THE BULLET POINT "PREVIEW"
Η Casio δεν ξεκίνησε με αριθμομηχανές ή ρολόγια, αλλά με ένα μεταπολεμικό προϊόν εξαιρετικά απλό: το yubiwa pipe, ένα δαχτυλίδι που κρατούσε το τσιγάρο και επέτρεπε στον καπνιστή να χρησιμοποιεί τα χέρια του ενώ το κάπνιζε μέχρι τέλους.
Η πραγματική δύναμη της Casio δεν ήταν ότι πέτυχε μία φορά. Ήταν ότι μετέφερε τεχνολογία και γνώση από τη μία κατηγορία στην άλλη: από τις αριθμομηχανές στα ψηφιακά ρολόγια, από εκεί στο G-Shock και αργότερα στις ψηφιακές κάμερες.
Σήμερα η εταιρεία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ρολόγια, τα οποία παράγουν το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων και σχεδόν όλα τα λειτουργικά κέρδη των βασικών επιχειρηματικών τομέων.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει το 1945 με την Ιαπωνία ηττημένη και το Τόκιο μισογκρεμισμένο. Τα αγαθά σπάνιζαν και όποιος κάπνιζε, κάπνιζε μέχρι να του κάψει τα δάχτυλα η γόπα.
Σε ένα εργαστήριο του Τόκιο, ένας νεαρός τεχνικός σκέφτηκε μια λύση: ένα δαχτυλίδι με μια μικρή θήκη στην κορυφή, όπου στερεωνόταν το τσιγάρο. Ο καπνιστής είχε τα χέρια του ελεύθερα για δουλειά και το τσιγάρο καιγόταν ως την τελευταία ρουφηξιά.
Το yubiwa pipe, όπως ονομάστηκε, ήταν το πρώτο προϊόν της οικογένειας που 11 χρόνια αργότερα θα ίδρυε τη Casio. Με τα κέρδη του χρηματοδοτήθηκε η πρώτη αριθμομηχανή της εταιρείας και, μέσω αυτής, όλα όσα ακολούθησαν, από τις αριθμομηχανές τσέπης ως το G-Shock.
Το δαχτυλίδι του Τοσίο
Ο Ταντάο Κάσιο (Tadao Kashio) μεγάλωσε στο Τόκιο και μετά το σχολείο έπιασε δουλειά ως βοηθός τορναδόρου. Ο ιδιοκτήτης του συνεργείου εκτίμησε την ικανότητά του και τον ενθάρρυνε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα σε τεχνική σχολή, χωρίς να σταματήσει να δουλεύει.
Στον πόλεμο οι τόρνοι του κάηκαν στους βομβαρδισμούς. Όταν τελείωσε, τους επισκεύασε και την άνοιξη του 1946 ίδρυσε το Kashio Seisakujo, ένα μικρό εργαστήριο που έφτιαχνε γρανάζια και εξαρτήματα για μικροσκόπια.
Ο αδελφός του, Τοσίο Κάσιο (Toshio Kashio), ήταν τεχνικός στις τηλεπικοινωνίες και από παιδί ονειρευόταν να γίνει εφευρέτης. Άφησε τη δουλειά του και μπήκε στο εργαστήριο, με στόχο να του δώσει ένα δικό του προϊόν.
Το δαχτυλίδι ήταν η πρώτη του επιτυχία. Ο Ταντάο το έφτιαχνε στον τόρνο και ο πατέρας τους, Σιγκέρου Κάσιο (Shigeru Kashio), αναλάμβανε την πώληση. Οι παραγγελίες πολλαπλασιάστηκαν και το εργαστήριο απέκτησε για πρώτη φορά δικά του έσοδα.
Η πρώτη αριθμομηχανή και η ίδρυση της Casio
Το 1949 οι αδελφοί είδαν σε μια έκθεση ξένες ηλεκτρικές αριθμομηχανές, θορυβώδεις συσκευές με γρανάζια που κόστιζαν σχεδόν όσο ένα αυτοκίνητο. Ο Τοσίο πίστευε ότι μπορούσε να φτιάξει κάτι καλύτερο με ηλεκτρικά κυκλώματα. Στην προσπάθεια μπήκαν σταδιακά και οι δύο μικρότεροι αδελφοί, ο Καζούο Κάσιο (KazuoKashio) και ο Γιούκιο Κάσιο (Yukio Kashio).
Το πρώτο πρωτότυπο ήταν έτοιμο το 1954 και ζύγιζε περίπου 30 κιλά. Ο έμπορος στον οποίο το παρουσίασαν το βρήκε ήδη ξεπερασμένο, γιατί δεν μπορούσε να πολλαπλασιάσει ένα αποτέλεσμα με νέο αριθμό. Για να συνεχίσουν, ο Ταντάο πούλησε μια δασική έκταση που είχε αγοράσει με τα κέρδη από το δαχτυλίδι και ζήτησε δάνεια από τράπεζες.
Το 1956 ο Τοσίο αποφάσισε να ξεκινήσουν από την αρχή, με ρελέ σαν αυτά των τηλεφωνικών κέντρων. Η νέα μηχανή θα παρουσιαζόταν στο Σαπόρο, όμως στο αεροδρόμιο τούς υποχρέωσαν να αποσυναρμολογήσουν το επάνω μέρος της για να χωρέσει στο αεροπλάνο. Όταν την ξαναμόνταραν, δεν λειτούργησε.
Χωρίς μηχανή, οι αδελφοί έκαναν την παρουσίαση με διαφάνειες και γύρισαν στο Τόκιο απογοητευμένοι. Μόλις έφτασαν, τους επισκέφθηκε εκπρόσωπος της Uchida Yoko, εταιρείας ειδών γραφείου που τους ήξερε από παλιότερες δουλειές. Ο διευθυντής του καταστήματός της στο Σαπόρο είχε παρακολουθήσει την παρουσίαση και η εταιρεία ήθελε να εξετάσει τη μηχανή από κοντά. Τον Ιούνιο του 1957, με συμβόλαιο αποκλειστικής διανομής, ιδρύθηκε η Casio Computer, με πρόεδρο τον πατέρα Σιγκέρου.
Όσο για το όνομα; Οι αδελφοί έκριναν ότι το «Kashio» δεν παρέπεμπε σε ταχύτητα, το βασικό ατού της μηχανής τους, και στα λατινικά το έγραψαν «Casio», εμπνευσμένοι από τον αστερισμό της Κασσιόπειας(Cassiopeia). Η πρώτη αριθμομηχανή της εταιρείας, η 14-A, ζύγιζε 140 κιλά, κόστιζε 485.000 γιεν και είχε το πληκτρολόγιο με τα 10 αριθμητικά πλήκτρα που χρησιμοποιούμε ακόμη.
Το Casio Mini και η μάχη των τιμών
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα τρανζίστορ έκαναν τις αριθμομηχανές ταχύτερες, αθόρυβες και αρκετά μικρές για να χωρούν σε ένα γραφείο. Η Casio καθυστέρησε να ακολουθήσει και έμεινε με απούλητα αποθέματα, μέχρι που το 1965 κυκλοφόρησε το πρώτο της ηλεκτρονικό μοντέλο.
Η αγορά γέμισε γρήγορα με πάνω από 50 κατασκευαστές και οι τιμές υποχωρούσαν συνεχώς, σε μια περίοδο που ο κλάδος ονόμασε «πόλεμο των αριθμομηχανών». Το 1972 η Casio άλλαξε τους όρους της μάχης με το Casio Mini, που απευθυνόταν σε νοικοκυριά αντί για λογιστήρια.
Το Mini κόστιζε 12.800 γιεν, όταν η πρώτη αριθμομηχανή της εταιρείας, 15 χρόνια νωρίτερα, κόστιζε 485.000. Μέσα σε 10 μήνες οι παραδόσεις έφτασαν το 1 εκατομμύριο, η σειρά ξεπέρασε συνολικά τα 10 εκατομμύρια τεμάχια και από τους δεκάδες αντιπάλους ελάχιστοι επέζησαν.
Δύο χρόνια αργότερα η εταιρεία μετέφερε την ίδια τεχνολογία στα ρολόγια, αφού ένα ψηφιακό ρολόι λειτουργεί στην ουσία σαν αθροιστής που μετρά δευτερόλεπτα. Το Casiotron του 1974 είχε αυτόματο ημερολόγιο, που υπολόγιζε μόνο του πόσες μέρες έχει κάθε μήνας.
Η γέννηση του G-Shock
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Κικούο Ιμπέ (Kikuo Ibe), σχεδιαστής ρολογιών της Casio, έσπασε κατά λάθος ένα ρολόι που του είχε χαρίσει ο πατέρας του. Λίγο αργότερα πρότεινε να δημιουργήσουν ένα ρολόι που δεν σπάει όταν πέφτει, με στόχο αντοχή σε πτώση 10 μέτρων, στεγανότητα 10 bar και μπαταρία 10 ετών.
Ο Ιμπέ πετούσε τα πρωτότυπα από το παράθυρο του 3ου ορόφου, 10 μέτρα πάνω από το έδαφος, και κάθε φορά που ενίσχυε ένα εξάρτημα, έσπαγε κάποιο άλλο. Η λύση ήρθε όταν είδε σε ένα πάρκο παιδιά να παίζουν με μια λαστιχένια μπάλα: ο μηχανισμός θα «αιωρούνταν» μέσα σε κούφιο κέλυφος, ώστε να μη δέχεται απευθείας το χτύπημα.
Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο G-Shock, που κυκλοφόρησε το 1983, έπειτα από περισσότερα από 200 πρωτότυπα. Το 2017 οι συνολικές αποστολές της σειράς ξεπέρασαν τα 100 εκατομμύρια ρολόγια.
Οι κάμερες και η νέα διοίκηση
Το G-Shock άντεξε στον χρόνο, κάτι που δεν συνέβη με όλες τις καινοτομίες της εταιρείας. Το 1995 η QV-10της Casio έγινε η πρώτη καταναλωτική ψηφιακή φωτογραφική μηχανή με οθόνη στην πλάτη. Τα smartphonesόμως άλλαξαν την αγορά, με αποτέλεσμα το 2018, με το τμήμα πλέον ζημιογόνο, η εταιρεία να αποσυρθεί από τις κομπακτ κάμερες.
Η οικογένεια Κάσιο διοίκησε την εταιρεία για σχεδόν 8 δεκαετίες, μέχρι που το 2023 την προεδρία ανέλαβε για πρώτη φορά στέλεχος εκτός οικογένειας. Σήμερα διευθύνων σύμβουλος είναι ο Σιν Τακάνο (Shin Takano), ενώ ο Καζουχίρο Κάσιο (Kazuhiro Kashio), γιος του Καζούο, παραμένει πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.
Τα νούμερα του 2026
Στη χρήση που έκλεισε τον Μάρτιο του 2026, οι πωλήσεις της Casio ανήλθαν σε 1,55 δισ. ευρώ (276,3 δισ. γιεν), αυξημένες κατά 5,5%, ενώ το λειτουργικό κέρδος ενισχύθηκε κατά 62,1% στα 129 εκατ. ευρώ. Η ανάκαμψη ήρθε μετά από μια χρονιά με υποχώρηση πωλήσεων και έκτακτο κόστος για πρόγραμμα πρόωρης αποχώρησης προσωπικού.
Τα ρολόγια απέφεραν 1,04 δισ. ευρώ, δηλαδή τα δύο τρίτα των πωλήσεων και περίπου το 93% των λειτουργικών κερδών των επιχειρηματικών τομέων. Η εταιρεία στηρίζει την ανάπτυξή τους σε δύο βασικές μάρκες: το G-Shock, που ποντάρει ξανά στα κλασικά σχέδια του πρώτου μοντέλου, και τη CASIO WATCH, με φθηνά ψηφιακά ρολόγια που κέρδισαν γυναίκες και νεότερους αγοραστές.
Σε μια εποχή που ο καρπός ανήκει όλο και περισσότερο στις έξυπνες συσκευές, η Casio αυξάνει τις πωλήσεις της με ρολόγια που δεν χρειάζονται φόρτιση κάθε βράδυ. Στο α’ τρίμηνο της τρέχουσας χρήσης οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 19,8% και η διοίκηση αναθεώρησε προς τα πάνω την ετήσια πρόβλεψη, στα 1,68 δισ. ευρώ.
Το στοίχημα του Moflin
Ωστόσο, μια εταιρεία που στηρίζεται τόσο πολύ στα ρολόγια είναι εκτεθειμένη σε κάθε στροφή της μόδας. Γι’ αυτό το νέο τριετές πλάνο της Casio περιλαμβάνει και ένα απρόσμενο στοίχημα: το Moflin, ένα χνουδωτό ρομπότ στο μέγεθος της παλάμης, που αντιδρά στο άγγιγμα και στη φωνή και, σύμφωνα με την εταιρεία, αναπτύσσει σταδιακά τη δική του «προσωπικότητα».
Κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία στα τέλη του 2024 και έναν χρόνο αργότερα σε ΗΠΑ και Βρετανία. Την άνοιξη του 2026 οι πωλήσεις του ξεπέρασαν τις 20.000 μονάδες.
Το δαχτυλίδι του 1946 ήταν ένα μικρό, απλό αντικείμενο, που όμως χρηματοδότησε τη μεγάλη ιδέα που ακολούθησε. Σήμερα τον ρόλο του δαχτυλιδιού παίζουν τα ρολόγια, που δίνουν στην Casio την πολυτέλεια να πειραματίζεται ακόμα και με ρομπότ. Το κρίσιμο για τα επόμενα χρόνια είναι αν κάποιο από τα πειράματά της θα εξελιχθεί σε δεύτερο πυλώνα πριν η μόδα των ρετρό ρολογιών αρχίσει να ξεθωριάζει.

GOOD TO KNOW
Η Casio είναι ίσως μία από τις πιο καθαρές περιπτώσεις ιαπωνικής εταιρείας που μεγάλωσε όχι επειδή βρήκε μία μόνο μεγάλη εφεύρεση, αλλά επειδή επανειλημμένα μετέτρεψε τεχνική γνώση σε νέα κατηγορία προϊόντος. Η πρώτη αριθμομηχανή 14-A του 1957 ήταν μια τεράστια συσκευή 140 κιλών και κόστιζε 485.000 γιεν. Μόλις 15 χρόνια αργότερα, το Casio Mini κόστιζε 12.800 γιεν και έφερε την αριθμομηχανή από τα λογιστήρια μέσα στα σπίτια.
Δύο χρόνια μετά, η ίδια λογική ηλεκτρονικής μέτρησης πέρασε στα ρολόγια με το Casiotron, ενώ το 1983 το G-Shock μετέτρεψε την ανθεκτικότητα σε ολόκληρη κατηγορία προϊόντος και, μέχρι το 2017, είχε ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια τεμάχια σε συνολικές αποστολές.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Casio δεν είχε πάντα δίκιο στις επόμενες στροφές της. Η QV-10 του 1995 ήταν πρωτοποριακή ως καταναλωτική ψηφιακή φωτογραφική μηχανή με οθόνη στην πλάτη, αλλά η εταιρεία τελικά εγκατέλειψε τις compact cameras το 2018, όταν τα smartphones άλλαξαν οριστικά την αγορά.
Αυτή η αντίθεση εξηγεί ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη φύση της Casio: δεν είναι εταιρεία που πετυχαίνει επειδή προβλέπει πάντα σωστά το μέλλον. Είναι εταιρεία που επιβιώνει επειδή συνεχίζει να πειραματίζεται αρκετά ώστε κάποια από τα πειράματα να εξελίσσονται σε νέους επιχειρηματικούς πυλώνες. Το yubiwa pipe, το Mini, το G-Shock και σήμερα το Moflin ανήκουν στην ίδια μακρά παράδοση μικρών προϊόντων που επιχειρούν να ανοίξουν πολύ μεγαλύτερες αγορές.