THE BULLET POINT "PREVIEW"
Αν ζήσεις περίπου 80 χρόνια, έχεις στη διάθεσή σου λίγο περισσότερες από 4.000 εβδομάδες και κανένα productivity system δεν μπορεί να αλλάξει αυτόν τον περιορισμό.
Ο Burkeman υποστηρίζει ότι η υπερβολική αποτελεσματικότητα συχνά δεν δημιουργεί περισσότερο ελεύθερο χρόνο: απλώς μας επιτρέπει να αναλάβουμε ακόμη περισσότερα πράγματα.
Η πραγματική διαχείριση χρόνου, σύμφωνα με το βιβλίο, είναι κυρίως η ικανότητα να επιλέγεις τι δεν θα κάνεις, ποιες επιλογές θα εγκαταλείψεις και σε ποια λίγα πράγματα θα αφιερώσεις τον περιορισμένο χρόνο σου.
Σήμερα στο HANDSOME προτείνουμε το Four Thousand Weeks: Time Management for Mortals του Oliver Burkeman, ένα βιβλίο για τον χρόνο που κάνει σχεδόν το αντίθετο από όσα υπόσχεται συνήθως η βιομηχανία της παραγωγικότητας.
Δεν θα σου εξηγήσει πώς να ξυπνάς στις 5 το πρωί, πώς να χωρέσεις περισσότερα meetings στην ημέρα σου ή ποιο σύστημα θα εξαφανίσει το inbox σου. Ξεκινά από μια πολύ λιγότερο ευχάριστη αλλά χρήσιμη παραδοχή: αν ζήσεις περίπου 80 χρόνια, ολόκληρη η ζωή σου αντιστοιχεί σε κάτι περισσότερο από 4.000 εβδομάδες. Δεν υπάρχει σύστημα οργάνωσης που θα τις κάνει περισσότερες και δεν υπάρχει επίπεδο αποτελεσματικότητας στο οποίο θα καταφέρεις κάποτε να προλάβεις όλα όσα θα μπορούσες θεωρητικά να κάνεις. Για τον Burkeman, λοιπόν, η πραγματική διαχείριση του χρόνου δεν αφορά το πώς θα χωρέσουμε περισσότερα στη ζωή μας, αλλά πώς θα αποφασίσουμε τι αξίζει να χωρέσει και τι πρέπει συνειδητά να μείνει έξω.
Ο Oliver Burkeman είναι Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος που ασχολείται εδώ και χρόνια με την παραγωγικότητα, την ψυχολογία, την ανθρώπινη σχέση με τον χρόνο και τα όρια της αυτοβελτίωσης. Για πολλά χρόνια έγραφε στον Guardian τη στήλη This Column Will Change Your Life, ενώ σήμερα συνεχίζει να γράφει γύρω από την παραγωγικότητα, τη θνητότητα και τη σημασία των περιορισμών. Το ενδιαφέρον είναι ότι το Four Thousand Weeks δεν γράφτηκε από κάποιον που απέρριπτε εξαρχής τα productivity systems. Ο Burkeman είχε περάσει χρόνια δοκιμάζοντας τεχνικές, εφαρμογές και μεθόδους οργάνωσης και κατέληξε σταδιακά στο συμπέρασμα ότι το βασικό πρόβλημα δεν ήταν πως δεν είχε ανακαλύψει ακόμη το σωστό σύστημα, αλλά ότι προσπαθούσε να λύσει ένα πρόβλημα που από τη φύση του δεν λύνεται: ο χρόνος είναι πεπερασμένος και οι πιθανές απαιτήσεις πάνω του είναι πρακτικά απεριόριστες.
Το Four Thousand Weeks κυκλοφόρησε το 2021 και έγινε bestseller των New York Times. Ο υπότιτλος, Time Management for Mortals, αποκαλύπτει ουσιαστικά ολόκληρη τη λογική του, ότι δηλαδή πρόκειται για βιβλίο time management γραμμένο από την οπτική ότι είμαστε θνητοί. Ο Burkeman αντλεί από φιλοσοφία, ψυχολογία και διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις, αλλά το βιβλίο παραμένει πολύ κοντά στην καθημερινή εμπειρία ενός ανθρώπου που έχει περισσότερα emails από όσα μπορεί να απαντήσει, περισσότερα βιβλία από όσα μπορεί να διαβάσει, περισσότερες πιθανές επαγγελματικές κατευθύνσεις από όσες μπορεί να ακολουθήσει και συνεχώς την αίσθηση ότι κάπου υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος οργάνωσης που θα του επιτρέψει τελικά να «τα προλάβει όλα». Το βασικό επιχείρημα του Burkeman είναι ότι αυτή ακριβώς η προσδοκία αποτελεί μέρος του προβλήματος.
Η παγίδα της αποτελεσματικότητας
Η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα του βιβλίου είναι αυτό που ο Burkeman περιγράφει ως την παγίδα της αποτελεσματικότητας. Θεωρητικά, κάθε εργαλείο που μας επιτρέπει να ολοκληρώνουμε μια δουλειά γρηγορότερα θα έπρεπε να μας χαρίζει περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Στην πράξη, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Αν μπορείς να απαντάς στα emails δύο φορές πιο γρήγορα, δεν καταλήγεις απαραίτητα να δουλεύεις λιγότερο. Πολύ συχνά καταλήγεις να απαντάς σε διπλάσια emails. Αν μια νέα τεχνολογία μειώσει τον χρόνο που απαιτείται για μία διαδικασία, αυτό συχνά αυξάνει τις προσδοκίες για το πόσες τέτοιες διαδικασίες πρέπει πλέον να ολοκληρώνονται. Το ίδιο συμβαίνει και εκτός εργασίας. Όσο περισσότερες επιλογές αποκτούμε για διασκέδαση, ταξίδια, ενημέρωση ή κοινωνική ζωή, τόσο περισσότερο μπορεί να αισθανόμαστε ότι χάνουμε κάτι.
Η παραγωγικότητα, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει σαν κινούμενος διάδρομος. Γινόμαστε γρηγορότεροι, αλλά ο αριθμός των πραγμάτων που θεωρούμε ότι πρέπει να προλάβουμε μεγαλώνει μαζί μας. Αυτός είναι και ο λόγος που άνθρωποι με τα καλύτερα εργαλεία διαχείρισης χρόνου εξακολουθούν να νιώθουν ότι δεν έχουν αρκετό χρόνο. Δεν είναι απαραίτητα κακοί στη διαχείρισή του. Απλώς έχουν αποδεχθεί έναν στόχο που δεν μπορεί να επιτευχθεί-να ολοκληρώσουν έναν κατάλογο υποχρεώσεων στον οποίο μπορούν να προστίθενται νέα πράγματα ταχύτερα από όσο αφαιρούνται τα παλιά. Ο Burkeman δεν υποστηρίζει ότι η αποτελεσματικότητα είναι άχρηστη. Υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να μας απαλλάξει από την ανάγκη να επιλέξουμε.
Δεν θα φτάσεις ποτέ στο σημείο που όλα θα έχουν τελειώσει
Ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης ζωής οργανώνεται γύρω από μια υπόσχεση που σπάνια διατυπώνεται ανοιχτά: πρώτα θα τακτοποιήσουμε όλες τις εκκρεμότητες και μετά θα ασχοληθούμε με όσα πραγματικά μας ενδιαφέρουν. Θα τελειώσουμε πρώτα τα emails, θα ολοκληρώσουμε τα projects, θα οργανώσουμε τα οικονομικά, θα βάλουμε σε τάξη το σπίτι, θα απαντήσουμε σε όλους και τότε θα βρούμε χρόνο για το βιβλίο που θέλουμε να γράψουμε, τον άνθρωπο που θέλουμε να δούμε ή τη δραστηριότητα που συνεχώς αναβάλλουμε. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το «μετά» έχει την τάση να μην φτάνει ποτέ, επειδή η καθημερινότητα παράγει νέες υποχρεώσεις γρηγορότερα από όσο μπορούμε να εξαφανίσουμε τις παλιές.
Ο Burkeman προτείνει να αντιστρέψουμε τη σειρά. Αν κάτι είναι πραγματικά σημαντικό, δεν πρέπει να παίρνει τον χρόνο που περισσεύει αφού ολοκληρωθούν τα πάντα, επειδή τίποτα δεν περισσεύει όταν τα πάντα δεν τελειώνουν ποτέ. Ο χρόνος για όσα θεωρούμε σημαντικά πρέπει να αφαιρείται πρώτος. Η λογική μοιάζει με την οικονομική αρχή του «pay yourself first». Αντί να περιμένεις να δεις τι θα απομείνει στο τέλος του μήνα για αποταμίευση, μεταφέρεις πρώτα το ποσό που θέλεις να αποταμιεύσεις και οργανώνεις τα υπόλοιπα γύρω από αυτό. Με τον ίδιο τρόπο, εάν ένα project, μια σχέση ή μια δραστηριότητα αποτελεί πραγματική προτεραιότητα, το βιβλίο υποστηρίζει ότι χρειάζεται θέση στο ημερολόγιο πριν αρχίσουν να διεκδικούν τον χρόνο όλες οι υπόλοιπες απαιτήσεις.
Η φράση «time management» μας κάνει συνήθως να σκεφτόμαστε καλύτερη οργάνωση όσων έχουμε ήδη αποφασίσει ότι πρέπει να κάνουμε. Ο Burkeman τοποθετεί την απόφαση ένα βήμα νωρίτερα. Δεν υπάρχει τρόπος να κάνεις όλα τα δυνητικά σημαντικά πράγματα σε μια ανθρώπινη ζωή, επομένως κάθε επιλογή είναι ταυτόχρονα και εγκατάλειψη άλλων επιλογών. Αν αποφασίσεις να χτίσεις μια συγκεκριμένη καριέρα, δεν μπορείς ταυτόχρονα να ζήσεις όλες τις άλλες επαγγελματικές ζωές που θα μπορούσες να είχες επιλέξει. Αν αφιερώσεις ένα βράδυ σε έναν άνθρωπο, εκείνες τις ώρες δεν μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις αλλού. Αν διαβάσεις ένα βιβλίο, αφήνεις χιλιάδες άλλα αδιάβαστα.
Αυτό ακούγεται προφανές, αλλά μεγάλο μέρος της σύγχρονης καταναλωτικής και ψηφιακής ζωής είναι σχεδιασμένο γύρω από την αντίθετη φαντασίωση: να κρατάμε όσο περισσότερες επιλογές γίνεται ανοιχτές. Δεν αποφασίζουμε ακόμη, δεν δεσμευόμαστε ακόμη, αποθηκεύουμε το άρθρο για αργότερα, βάζουμε το βιβλίο στη λίστα, κρατάμε τη δουλειά ως πιθανότητα και το ταξίδι ως bookmark. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένας τεράστιος κατάλογος πιθανών ζωών και μια πραγματική ζωή στην οποία δεν έχουμε δεσμευθεί πλήρως σε καμία. Για τον Burkeman, η απώλεια των εναλλακτικών δεν είναι μια δυσάρεστη παρενέργεια της επιλογής- είναι αυτό που κάνει την επιλογή πραγματική.
Η υπομονή ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Σε έναν κόσμο στον οποίο σχεδόν τα πάντα επιταχύνονται, η ικανότητα να αφήνεις κάτι να απαιτήσει όσο χρόνο πραγματικά απαιτεί γίνεται όλο και σπανιότερη. Ο Burkeman υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της απογοήτευσής μας προκύπτει επειδή αντιμετωπίζουμε τον χρόνο όχι ως πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε αλλά ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από τις σημαντικότερες διαδικασίες δεν επιταχύνονται αναλογικά με την επιθυμία μας. Ένα βιβλίο χρειάζεται χρόνο για να γραφτεί, ένα παιδί χρόνο για να μεγαλώσει και ένας άνθρωπος χρόνο για να γίνει καλός σε κάτι. Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας δεν είναι παθητικότητα. Σημαίνει ότι σταματάς να ξοδεύεις ενέργεια πολεμώντας το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα έχουν ρυθμό που δεν ελέγχεις. Ο ίδιος ο Burkeman περιγράφει την υπομονή ως μια ικανότητα που αποκτά ιδιαίτερη αξία σε έναν κόσμο ο οποίος μας εκπαιδεύει να θεωρούμε οποιαδήποτε αναμονή αποτυχία του συστήματος.
Δεν χρειάζεται να αξιοποιείται κάθε λεπτό – ο χρόνος δεν χρειάζεται πάντοτε να παράγει κάτι. Μια δραστηριότητα μπορεί να αξίζει επειδή συμβαίνει και όχι επειδή οδηγεί κάπου. Αυτό δεν αποτελεί υπεράσπιση της αδράνειας ούτε επιχείρημα εναντίον της φιλοδοξίας. Είναι περισσότερο μια διάκριση ανάμεσα στο να χρησιμοποιούμε κάποια στιγμή για τον σκοπό που έχει και στο να αξιολογούμε κάθε στιγμή αποκλειστικά με βάση το τι απέδωσε μετά.
Ίσως το μεγαλύτερο θέμα του βιβλίου να μην είναι τελικά η παραγωγικότητα, αλλά η αναβολή της ζωής. Η σκέψη «μόλις τελειώσω αυτή την περίοδο, τότε θα…» μπορεί να είναι χρήσιμη για μερικές εβδομάδες, αλλά καταστροφική ως μόνιμος τρόπος ύπαρξης. Μόλις τελειώσει το συγκεκριμένο project θα χαλαρώσουμε. Μόλις ανέβει το εισόδημα θα αρχίσουμε να ζούμε διαφορετικά. Μόλις οργανωθούμε καλύτερα θα βρούμε χρόνο. Μόλις φύγει η πίεση θα ασχοληθούμε με τους ανθρώπους και τα πράγματα που θεωρούμε σημαντικά.
Το πρόβλημα είναι ότι η ζωή δεν φτάνει ποτέ σε μια τελική, τακτοποιημένη μορφή. Νέες υποχρεώσεις αντικαθιστούν τις προηγούμενες και η αβεβαιότητα δεν αποτελεί προσωρινό τεχνικό πρόβλημα που θα λύσουμε κάποτε οριστικά. Για τον Burkeman, η αποδοχή αυτού του γεγονότος δεν είναι απαισιόδοξη. Αντίθετα, καταργεί την ανάγκη να περιμένουμε μια μελλοντική στιγμή κατά την οποία όλα θα είναι επιτέλους υπό έλεγχο για να κάνουμε αυτό που θεωρούμε σημαντικό. Η μόνη χρονική περίοδος μέσα στην οποία μπορεί να συμβεί η πραγματική ζωή είναι αυτή στην οποία υπάρχουν ήδη εκκρεμότητες, περιορισμοί και πράγματα που δεν έχουν λυθεί.
Ίσως το πιο χρήσιμο συμπέρασμα του βιβλίου είναι το εξής: να αποδέχεσαι ότι δεν έχεις χρόνο για όλα δεν είναι παραίτηση αλλά προϋπόθεση για να αποφασίσεις για ποια πράγματα πράγματι έχεις χρόνο.
Οι 4.000 εβδομάδες ακούγονται ελάχιστες όταν τις βλέπεις ως αριθμό, αλλά το πρόβλημα δεν λύνεται προσπαθώντας να χωρέσεις μέσα τους 8.000 εβδομάδες ζωής. Λύνεται, στον βαθμό που μπορεί να λυθεί, όταν σταματήσεις να χρησιμοποιείς τον περιορισμένο χρόνο σου σαν να αποτελεί πρόχειρη έκδοση μιας μελλοντικής ζωής στην οποία θα έχεις επιτέλους προλάβει τα πάντα.
GOOD TO KNOW
Πριν γράψει το Four Thousand Weeks, ο Oliver Burkeman πέρασε χρόνια δοκιμάζοντας ο ίδιος σχεδόν ολόκληρη τη σύγχρονη κουλτούρα του productivity, από την εμμονή με το Inbox Zero μέχρι την τεχνική Pomodoro, στο πλαίσιο και της μακρόχρονης δουλειάς του πάνω στην αυτοβελτίωση. Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι αυτή η εμπειρία ήταν που τον οδήγησε σταδιακά στο αντίθετο συμπέρασμα: το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν είχε βρει ακόμη το τέλειο σύστημα διαχείρισης του χρόνου, αλλά ότι η ιδέα της πλήρους κυριαρχίας πάνω στον χρόνο ήταν εξαρχής ανέφικτη.
Η τεχνική Pomodoro είναι μια απλή μέθοδος διαχείρισης χρόνου που δημιούργησε ο Francesco Cirillo στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η κλασική εκδοχή της είναι: 25 λεπτά συγκεντρωμένης δουλειάς, μετά 5 λεπτά διάλειμμα. Αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές και μετά ακολουθεί μεγαλύτερο διάλειμμα, συνήθως 15–30 λεπτών. Το όνομα προέρχεται από το ιταλικό pomodoro («ντομάτα»), επειδή ο Cirillo χρησιμοποιούσε ένα κουζινικό χρονόμετρο σε σχήμα ντομάτας.
Το Inbox Zero είναι η προσέγγιση όπου προσπαθείς να κρατάς το email σου συνεχώς οργανωμένο και χωρίς εκκρεμή μηνύματα — όχι απαραίτητα κυριολεκτικά μηδέν emails, αλλά μηδέν emails που απαιτούν ακόμη κάποια απόφαση ή ενέργεια. Η ιδέα έγινε γνωστή από τον Merlin Mann και βασίζεται στο να επεξεργάζεσαι γρήγορα κάθε μήνυμα: να απαντάς, να διαγράφεις, να αρχειοθετείς, να αναθέτεις ή να μεταφέρεις την ενέργεια αλλού.