε μια μάρκα διάσημη αρχίζει να περιορίζει το επόμενο κεφάλαιό της. Δεν αρκεί να αλλάξεις αισθητική. Πρέπει να μετακινήσεις τη μάρκα χωρίς να διαγράψεις αυτό που την έκανε αναγνωρίσιμη.

Η ΚΟΠΩΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΙΜΗ

Η φθορά της επιθυμίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια μάρκα δεν μπορεί να επιστρέψει. Η Coach αποτελεί ένα χαρακτηριστικό αντίθετο παράδειγμα. Αφού πέρασε μια περίοδο κατά την οποία είχε χάσει μέρος της πολιτισμικής της βαρύτητας, επανήλθε μέσα από πιο εστιασμένο προϊόν, ανανεωμένο design και ισχυρότερη σύνδεση με νεότερους καταναλωτές.

Τσάντες όπως οι Tabby, Brooklyn και Rogue απέκτησαν κεντρικό ρόλο στην επανατοποθέτηση της μάρκας. Το οικονομικό έτος 2026, τα έσοδα της Coach αυξήθηκαν κατά 24%, στα 6,91 δισ. δολάρια. Την ίδια περίοδο, η μητρική Tapestry απέκτησε περίπου 11 εκατ. νέους καταναλωτές παγκοσμίως, με περίπου το 35% να προέρχεται από τη Gen Z.

Η επιστροφή δεν προήλθε από μια γενική προσπάθεια να γίνει η μάρκα απλώς πιο ορατή. Προήλθε από πιο καθαρή επιλογή κοινού, προϊόντων και πολιτισμικής θέσης. Η Coach δεν προσπάθησε να ξαναγίνει ακριβώς αυτό που ήταν. Βρήκε έναν νέο λόγο για τον οποίο άξιζε να τη θέλει κάποιος σήμερα.

Αυτό είναι το δύσκολο μέρος κάθε ανάκαμψης. Μπορείς να κλείσεις καταστήματα, να περιορίσεις τις προσφορές, να αλλάξεις δημιουργικό διευθυντή ή να επανασχεδιάσεις την επικοινωνία. Δεν υπάρχει όμως διακόπτης που να επαναφέρει την επιθυμία.

Μια μάρκα μπορεί να χάσει τη φρεσκάδα της πολύ πριν το πρόβλημα φανεί καθαρά στις πωλήσεις. Μπορεί να παραμένει μεγάλη, γνωστή και κερδοφόρα, ενώ οι καταναλωτές που εντοπίζουν πρώτοι το επόμενο κύμα έχουν ήδη αρχίσει να κοιτούν αλλού.

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η επιχειρηματική λογική λέει ότι ανάπτυξη σημαίνει περισσότερα: περισσότερα προϊόντα, περισσότερα καταστήματα, μεγαλύτερη διανομή, μεγαλύτερο μερίδιο. Οι μεγάλες καταναλωτικές μάρκες δείχνουν όμως ότι κάποια στιγμή η διοίκηση πρέπει να μάθει και πότε να λέει όχι.

Το ότι μπορείς να πουλήσεις περισσότερο δεν σημαίνει πάντα ότι πρέπει να βρίσκεσαι παντού. Η βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση των πωλήσεων μπορεί να συγκρουστεί με τη μακροπρόθεσμη διατήρηση της επιθυμίας. Κάθε επιπλέον σημείο πώλησης αυξάνει την πρόσβαση, αλλά μπορεί επίσης να μειώνει την αίσθηση ανακάλυψης. Κάθε νέα κατηγορία αυξάνει τις πιθανές πωλήσεις, αλλά μπορεί να θολώνει τον λόγο για τον οποίο η μάρκα έγινε σημαντική.

Οι συνεχείς εκπτώσεις δημιουργούν ένα ακόμη πιο άμεσο πρόβλημα. Όταν η προσφορά γίνεται μόνιμη, ο καταναλωτής δεν βλέπει πλέον την έκπτωση ως ευκαιρία. Τη θεωρεί την πραγματική τιμή. Η πλήρης τιμή μετατρέπεται τότε σε κάτι που πληρώνει μόνο όποιος δεν περίμενε αρκετά.

Η ανάπτυξη, επομένως, δεν είναι μόνο ζήτημα μεγέθους. Είναι και ζήτημα πειθαρχίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο γρήγορα μπορεί να απλωθεί μια μάρκα, αλλά πόσο μπορεί να απλωθεί χωρίς να γίνει αδιάφορη.

Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΔΙΑΡΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Η Stanley δείχνει έναν τρίτο δρόμο. Η μάρκα ιδρύθηκε το 1913 και για δεκαετίες ήταν ταυτισμένη με ανθεκτικά θερμός για εργαζομένους και ανθρώπους της υπαίθρου. Το Quencher, ένα προϊόν που αρχικά δεν είχε ιδιαίτερη εμπορική απήχηση, της έδωσε ουσιαστικά μια δεύτερη ζωή, φέρνοντάς τη σε νέο κοινό και μετατρέποντας ένα χρηστικό αντικείμενο σε lifestyle προϊόν.

Σύμφωνα με στοιχεία που είχε δημοσιεύσει το CNBC, οι ετήσιες πωλήσεις της εταιρείας προβλεπόταν να ξεπεράσουν τα 750 εκατ. δολάρια το 2023, από περίπου 70 εκατ. δολάρια λίγα χρόνια νωρίτερα. Δεν εντοπίσαμε νεότερο επίσημο δημοσιευμένο μέγεθος για τις πωλήσεις της ιδιωτικής εταιρείας.

Η διαρκής κυκλοφορία νέων χρωμάτων και εκδοχών βοήθησε το ίδιο βασικό προϊόν να μοιάζει κάθε φορά λίγο διαφορετικό. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η διαρκής ανανέωση πριν μετατραπεί και η ίδια σε συνήθεια;

Όταν ένα προϊόν βρίσκεται παντού, κάθε επόμενη περιορισμένη σειρά πρέπει να δουλέψει σκληρότερα για να δημιουργήσει την αίσθηση ότι είναι πραγματικά ξεχωριστή. Η Stanley δεν αποτελεί ακόμη απόδειξη κόπωσης της μάρκας. Αποτελεί, όμως, ένα πολύτιμο πείραμα σε πραγματικό χρόνο: πόσο μπορεί ένα μαζικά επιτυχημένο προϊόν να ανανεώνει την επιθυμία χωρίς να αλλάζει τη βασική του υπόσχεση;

ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Στην ελληνική αγορά, το όριο ανάμεσα στην αναγνωρισιμότητα και στην υπερέκθεση μπορεί να εμφανιστεί γρηγορότερα. Η αγορά είναι μικρότερη και μια μάρκα που αυξάνει με μεγάλη ταχύτητα το δίκτυό της ή απλώνει τη διανομή της παντού μπορεί να φτάσει πιο σύντομα στο σημείο όπου παύει να είναι εύρημα και γίνεται δεδομένο.

Το ίδιο ισχύει για τις προσφορές. Σε μια αγορά που έχει εκπαιδευτεί να περιμένει εκπτώσεις, η μόνιμη προσφορά δεν μειώνει απλώς το περιθώριο κέρδους. Ξαναγράφει στο μυαλό του καταναλωτή ποια είναι η πραγματική αξία του προϊόντος.

Αυτό δεν είναι αριθμητική μέτρηση. Είναι μια επιχειρηματική ανάγνωση που αξίζει να κάνει κάθε ελληνική μάρκα η οποία μεγαλώνει γρήγορα:

Μεγαλώνω επειδή με θέλουν περισσότεροι ή απλώς επειδή με βρίσκουν παντού;

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στην πρώτη περίπτωση, η ανάπτυξη στηρίζεται σε αυξανόμενη επιθυμία. Στη δεύτερη, μπορεί να στηρίζεται κυρίως στη διαθεσιμότητα. Η διαθεσιμότητα μπορεί να αυξήσει τις πωλήσεις για μεγάλο διάστημα. Δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει διαρκή προτίμηση.

ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΣΗΜΕΙΟ

Όλα καταλήγουν στη διαφορά ανάμεσα σε δύο φράσεις που μοιάζουν σχεδόν ίδιες.

«Το θέλουν όλοι» δημιουργεί επιθυμία. «Το έχουν όλοι» μπορεί να δημιουργήσει κορεσμό.

Η απόλυτη επιτυχία για μια μάρκα δεν είναι απλώς να βρίσκεται παντού. Είναι να παραμένει αρκετά γνωστή ώστε όλοι να την αναγνωρίζουν και αρκετά ξεχωριστή ώστε κάποιοι να εξακολουθούν να τη θέλουν πραγματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια μάρκα πρέπει να φοβάται την ανάπτυξη ή να κατασκευάζει τεχνητή έλλειψη. Σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς δημιουργεί την επιθυμία γύρω από το προϊόν της και ποια μορφή ανάπτυξης κινδυνεύει να την αποδυναμώσει.

Το δύσκολο για μια μάρκα δεν είναι μόνο να γίνει επιθυμητή. Είναι να παραμείνει επιθυμητή αφού πάψει να είναι σπάνια.

Η αναγνωρισιμότητα αγοράζεται με προβολή και διανομή. Η επιθυμία, όμως, δεν αγοράζεται τόσο εύκολα. Και συνήθως καταλαβαίνεις ότι την έχασες λίγο μετά τη στιγμή που πίστεψες ότι σε ήθελαν όλοι.

ΤΑ 3 ΣΗΜΕΙΑ-ΚΛΕΙΔΙΑ

  1.  

GOOD TO KNOW

 

GOOD TO KNOW

Το φαινόμενο έχει όνομα στα οικονομικά και είναι παλαιότερο από κάθε σημερινή μάρκα. Το 1950, ο οικονομολόγος Leibenstein δημοσίευσε στο Quarterly Journal of Economics τη μελέτη Bandwagon, Snob, and Veblen Effects in the Theory of Consumers’ Demand.

Ο Leibenstein περιέγραψε τρεις μορφές ζήτησης στις οποίες η συμπεριφορά του καταναλωτή επηρεάζεται και από τη συμπεριφορά των άλλων. Στο «φαινόμενο του βαγονιού», η επιθυμία αυξάνεται επειδή περισσότεροι άνθρωποι έχουν το προϊόν. Στο «φαινόμενο του σνομπ», η επιθυμία μειώνεται ακριβώς επειδή το προϊόν γίνεται κοινό. Στο «φαινόμενο Βέμπλεν», η υψηλή τιμή μπορεί να ενισχύει την επιθυμία, επειδή λειτουργεί ως ένδειξη κοινωνικής θέσης.

Η σημασία αυτής της ανάλυσης είναι ότι δείχνει κάτι αντίθετο προς το συνηθισμένο επιχειρηματικό ένστικτο: σε ορισμένες κατηγορίες, η αύξηση της διάδοσης ενός προϊόντος μπορεί τελικά να αποδυναμώσει την επιθυμία για αυτό.

Κάθε μεγάλη καταναλωτική μάρκα ζει κάπου ανάμεσα στο «το θέλω επειδή το έχουν όλοι» και στο «δεν το θέλω πια επειδή το έχουν όλοι».

Το δύσκολο είναι να ξέρεις πότε ακριβώς περνάς από το ένα στο άλλο. Και συνήθως το καταλαβαίνεις αφού έχει ήδη συμβεί.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.