THE BULLET POINT "PREVIEW"
Στην αρχαιότητα και για μεγάλο μέρος της ιστορίας του βιβλίου, η ανάγνωση ήταν συχνά προφορική ή ακουστική εμπειρία, ακόμη κι αν η σιωπηλή ανάγνωση υπήρχε ήδη και δεν ήταν άγνωστη.
Η εξέλιξη της γραφής και της σελιδοποίησης -όπως ο διαχωρισμός των λέξεων και η στίξη- έκανε σταδιακά ευκολότερη τη γρήγορη, ιδιωτική και σιωπηλή ανάγνωση.
Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι η ανάγνωση φωναχτά μπορεί να βοηθήσει τη μνήμη για όσα διαβάζουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βελτιώνει αυτομάτως και τη βαθύτερη κατανόηση του κειμένου.
Σήμερα στο HANDSOME κάνουμε κάτι απλό, που μπορεί στην αρχή να μας κάνει να αισθανθούμε λίγο παράξενα: παίρνουμε ένα κείμενο και διαβάζουμε δύο ή τρεις σελίδες φωναχτά.
Η σύγχρονη ανάγνωση έχει γίνει τόσο ιδιωτική και τόσο σιωπηλή ώστε ένας ενήλικας που διαβάζει μόνος του με τη φωνή του μοιάζει να κάνει κάτι που προορίζεται για παιδιά, ηθοποιούς ή ανθρώπους που μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα. Για μεγάλο μέρος όμως της ιστορίας του γραπτού λόγου, το κείμενο δεν προοριζόταν αποκλειστικά για τα μάτια. Προοριζόταν και για τα αυτιά. Η αρχαία και μεσαιωνική ιστορία της ανάγνωσης είναι περισσότερο σύνθετη από τη δημοφιλή ιδέα ότι «όλοι διάβαζαν πάντοτε δυνατά», όμως η προφορική και κοινωνική ανάγνωση είχε πολύ μεγαλύτερο ρόλο από ό,τι έχει σήμερα. Η σταδιακή μετάβαση προς την ιδιωτική, σιωπηλή ανάγνωση άλλαξε όχι μόνο τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τα βιβλία αλλά και τον τρόπο που γράφονται και τον τρόπο που σχετιζόμαστε μαζί τους.
Όταν το βιβλίο είχε φωνή
Σήμερα είναι σχεδόν αυτονόητο τι σημαίνει «διαβάζω ένα βιβλίο». Ένας άνθρωπος κάθεται μόνος, τα μάτια του κινούνται στη σελίδα και το περιεχόμενο περνά από το χαρτί στο μυαλό χωρίς να παράγεται κανένας ήχος. Αυτή όμως είναι μία συγκεκριμένη ιστορική μορφή ανάγνωσης, όχι η μοναδική δυνατή. Στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας γραφόταν με την προσδοκία ότι θα ακουστεί. Η ποίηση, η ρητορική, το θέατρο και πολλά πεζά κείμενα υπήρχαν μέσα σε έναν πολιτισμό όπου η φωνή είχε κεντρική θέση. Η Oxford University Press σημειώνει ότι μεγάλο μέρος αυτού που σήμερα ονομάζουμε ελληνική και ρωμαϊκή λογοτεχνία «ακουγόταν» αντί απλώς να διαβάζεται ιδιωτικά, ενώ η ιστορική έρευνα δείχνει ότι η προφορική ανάγνωση αποτελούσε διαδεδομένη πρακτική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι άνθρωποι ήταν ανίκανοι να διαβάσουν σιωπηλά. Υπάρχουν παραδείγματα σιωπηλής ανάγνωσης ήδη από την αρχαιότητα και οι ιστορικοί έχουν διορθώσει την υπεραπλουστευμένη εκδοχή ότι κάποτε όλοι έπρεπε να προφέρουν κάθε λέξη. Το σημαντικότερο είναι ότι τα όρια μεταξύ ανάγνωσης, ακρόασης και εκτέλεσης ήταν πολύ λιγότερο αυστηρά από ό,τι σήμερα. Ένα βιβλίο μπορούσε να διαβαστεί μόνος σου, να διαβαστεί σε παρέα, να απαγγελθεί, να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης ή να ακουστεί από ανθρώπους που δεν είχαν καν πρόσβαση στο ίδιο το χειρόγραφο. Το κείμενο ήταν λιγότερο απομονωμένο από την ανθρώπινη φωνή.
Ο άνθρωπος που διάβαζε χωρίς να κινεί τα χείλη του
Ένα από τα γνωστότερα επεισόδια στην ιστορία της ανάγνωσης εμφανίζεται στις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου. Τον 4ο αιώνα περιγράφει τον Αμβρόσιο, επίσκοπο του Μιλάνου, να διαβάζει με τα μάτια του ενώ η φωνή και η γλώσσα του παρέμεναν σιωπηλές. Ο Αυγουστίνος θεώρησε τη συμπεριφορά αρκετά αξιοσημείωτη ώστε να την καταγράψει. Η σκηνή χρησιμοποιήθηκε συχνά αργότερα ως απόδειξη ότι η σιωπηλή ανάγνωση ήταν σχεδόν άγνωστη. Οι σύγχρονοι ιστορικοί είναι πιο προσεκτικοί: αυτό που κάνει τη σκηνή ενδιαφέρουσα δεν είναι ότι ο Αμβρόσιος είχε ανακαλύψει κάτι που κανένας άνθρωπος δεν είχε κάνει πριν, αλλά ότι η ιδιωτική, απολύτως σιωπηλή και βαθιά απορροφημένη ανάγνωση ήταν αρκετά αξιοπρόσεκτη ώστε να σχολιαστεί.
Σήμερα θα συνέβαινε σχεδόν το αντίθετο. Αν έμπαινες σε μια βιβλιοθήκη και έβλεπες κάποιον να διαβάζει χωρίς να ακούγεται, δεν θα υπήρχε τίποτα να καταγράψεις. Αν, αντίθετα, έβλεπες έναν ενήλικα να διαβάζει ένα μυθιστόρημα δυνατά στον εαυτό του, μάλλον θα γύριζες να κοιτάξεις. Μέσα σε αυτή την αντιστροφή κρύβονται αιώνες αλλαγών στη γραφή, στην εκπαίδευση, στην αρχιτεκτονική του βιβλίου, στην ιδιωτικότητα και στη σχέση μας με τον χρόνο.
Οι λέξεις κάποτε δεν σου έκαναν τόσο εύκολη τη ζωή
Ένας σημαντικός παράγοντας ήταν ο ίδιος ο τρόπος που εμφανιζόταν το κείμενο. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν συχνά μορφές scriptio continua, όπου οι λέξεις μπορούσαν να εμφανίζονται χωρίς τον συστηματικό διαχωρισμό που θεωρούμε σήμερα αυτονόητο. Η ανάγνωση απαιτούσε μεγαλύτερη προσπάθεια για να εντοπιστούν τα όρια των λέξεων και η φωνητική επεξεργασία βοηθούσε σε αυτή τη διαδικασία. Με την εξέλιξη των χειρογράφων εμφανίστηκαν σταδιακά περισσότερα οπτικά εργαλεία: διαχωρισμός λέξεων, σημεία στίξης, επικεφαλίδες, αριθμημένα τμήματα, περιθώρια και άλλα στοιχεία που επέτρεπαν στον αναγνώστη να πλοηγείται στο κείμενο πιο εύκολα χωρίς τη βοήθεια της φωνής. Μελετητές της ιστορίας της γραφής συνδέουν αυτές τις αλλαγές με την ανάπτυξη μιας περισσότερο οπτικής, ιδιωτικής μορφής ανάγνωσης στη μεσαιωνική Ευρώπη.
Δεν είναι δύσκολο να δούμε πόσο σημαντική ήταν αυτή η αλλαγή. Η σιωπηλή ανάγνωση είναι ταχύτερη, περισσότερο ιδιωτική και επιτρέπει σε πολλούς ανθρώπους να βρίσκονται στον ίδιο χώρο διαβάζοντας εντελώς διαφορετικά κείμενα χωρίς να ενοχλούν ο ένας τον άλλον. Επιτρέπει επίσης στον αναγνώστη να επιστρέφει γρήγορα σε προηγούμενα σημεία, να σαρώνει μια σελίδα, να ψάχνει μια πληροφορία και να διαβάζει με πολύ διαφορετικούς ρυθμούς ανάλογα με το κείμενο. Δεν χάσαμε τη φωναχτή ανάγνωση επειδή κάποιος αποφάσισε ότι ήταν κακή συνήθεια. Η σιωπή αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματική τεχνολογία ανάγνωσης.
Υπήρχε όμως ένα κόστος. Όσο περισσότερο η ανάγνωση έγινε συνώνυμη με έναν άνθρωπο μόνο απέναντι σε ένα κείμενο, τόσο περισσότερο χάθηκε η κοινωνική της διάσταση. Για αιώνες, η ανάγνωση μπορούσε να λειτουργεί ως κοινή ψυχαγωγία ή ως τρόπος μετάδοσης πληροφοριών. Ένας άνθρωπος διάβαζε και οι υπόλοιποι άκουγαν. Το κείμενο περνούσε έτσι από το ένα άτομο στην ομάδα και μπορούσε αμέσως να δημιουργήσει συζήτηση, γέλιο, διαφωνία ή συγκίνηση. Ακόμη και μετά την εξάπλωση της τυπογραφίας και της ατομικής ανάγνωσης, οι δύο κόσμοι συνυπήρχαν για αιώνες. Η ανάγνωση δεν πέρασε ένα πρωί από το «δυνατά» στο «σιωπηλά».
Σήμερα κάτι από αυτή την κοινωνική διάσταση έχει επιστρέψει με διαφορετική τεχνολογία. Τα audiobooks και τα podcasts έκαναν ξανά φυσιολογικό να περνά ένα μεγάλο κείμενο μέσα από τη φωνή. Μόνο που τώρα, συνήθως, η φωνή ανήκει σε κάποιον άλλον. Βάζουμε ακουστικά και ακούμε μόνοι μας. Είναι μια παράξενη αντιστροφή: έχουμε επαναφέρει τον ήχο στη λογοτεχνία, αλλά όχι απαραίτητα την κοινή εμπειρία της ανάγνωσης.
Τι αλλάζει όταν ακούς τη δική σου φωνή
Υπάρχει ένας πρακτικός λόγος να ξαναδοκιμάσουμε τη φωναχτή ανάγνωση. Η ψυχολογία έχει μελετήσει το λεγόμενο production effect: την παρατήρηση ότι πληροφορίες που διαβάζουμε δυνατά μπορούν να αποθηκευτούν καλύτερα στη μνήμη από πληροφορίες που διαβάζουμε μόνο σιωπηλά. Έρευνα του University of Waterloo έχει δείξει ότι η ενεργός παραγωγή της λέξης -το να τη λες και ταυτόχρονα να την ακούς με τη δική σου φωνή- μπορεί να την κάνει πιο διακριτή στη μνήμη.
Χρειάζεται όμως μια σημαντική διάκριση. Μια νεότερη σειρά πειραμάτων που δημοσιεύθηκε στο Memory & Cognition έδειξε ότι η ανάγνωση φωναχτά βελτίωσε τη μνήμη συγκεκριμένων πληροφοριών μέσα στα κείμενα, αλλά δεν παρήγαγε αντίστοιχη βελτίωση στη βαθύτερη κατανόηση. Με άλλα λόγια, το «διάβασέ το δυνατά και θα το μάθεις καλύτερα» δεν είναι γενικός νόμος. Η φωνή μπορεί να βοηθήσει να θυμηθούμε κάτι επειδή το κάνει περισσότερο ξεχωριστό, αλλά η κατανόηση εξακολουθεί να απαιτεί σκέψη, σύνδεση και επεξεργασία του νοήματος.
Υπάρχει όμως κάτι που δεν χρειάζεται εργαστηριακή μέτρηση για να γίνει αντιληπτό: δεν μπορείς εύκολα να «σκανάρεις» ένα κείμενο όταν το διαβάζεις δυνατά. Πρέπει να φτάσεις μέχρι το τέλος κάθε πρότασης. Να αναπνεύσεις εκεί που πρέπει. Να αντιληφθείς πότε μια φράση είναι υπερβολικά μεγάλη, πότε μια λέξη επαναλαμβάνεται και πότε ένας διάλογος ακούγεται αφύσικος. Αυτός είναι και ο λόγος που συγγραφείς, δημοσιογράφοι και άνθρωποι που δουλεύουν επαγγελματικά με κείμενο συχνά διαβάζουν ένα draft δυνατά πριν το θεωρήσουν τελειωμένο. Το αυτί συλλαμβάνει προβλήματα που το μάτι, έχοντας ήδη συνηθίσει το κείμενο, μπορεί να προσπεράσει.
Το ίδιο ισχύει για τη λογοτεχνία και την ποίηση . Η φωναχτή ανάγνωση αποκαλύπτει τον ρυθμό μιας πρότασης. Κάνει περισσότερο εμφανή την επανάληψη, την παύση, την ειρωνεία και τη μουσικότητα της γλώσσας.
Και αν διαβάσεις σε κάποιον άλλον;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη απώλεια. Σταματήσαμε σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο να διαβάζουμε δυνατά στον εαυτό μας αλλά και να διαβάζουμε σε άλλους ενήλικες. Το θεωρούμε φυσιολογικό για ένα παιδί πριν κοιμηθεί, αλλά κάπως περίεργο για δύο ενήλικες που θα μπορούσαν απλώς να διαβάσουν ο καθένας μόνος του. Κι όμως, όταν ένας άνθρωπος διαβάζει σε έναν άλλον, το βιβλίο γίνεται ξανά κοινωνικό αντικείμενο. Ο ρυθμός είναι κοινός. Δεν μπορεί ο ένας να προηγηθεί είκοσι σελίδες. Η ίδια πρόταση φτάνει στους δύο την ίδια στιγμή και δημιουργεί μια κοινή αφετηρία για συζήτηση.
Δεν υπάρχει λόγος να μετατρέψουμε αυτή την ιδέα σε άλλη μία συνήθεια αυτοβελτίωσης με πρόγραμμα και στόχους. Δεν χρειάζεται «δέκα λεπτά φωναχτής ανάγνωσης καθημερινά». Αρκεί ίσως να θυμηθούμε ότι το βιβλίο διαθέτει μια δυνατότητα που έχουμε σχεδόν πάψει να χρησιμοποιούμε. Μπορεί να ακουστεί.
Η σιωπηλή ανάγνωση υπήρξε μια τεράστια κατάκτηση. Μας έδωσε ταχύτητα, ιδιωτικότητα, συγκέντρωση και τη δυνατότητα να έχουμε μια σχέση με ένα κείμενο που κανένας άλλος δεν μπορεί να ακούσει. Δεν υπάρχει λόγος να την εγκαταλείψουμε. Αλλά ίσως κάπου στη διαδικασία αποφασίσαμε ότι η εξέλιξη μιας πρακτικής πρέπει να εξαφανίσει την προηγούμενη. Δεν χρειάζεται.
Μερικές σελίδες φωναχτά αρκούν για να θυμηθείς ότι πριν το βιβλίο γίνει ένα αθόρυβο αντικείμενο ανάμεσα στα μάτια και στο μυαλό, οι λέξεις είχαν και φωνή.

GOOD TO KNOW
Ο Charles Dickens δεν ήταν μόνο ένας από τους διασημότερους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Στα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του δημιούργησε ουσιαστικά και μια τρίτη καριέρα ως επαγγελματίας δημόσιος αναγνώστης των έργων του. Από το 1858 περιόδευε στη Βρετανία και αργότερα στις ΗΠΑ, διαβάζοντας δραματοποιημένα αποσπάσματα μπροστά σε ακροατήρια που μπορούσαν να ξεπεράσουν τους 2.000 ανθρώπους. Η πρώτη επαγγελματική περιοδεία του περιλάμβανε 87 αναγνώσεις, ενώ οι παραστάσεις του δεν ήταν απλές απαγγελίες: άλλαζε φωνές, κινήσεις και εκφράσεις για τους διαφορετικούς χαρακτήρες. Με άλλα λόγια, ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους της ιστορίας αντιμετώπιζε τα βιβλία του και ως υλικό που έπρεπε να ακουστεί.