Σβήσε το μεγάλο φως

Σβήσε το μεγάλο φως

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Πριν από τη γενίκευση του ηλεκτρικού φωτισμού, το βραδινό φως στο σπίτι ήταν αναγκαστικά πιο τοπικό και περιορισμένο, από φωτιά, κεριά, λάδι και αργότερα αέριο.

Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η ένταση, η διάρκεια και το φάσμα του φωτός τις ώρες πριν από τον ύπνο επηρεάζουν τον κιρκάδιο ρυθμό και την έκκριση μελατονίνης.

Το «χαμηλό φως» δεν είναι μαγικός κανόνας υγείας. Είναι ένας πρακτικός τρόπος να δημιουργήσουμε πιο ήπιο, τοπικό και λιγότερο έντονο φωτισμό στο ύψος των ματιών κατά τις βραδινές ώρες.

5 MIN READ

Σήμερα στο HANDSOME προτείνουμε μια αλλαγή τόσο μικρή ώστε δύσκολα θα την αποκαλούσαμε αλλαγή: όταν πέσει το βράδυ, μην ανάψεις πρώτα το μεγάλο φως. Άναψε ένα επιτραπέζιο φωτιστικό, μια λάμπα δίπλα στον καναπέ ή ένα μικρό φως στη γωνία του δωματίου και δες πόσο διαφορετικός γίνεται αμέσως ο ίδιος χώρος.

Δεν είναι απλώς θέμα αισθητικής. Για μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας το βραδινό φως ήταν χαμηλό, τοπικό και περιορισμένο. Η ηλεκτρική εποχή μάς έδωσε τη δυνατότητα να μετατρέψουμε τη νύχτα σχεδόν σε μέρα, και σταδιακά μάθαμε να θεωρούμε φυσιολογικό ένα σπίτι πλήρως φωτισμένο μέχρι τη στιγμή που θα κοιμηθούμε. Η επιστήμη του κιρκάδιου ρυθμού, όμως, μας υπενθυμίζει ότι το σώμα δεν αντιμετωπίζει όλες τις ώρες της ημέρας με τον ίδιο τρόπο. Το βράδυ δεν χρειάζεται να βλέπουμε λιγότερο. Χρειάζεται απλώς το φως να αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν να είναι πράγματι βράδυ.

Όταν η νύχτα έγινε τόσο φωτεινή όσο η μέρα

Για αιώνες, το να φωτίσεις ένα δωμάτιο σήμαινε να δημιουργήσεις ένα μικρό νησί φωτός μέσα στο σκοτάδι. Ένα κερί φώτιζε το τραπέζι, μια λάμπα λαδιού μια συγκεκριμένη γωνία, το τζάκι το σημείο γύρω από το οποίο συγκεντρωνόταν το σπίτι. Ακόμη και ο φωτισμός αερίου, που θεωρήθηκε τεράστια πρόοδος τον 19ο αιώνα, παρέμενε σχετικά περιορισμένος, ζεστός και τοπικός. Η ηλεκτρική ενέργεια άλλαξε ριζικά αυτή τη σχέση. Οι πρώτες λάμπες τόξου εμφανίστηκαν σε δημόσιους χώρους τη δεκαετία του 1870, αλλά ήταν υπερβολικά έντονες και ακατάλληλες για τα σπίτια. Η εξέλιξη της λάμπας πυρακτώσεως έκανε το ηλεκτρικό φως πραγματικά οικιακό και στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε να αντικαθιστά τις παλαιότερες μορφές φωτισμού. Για πρώτη φορά μπορούσες να φωτίσεις εύκολα ολόκληρο ένα δωμάτιο με το πάτημα ενός διακόπτη και χωρίς καπνό, φλόγα ή συνεχή φροντίδα. Ήταν μια τεράστια πρόοδος. Μαζί της όμως δημιουργήθηκε και μια νέα συνήθεια: το περισσότερο φως έγινε σχεδόν συνώνυμο του καλύτερου φωτισμού.

Το πρόβλημα δεν είναι η λάμπα της οροφής καθαυτή. Ένα δυνατό κεντρικό φως είναι εξαιρετικά χρήσιμο όταν μαγειρεύεις, καθαρίζεις, ψάχνεις κάτι ή χρειάζεσαι πραγματικά υψηλή ορατότητα. Το ζήτημα αρχίζει όταν το ίδιο επίπεδο φωτισμού παραμένει αναμμένο στις έντεκα το βράδυ, ενώ το σώμα βρίσκεται ήδη στη φυσιολογική διαδικασία μετάβασης προς τη νύχτα. Διεθνής επιστημονική ομάδα που διαμόρφωσε συστάσεις για τον καθημερινό φωτισμό προτείνει πολύ υψηλότερη έκθεση σε φως κατά τη διάρκεια της ημέρας και σημαντικά χαμηλότερη τις περίπου τρεις ώρες πριν από τον συνηθισμένο ύπνο. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν μάλιστα ειδικό μέτρο, το melanopic EDI, επειδή αυτό που έχει σημασία για το βιολογικό ρολόι δεν είναι απλώς πόσο φωτεινό φαίνεται κάτι, αλλά πόσο έντονα το φως διεγείρει συγκεκριμένους φωτοϋποδοχείς του αμφιβληστροειδούς.

Δεν είναι μόνο το «μπλε φως»

Η συζήτηση γύρω από το βραδινό φως έχει απλοποιηθεί υπερβολικά τα τελευταία χρόνια σε μία φράση: «το μπλε φως είναι κακό». Δεν είναι τόσο απλό. Το φως μικρού μήκους κύματος αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι του ημερήσιου φωτός και είναι απαραίτητο για τη σωστή ρύθμιση του βιολογικού μας ρολογιού μέσα στην ημέρα. Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στο πότε, πόσο και για πόση ώρα εκτιθέμεθα σε φως που κρατά τον οργανισμό σε κατάσταση ημέρας. Συστηματικές ανασκοπήσεις δείχνουν ότι το έντονο ή εμπλουτισμένο σε μικρά μήκη κύματος φως το βράδυ μπορεί να καθυστερήσει ή να μειώσει την έκκριση μελατονίνης, ενώ η πιο πρόσφατη βιβλιογραφία προειδοποιεί και απέναντι στην υπεραπλούστευση που παρουσιάζει τα ειδικά γυαλιά ή φίλτρα «blue light» ως μαγική λύση. Η πιο λογική προσέγγιση παραμένει πολύ πιο απλή: αρκετό φυσικό ή ισχυρό φως την ημέρα, λιγότερο και ηπιότερο φως όσο πλησιάζει η ώρα του ύπνου.

Κάπου εδώ επιστρέφουμε στο φωτιστικό δίπλα στον καναπέ. Το να κατεβάσεις το φως χαμηλότερα δεν λειτουργεί επειδή υπάρχει κάποιος βιολογικός κανόνας που λέει ότι κάθε λάμπα οροφής είναι κακή και κάθε πορτατίφ καλή. Λειτουργεί επειδή είναι πολύ πιο εύκολο να φωτίσεις μόνο ό,τι χρειάζεσαι, με μικρότερη ένταση και λιγότερο φως να φτάνει απευθείας στα μάτια. Ένα φωτιστικό δίπλα σε μια πολυθρόνα μπορεί να είναι αρκετό για διάβασμα χωρίς να χρειάζεται ολόκληρο το σαλόνι να μοιάζει με αίθουσα συνεδριάσεων. Μια μικρή λάμπα στο τραπέζι μπορεί να δημιουργήσει αρκετό φως για το δείπνο χωρίς να εξαφανίζει όλες τις σκιές. Το αποτέλεσμα είναι ταυτόχρονα πρακτικό και αισθητικό. Αντί για έναν χώρο που φωτίζεται παντού το ίδιο, αποκτάς διαφορετικά επίπεδα φωτός, βάθος, σκοτεινότερες περιοχές και σημεία όπου φυσικά συγκεντρώνεται το βλέμμα.

Το σπίτι δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς «σε λειτουργία»

Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Ο σύγχρονος φωτισμός μάς επέτρεψε να αγνοήσουμε σχεδόν πλήρως την ώρα της ημέρας. Μπορούμε να δουλεύουμε, να μαγειρεύουμε, να διαβάζουμε και να καθαρίζουμε στις δύο το πρωί με σχεδόν τις ίδιες συνθήκες φωτισμού που έχουμε στις δύο το μεσημέρι. Τεχνικά είναι εκπληκτικό. Ψυχολογικά, όμως, σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργούμε μόνοι μας τις μεταβάσεις που παλαιότερα επέβαλλε το περιβάλλον. Το να χαμηλώσεις τα φώτα μπορεί να γίνει μια από αυτές. Όχι ως productivity hack ή τελετουργία ευεξίας που πρέπει να μετρηθεί, αλλά ως ένας απλός τρόπος να πεις στον χώρο ότι η ημέρα αλλάζει χαρακτήρα.

Αυτός είναι και ο λόγος που ένα σπίτι μπορεί να είναι πολύ όμορφα σχεδιασμένο και παρ’ όλα αυτά να μοιάζει ψυχρό μόλις ανάψει ένα δυνατό κεντρικό φωτιστικό. Το φως δεν αποκαλύπτει απλώς τον χώρο, αποφασίζει ποιο κομμάτι του θα δεις, πού θα κοιτάξεις και αν το δωμάτιο θα μοιάζει με μέρος όπου πρέπει να κάνεις κάτι ή με μέρος όπου μπορείς επιτέλους να σταματήσεις.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να αλλάξεις όλα τα φωτιστικά ούτε να αγοράσεις κάποιο περίπλοκο «έξυπνο» σύστημα. Μερικές φορές η καλύτερη αλλαγή είναι απλώς να αφήσεις έναν διακόπτη κλειστό.

 

GOOD TO KNOW

Το 1933 ο Ιάπωνας συγγραφέας Jun’ichirō Tanizaki έγραψε το In Praise of Shadows, ένα μικρό δοκίμιο που εξελίχθηκε σε κλασικό κείμενο για την ιαπωνική αισθητική. Ο Tanizaki υποστήριζε ότι πολλά υλικά, δωμάτια και αντικείμενα αποκαλύπτουν την ομορφιά τους ακριβώς επειδή δεν φωτίζονται πλήρως. Σε ένα από τα παραδείγματά του περιγράφει εστιατόριο στο Κιότο όπου τα κεριά είχαν αντικατασταθεί από ηλεκτρικές λάμπες επειδή οι πελάτες θεωρούσαν τον παλιό φωτισμό υπερβολικά σκοτεινό. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η συζήτηση για το πόσο φως πραγματικά χρειαζόμαστε μοιάζει αξιοσημείωτα σύγχρονη.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.