5 MIN READ

Γόμα -Το μικρό αντικείμενο που διορθώνει τα λάθη μας

Γόμα -Το μικρό αντικείμενο που διορθώνει τα λάθη μας

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Πριν εμφανιστεί η γόμα, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ακόμη και ψίχα ψωμιού για να αφαιρούν ίχνη μολυβιού από το χαρτί. Το 1770 ο Joseph Priestley κατέγραψε τη χρήση φυσικού καουτσούκ ως πολύ αποτελεσματικό μέσο σβησίματος.

Το 1858 ο Hymen Lipman κατοχύρωσε στις ΗΠΑ το μολύβι με ενσωματωμένη γόμα, αλλά το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ακυρώθηκε αργότερα επειδή το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο απλώς για συνδυασμό δύο ήδη γνωστών αντικειμένων.

Οι περισσότερες σύγχρονες γόμες δεν κατασκευάζονται πλέον από φυσικό καουτσούκ. Χρησιμοποιούνται πλαστικά και συνθετικά υλικά, επειδή το φυσικό καουτσούκ γερνά και σκληραίνει με τον χρόνο.

Το μολύβι έχει μια ιδιότητα που κανένα στυλό δεν μπόρεσε ποτέ να αντιγράψει πλήρως -μπορεί να αλλάξει γνώμη. Και αυτή η δυνατότητα δεν βρίσκεται στο ίδιο το μολύβι αλλά σε ένα μικρό αντικείμενο που συνήθως μένει δίπλα του, σχεδόν απαρατήρητο. Η γόμα είναι ίσως το πιο απλό εργαλείο διόρθωσης που χρησιμοποιούμε καθημερινά.

Δεν αποθηκεύει προηγούμενες εκδόσεις, δεν ζητά επιβεβαίωση και δεν κρατά ιστορικό αλλαγών. Απλώς αφαιρεί ένα σημάδι από το χαρτί και αφήνει χώρο για κάτι άλλο. Πριν όμως γίνει αυτονόητο μέρος μιας κασετίνας ή ενός γραφείου, η διόρθωση πάνω στο χαρτί ήταν πολύ πιο δύσκολη υπόθεση.

Για αιώνες, οι χρήστες γραφίτη και παλαιότερων μέσων σχεδίασης χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς τρόπους για να καθαρίσουν ένα λάθος από την επιφάνεια του χαρτιού. Ένας από τους πιο συνηθισμένους ήταν η μαλακή ψίχα ψωμιού, η οποία μπορούσε να τρίψει απαλά το χαρτί και να απορροφήσει μέρος του γραφίτη χωρίς να καταστρέψει έντονα την επιφάνεια. Η πρακτική αυτή επιβίωσε μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν το φυσικό καουτσούκ άρχισε να εμφανίζεται στην Ευρώπη ως ένα πολύ αποτελεσματικότερο υλικό.

Το 1770 ο Άγγλος επιστήμονας Joseph Priestley σημείωσε σε βιβλίο του ότι είχε δει μια ουσία εξαιρετικά κατάλληλη για την αφαίρεση των σημαδιών από «black-lead pencil», όπως ονομαζόταν τότε το μολύβι γραφίτη. Η ουσία πωλούνταν από τον κατασκευαστή επιστημονικών οργάνων Edward Nairne στο Λονδίνο. Ο Nairne διέθετε μικρούς κύβους φυσικού καουτσούκ και η χρήση τους ήταν τόσο νέα ώστε η ίδια η αγγλική λέξη rubber συνδέθηκε σταδιακά με το υλικό ακριβώς λόγω της πράξης του rubbing, του τριψίματος.

Η λύση όμως είχε ένα σοβαρό πρόβλημα. Το φυσικό καουτσούκ αλλοιωνόταν, γινόταν κολλώδες όταν ζεσταινόταν και σκληρό όταν κρύωνε. Δεν ήταν το σταθερό και αξιόπιστο υλικό που γνωρίζουμε σήμερα. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε με τη βουλκανίωση, τη διαδικασία που συνδέθηκε με τον Charles Goodyear στα τέλη της δεκαετίας του 1830 και έκανε το καουτσούκ πολύ πιο ανθεκτικό στις μεταβολές θερμοκρασίας και στον χρόνο. Η τεχνολογία αυτή άνοιξε τον δρόμο όχι μόνο για ελαστικά και βιομηχανικά προϊόντα, αλλά και για μια πολύ πιο πρακτική γόμα.

Το επόμενο βήμα ήταν σχεδόν προφανές. Αφού το μολύβι δημιουργούσε το λάθος και η γόμα το διόρθωνε, γιατί να μην βρίσκονται πάνω στο ίδιο αντικείμενο;

Στις 30 Μαρτίου 1858, ο Hymen L. Lipman από τη Φιλαδέλφεια έλαβε αμερικανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για έναν συνδυασμό μολυβιού και γόμας. Η αρχική κατασκευή δεν ήταν ακριβώς η σημερινή μικρή γόμα που βρίσκεται στην άκρη ενός μολυβιού. Ο Lipman άφηνε χώρο στο ξύλινο σώμα και τοποθετούσε εκεί ένα κομμάτι καουτσούκ, ώστε ο χρήστης να μπορεί να ξύνει είτε την πλευρά του γραφίτη είτε την πλευρά της γόμας.

Η ιστορία έχει όμως μια εξαιρετική ανατροπή. Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πουλήθηκε και στη συνέχεια αποτέλεσε τη βάση δικαστικής διαμάχης με την εταιρεία Faber. Το 1875, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο συνδυασμός μολυβιού και γόμας δεν δημιουργούσε μια πραγματικά νέα εφεύρεση. Το μολύβι εξακολουθούσε να γράφει και η γόμα εξακολουθούσε να σβήνει, απλώς είχαν ενωθεί πάνω στο ίδιο κομμάτι ξύλου. Για τον λόγο αυτό το patent κρίθηκε άκυρο.

Η απόφαση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα, γιατί ένα από τα πιο συνηθισμένα αντικείμενα του κόσμου βασίζεται ακριβώς σε έναν συνδυασμό που το δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αρκετά πρωτότυπος για να προστατευτεί ως εφεύρεση. Το μολύβι με γόμα δεν χρειαζόταν να είναι τεχνολογικά επαναστατικό. Χρειαζόταν απλώς να είναι πρακτικό.

Τι συμβαίνει πραγματικά όταν σβήνουμε

Η γόμα δεν «εξαφανίζει» τον γραφίτη. Το μολύβι αφήνει μικροσκοπικά σωματίδια γραφίτη πάνω στις ίνες του χαρτιού και η γόμα, μέσω τριβής και της φύσης του υλικού της, τα αποσπά και τα συγκρατεί. Γι’ αυτό κατά το σβήσιμο δημιουργούνται μικρά υπολείμματα. Ένα μέρος του ίδιου του υλικού της γόμας απομακρύνεται μαζί με τον γραφίτη.

Δεν λειτουργούν όλες οι γόμες με τον ίδιο τρόπο. Οι κλασικές λευκές πλαστικές γόμες έχουν σχεδιαστεί για καθαρό σβήσιμο γραφίτη. Οι μαλακές, ζυμώσιμες γόμες που χρησιμοποιούνται από καλλιτέχνες δεν τρίβουν το χαρτί τόσο έντονα, μπορούν να απορροφούν γραφίτη και κάρβουνο και να χρησιμοποιούνται για να φωτίζουν συγκεκριμένες περιοχές ενός σχεδίου. Υπάρχουν ακόμη ειδικές γόμες που περιέχουν πιο λειαντικά υλικά για τεχνικό σχέδιο και για την αφαίρεση διαφορετικών τύπων μελανιού από ειδικές επιφάνειες.

Και εδώ βρίσκεται μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Παρά το όνομά τους, πολλές σημερινές «rubber erasers» δεν περιέχουν καθόλου φυσικό καουτσούκ. Η STAEDTLER, για παράδειγμα, εξηγεί ότι μεγάλο μέρος των σύγχρονων γομών κατασκευάζεται από πλαστικά υλικά, επειδή το φυσικό καουτσούκ δεν έχει καλή αντοχή στη γήρανση και σκληραίνει με τον χρόνο. Στη σημερινή παραγωγή χρησιμοποιούνται υλικά όπως PVC ή θερμοπλαστικά ελαστομερή, ενώ υπάρχουν και προϊόντα χωρίς PVC, latex και φθαλικές ενώσεις.

Το αντικείμενο που έδωσε αξία στο προσχέδιο

Υπάρχει όμως ένας λόγος που η γόμα έχει θέση στο HANDSOME πέρα από την ιστορία της. Συνδέεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Το μολύβι και η γόμα δημιουργούν μαζί ένα σύστημα στο οποίο η πρώτη εκδοχή δεν χρειάζεται να είναι η σωστή. Μπορείς να σχεδιάσεις μια γραμμή, να δεις ότι δεν λειτουργεί, να τη διορθώσεις και να ξαναπροσπαθήσεις χωρίς να πετάξεις ολόκληρο το φύλλο.

Αυτό είχε τεράστια σημασία για το σχέδιο, την αρχιτεκτονική, τη μηχανική και τη δημιουργική εργασία πολύ πριν εμφανιστεί το undo στον υπολογιστή. Ένα τεχνικό σχέδιο μπορούσε να εξελιχθεί πάνω στην ίδια επιφάνεια. Ένα γράμμα μπορούσε να διορθωθεί πριν καθαρογραφτεί. Ένας μαθητής μπορούσε να κάνει λάθος χωρίς να χρειάζεται νέο χαρτί. Η γόμα δεν έκανε το λάθος ασήμαντο, έκανε τη διόρθωσή του φθηνή και άμεση.

Σήμερα το ψηφιακό περιβάλλον μάς επιτρέπει να διορθώνουμε τα πάντα σχεδόν χωρίς ίχνος. Με ένα πλήκτρο επιστρέφουμε στην προηγούμενη κατάσταση. Στο χαρτί η διαδικασία είναι πιο φυσική και λιγότερο τέλεια. Ακόμη και μετά από ένα καλό σβήσιμο, μπορεί να παραμείνει μια ελαφριά σκιά, ένα βαθούλωμα ή μια μικρή διαφορά στην επιφάνεια. Η προηγούμενη απόφαση δεν εξαφανίζεται πάντα εντελώς.

Ίσως γι’ αυτό ένα μικρό κομμάτι πλαστικού ή καουτσούκ εξακολουθεί να βρίσκεται σε κάθε γραφείο. Όχι επειδή η τεχνολογία δεν κατάφερε να το αντικαταστήσει, αλλά επειδή όσο υπάρχει μολύβι θα υπάρχει και η ανάγκη να διορθώσουμε κάτι χωρίς να ξεκινήσουμε από την αρχή.

 

 

GOOD TO KNOW

Το 1858 ο Hymen Lipman κατοχύρωσε το πρώτο αμερικανικό patent για μολύβι με ενσωματωμένη γόμα και λίγα χρόνια αργότερα το πούλησε για 100.000 δολάρια, τεράστιο ποσό για την εποχή. Το 1875, όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε ουσιαστικά την προστασία του, κρίνοντας ότι η ένωση δύο γνωστών αντικειμένων —μολυβιού και γόμας— δεν αποτελούσε από μόνη της νέα εφεύρεση.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.