THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να περιορίσει τις πολλαπλές εγκαταστάσεις οπτικής ίνας μέσα στις πολυκατοικίες, χωρίς ακόμη να επιβάλλει ρητά κοινή χρήση της ίδιας υποδομής.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια θα κριθεί στην επόμενη ΚΥΑ, που θα ορίσει πότε και με ποιους όρους ένας πάροχος θα χρησιμοποιεί εγκατάσταση άλλου.
Οι πάροχοι θα πρέπει να δηλώνουν τα κτίρια όπου έχουν ήδη κατασκευάσει ενδοκτιριακή υποδομή, ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα πριν γίνουν νέες παρεμβάσεις.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της επόμενης φάσης ανάπτυξης των οπτικών ινών στην Ελλάδα μεταφέρεται πλέον στο εσωτερικό των πολυκατοικιών. Και ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί με το νέο πλαίσιο να βάλει τάξη στην ανάπτυξη των δικτύων, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα. Tι θα γίνεται όταν σε μια πολυκατοικία έχει ήδη εγκατασταθεί υποδομή από έναν πάροχο και θέλει να μπει δεύτερος;
Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, που τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού Gigabit Infrastructure Act, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πιο σαφές πλαίσιο για την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας. Στο επίκεντρο βρίσκονται μεταξύ άλλων η πρόσβαση σε υφιστάμενες υποδομές, η ανάπτυξη δικτύων μέσα στα κτίρια, ο συντονισμός των τεχνικών έργων, η αδειοδότηση και η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων.
Ωστόσο, στο κρίσιμο ζήτημα των πολλαπλών ενδοκτιριακών εγκαταστάσεων, η λύση δεν φαίνεται ακόμη να είναι απολύτως ξεκάθαρη.
Το σχέδιο νόμου δεν προβλέπει ρητά, ότι εφόσον υπάρχει ήδη κεντρική υποδομή οπτικών ινών σε μια πολυκατοικία, ο επόμενος πάροχος υποχρεούται να χρησιμοποιήσει την ίδια όδευση και να μην κατασκευάσει μία δεύτερη παράλληλη εγκατάσταση. Μόνο πρόβλεψη που κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι οι πάροχοι που εγκαθιστούν υποδομή μέσα σε ένα κτίριο θα πρέπει να «ελαχιστοποιούν την όποια όχληση» και τις επιπτώσεις στην κοινόχρηστη, κοινόκτητη ή ιδιωτική περιουσία, χρησιμοποιώντας την υφιστάμενη υλική υποδομή που είναι διαθέσιμη στο κτίριο.
Η διατύπωση αυτή είναι σημαντική, αλλά αφήνει ανοιχτό το πρακτικό ερώτημα. Τι ακριβώς σημαίνει «χρησιμοποιώντας την υφιστάμενη υποδομή»; Πότε ένας δεύτερος πάροχος είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει την εγκατάσταση που έχει ήδη γίνει και πότε μπορεί να προχωρήσει σε νέα; Ποιος αποφασίζει αν η υφιστάμενη υποδομή επαρκεί τεχνικά και ποιος θα κρίνει μια ενδεχόμενη διαφωνία;
Αυτά είναι ζητήματα που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνονται οι περιοχές όπου περισσότεροι του ενός πάροχοι αναπτύσσουν δίκτυα οπτικών ινών.
Παράλληλα όμως προβλέπεται η καταγραφή των κτιρίων στα οποία έχει ήδη εγκατασταθεί υποδομή οπτικών ινών.
Μέσα σε τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου, οι πάροχοι θα πρέπει να αναρτήσουν στο Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης κατάλογο με τα κτίρια στα οποία έχουν κατασκευάσει, από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά, ενδοκτιριακή υποδομή έτοιμη για οπτικές ίνες και καλωδίωση μέχρι τα σημεία τερματισμού.
Πρακτικά, δημιουργείται μια συγκεντρωμένη εικόνα για το πού έχει ήδη επενδύσει κάθε πάροχος και ποια κτίρια διαθέτουν έτοιμη υποδομή. Που μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για να περιοριστεί το σημερινό «αλαλούμ»
Η ΚΥΑ που θα κρίνει πολλά
Το σημαντικό είναι ότι το σχέδιο νόμου δεν αφήνει όλα τα τεχνικά ζητήματα στον αέρα, αλλά παραπέμπει για αρκετές κρίσιμες λεπτομέρειες σε κοινή υπουργική απόφαση.
Στην ΚΥΑ αναμένεται να καθοριστούν οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία πρόσβασης σε υφιστάμενη ενδοκτιριακή υποδομή που ελέγχεται από πάροχο, αλλά και οι τεχνικές προδιαγραφές για τα σημεία πρόσβασης, τα καλώδια, τις πρίζες, τις σωληνώσεις και τους μικροαγωγούς.
Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος της απάντησης στο ερώτημα «ποιος χρησιμοποιεί ποια υποδομή» θα δοθεί στο επόμενο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας.
Γι’ αυτό και η δημόσια διαβούλευση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι παρατηρήσεις των παρόχων, των ιδιοκτητών και των υπόλοιπων εμπλεκόμενων φορέων μπορούν να οδηγήσουν σε πιο συγκεκριμένες προβλέψεις πριν κλειδώσει το τελικό πλαίσιο και ακολουθήσει η εφαρμοστική απόφαση.
«Nα κάνουμε όλοι ένα βήμα πίσω»
Το πρόβλημα έχει ήδη περιγραφεί με αρκετά χαρακτηριστικό τρόπο από τον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης Δημήτρη Παπαστεργίου.
Από το βήμα του Advanced Telecoms Summit, ο κ. Παπαστεργίου άφησε σαφές μήνυμα προς την αγορά ότι η ανάπτυξη των δικτύων δεν μπορεί να συνεχιστεί με λογική «ο καθένας το δικό του δίκτυο», ιδιαίτερα όταν οι υποδομές καταλήγουν στο ίδιο κτίριο.
«Δεν έχουμε μαγικές συνταγές. Εκεί πέρα πρέπει να κάνουμε όλοι ένα βήμα πίσω, για να μπορέσουν να προχωρήσουν οι υποδομές, χωρίς να δημιουργούμε διπλές και τριπλές υποδομές στις οικοδομές», ανέφερε.
Η ίδια λογική αποτυπώθηκε ακόμη πιο παραστατικά στην αναφορά του ότι «δεν είναι λογικό να περνούν έξι δίκτυα από τον ίδιο δρόμο».
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο αισθητικό ή θέμα ταλαιπωρίας των ιδιοκτητών. Είναι και θέμα κόστους, αποτελεσματικότητας και αξιοποίησης των υποδομών. Κάθε νέα παράλληλη εγκατάσταση σημαίνει νέα έργα, νέες οδεύσεις και νέες παρεμβάσεις στους κοινόχρηστους χώρους, την ώρα που ο στόχος του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου είναι ακριβώς η μείωση του κόστους ανάπτυξης των δικτύων.
GOOD TO KNOW
Η υποχρέωση καταγραφής που προβλέπει το σχέδιο νόμου έχει μια σημαντική λεπτομέρεια: αφορά τις ενδοκτιριακές υποδομές που οι πάροχοι έχουν κατασκευάσει από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη εικόνα που θα δημιουργηθεί στο Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης δεν προκύπτει, με βάση τη συγκεκριμένη διάταξη, ως πλήρης απογραφή κάθε παλαιότερης εγκατάστασης οπτικής ίνας που υπάρχει σε ελληνική πολυκατοικία.
Η πρακτική αξία του μητρώου επομένως θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την καταγραφή των νέων εγκαταστάσεων, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά θα συνδεθεί με τους κανόνες πρόσβασης που θα καθορίσει η επόμενη ΚΥΑ.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς να γνωρίζει η Πολιτεία ποιος έχει περάσει ίνα σε κάθε κτίριο, αλλά αυτή η πληροφορία να αποτρέπει περιττές δεύτερες και τρίτες παρεμβάσεις όταν η υπάρχουσα υποδομή μπορεί τεχνικά να εξυπηρετήσει περισσότερους παρόχους.