Η πρώτη τελεία. Την 1η Οκτωβρίου, το Reuters αποκάλυψε, επικαλούμενο πηγές, ότι η αμερικανική κυβέρνηση επιβραδύνει την αδειοδότηση εξαγωγών εξαρτημάτων αεροσκαφών προς την Κίνα. Η εξάρτηση της κινεζικής αεροπορίας από αμερικανικούς προμηθευτές προσφέρει στην Ουάσιγκτον έναν μοχλό πίεσης στις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις συνολικά το εμπόριο για να δυσκολέψεις έναν ανταγωνιστή. Μπορεί να αρκεί η καθυστέρηση ενός κρίσιμου εξαρτήματος.
Η δεύτερη τελεία. Η εξάρτηση λειτουργεί και αντίστροφα. Σε ανάλυση της 24ης Σεπτεμβρίου, το Reuters παρουσίασε εκτιμήσεις ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να χρειάζονται κινεζικές σπάνιες γαίες και μέσα στη δεκαετία του 2030, παρά τις νέες επενδύσεις. Η ισχύς του Πεκίνου βρίσκεται και στην επεξεργασία τους: μια δυνατότητα που δεν αποκτάται απλώς ανοίγοντας ένα ορυχείο.
Η γραμμή. Οι δύο δυνάμεις χρησιμοποιούν τις εξαρτήσεις που δημιούργησε η παγκοσμιοποίηση ως εργαλεία διαπραγμάτευσης. Η μία ελέγχει κρίσιμα εξαρτήματα, η άλλη κρίσιμα υλικά και την επεξεργασία τους. Η αλληλεξάρτηση μπορεί να κάνει μια σύγκρουση ακριβότερη, αλλά δεν αποκλείει τον εκβιασμό. Μερικές φορές του προσφέρει ακριβώς το μέσο που χρειάζεται.
Η άλλη ανάγνωση. Αυτό το όπλο έχει κόστος και για εκείνον που το χρησιμοποιεί. Οι περιορισμοί πλήττουν δικούς του προμηθευτές και δίνουν στον πελάτη ισχυρότερο κίνητρο να αναζητήσει εναλλακτικές. Ένα πλεονέκτημα μπορεί να αποδώσει σήμερα και να αρχίσει να υπονομεύεται αύριο. Γι’ αυτό η πλήρης αποσύνδεση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε αναγκαστικά συμφέρουσα.
Η σκέψη που μένει. Για μια ευρωπαϊκή ή ελληνική επιχείρηση, ο κατάλογος των προμηθευτών της είναι πλέον και ένας χάρτης γεωπολιτικού κινδύνου. Δύο διαφορετικοί προμηθευτές δεν προσφέρουν πραγματική ασφάλεια αν εξαρτώνται από την ίδια πρώτη ύλη, την ίδια τεχνολογία ή την άδεια της ίδιας κυβέρνησης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος μπορεί να παραδώσει φθηνότερα. Είναι ποιος μπορεί να τον εμποδίσει να παραδώσει — και αν υπάρχει εναλλακτική όταν συμβεί αυτό.