THE BULLET POINT "PREVIEW"
Η Samsung ιδρύθηκε το 1938 ως εμπορική επιχείρηση τροφίμων και μπήκε στα ηλεκτρονικά μόλις το 1969, τρεις δεκαετίες αργότερα.
Η μεταμόρφωσή της δεν έγινε με μία απόφαση, αλλά με διαδοχικά βήματα: από το εμπόριο στη βιομηχανία, από τις συσκευές στα εξαρτήματα και από εκεί στα chips.
Το μάθημα: η Samsung δεν έμεινε πιστή στο πρώτο της προϊόν, αλλά στην ικανότητα να πηγαίνει εκεί που μετακινείται η επόμενη μεγάλη αγορά.
Αν κάποιος προσπαθούσε σήμερα να μαντέψει από πού ξεκίνησε η Samsung, δύσκολα θα έφτανε στα τρόφιμα. Ο όμιλος που σήμερα ταυτίζεται με smartphones, τηλεοράσεις, μνήμες και chips γεννήθηκε σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.
Την 1η Μαρτίου 1938, ο Lee Byung-chull ίδρυσε τη Samsung στην πόλη Daegu της Κορέας, ως εμπορική επιχείρηση που πουλούσε αποξηραμένα ψάρια, noodles και άλλα τρόφιμα και έκανε εξαγωγές προς την Κίνα. Η τεχνολογία δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα. Στις επόμενες δεκαετίες ο όμιλος απλώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους, όπως η βιομηχανία και οι ασφάλειες.
Η πραγματική τομή ήρθε τρεις δεκαετίες αργότερα. Το 1969 ιδρύθηκε η Samsung Electronics και την ίδια χρονιά η Samsung-Sanyo, κοινή εταιρεία με την ιαπωνική Sanyo. Τον Νοέμβριο του 1970 βγήκε η πρώτη ασπρόμαυρη τηλεόραση και τον Ιανουάριο του 1971 η Samsung έκανε το πρώτο εξαγωγικό της βήμα στα ηλεκτρονικά, στέλνοντας 500 τηλεοράσεις στον Παναμά. Δεν είχε ακόμη τη διεθνή κλίμακα που θα αποκτούσε αργότερα, αλλά είχε ήδη αρχίσει να περνά από το εμπόριο στην παραγωγή.
Το 1974 η μετάβαση επιταχύνθηκε. Η Samsung άρχισε να φτιάχνει ψυγεία, κλιματιστικά και πλυντήρια. Την ίδια χρονιά όμως έγινε μια κίνηση που αποδείχθηκε πολύ πιο καθοριστική για το μέλλον της. Ο Lee Kun-hee, γιος του ιδρυτή, αγόρασε με δικά του χρήματα το 50% της Korea Semiconductor, της πρώτης εταιρείας ημιαγωγών της Νότιας Κορέας. Το 1977 ολοκληρώθηκε η εξαγορά και το 1978 η εταιρεία μετονομάστηκε σε Samsung Semiconductor. Μια επιχείρηση που είχε μπει στα ηλεκτρονικά μέσα από τηλεοράσεις και οικιακές συσκευές, άρχιζε να μπαίνει βαθύτερα στην αλυσίδα της τεχνολογίας.
Την ίδια εποχή η παραγωγή μεγάλωνε με εντυπωσιακό ρυθμό. Το 1977 η Samsung ξεκίνησε τη μαζική παραγωγή και εξαγωγή έγχρωμων τηλεοράσεων, και το 1978, σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία, είχε γίνει ο μεγαλύτερος κατασκευαστής ασπρόμαυρων τηλεοράσεων στον κόσμο. Δεν ήταν πια ένας νέος παίκτης. Έχτιζε κλίμακα για να ανταγωνιστεί διεθνώς.
Η απόφαση να μπει στα chips δείχνει καθαρά τη λογική της. Η Samsung θα μπορούσε να μείνει ένας μεγάλος κατασκευαστής τηλεοράσεων και ψυγείων. Αντί γι’ αυτό, μπήκε σε έναν κλάδο πολύ πιο δύσκολο, που ήθελε τεράστια κεφάλαια και έρευνα. Το 1983 ανέπτυξε το πρώτο της τσιπ μνήμης 64K DRAM, ένα κρίσιμο βήμα για να γίνουν οι ημιαγωγοί βασικός πυλώνας της στρατηγικής της. Η ουσιαστική αλλαγή ήταν ότι, κατασκευάζοντας και τα εξαρτήματα, η Samsung μπορούσε να προμηθεύει άλλες εταιρείες και να συμμετέχει σε περισσότερα στάδια της τεχνολογικής αλυσίδας. Αυτό διεύρυνε τις πηγές εσόδων της, χωρίς να την προστατεύει από τους κύκλους της αγοράς. Οι μνήμες απαιτούν τεράστιες επενδύσεις και παραμένουν μια έντονα κυκλική αγορά, όπου η υπερπροσφορά μπορεί να συμπιέσει δραστικά την κερδοφορία.
Δεν ήταν μια πορεία χωρίς ρίσκο. Κάθε νέος κλάδος ήθελε μεγάλες επενδύσεις, γνώση και υπομονή. Ούτε είναι συνταγή που μπορεί να αντιγράψει κάθε επιχείρηση. Η διαφοροποίηση χωρίς σχέδιο μπορεί εξίσου εύκολα να σπαταλήσει χρήματα και προσοχή. Στη Samsung, όμως, τα βήματα δέθηκαν μεταξύ τους: οι συσκευές χρειάζονταν ηλεκτρονικά, τα ηλεκτρονικά χρειάζονταν εξαρτήματα, και τα εξαρτήματα οδήγησαν όλο και βαθύτερα στην τεχνολογία.
Η Samsung δεν έγινε αυτό που είναι σήμερα επειδή έμεινε πιστή στο προϊόν με το οποίο ξεκίνησε. Έγινε επειδή άλλαξε πολλές φορές τι πουλούσε, χωρίς να σταματήσει να αναζητά πού μετακινείται η επόμενη μεγάλη αγορά.

GOOD TO KNOW
«Samsung» στα κορεατικά σημαίνει «τρία αστέρια». Και τα τρόφιμα δεν χάθηκαν ποτέ εντελώς από την ιστορία της. Το 1953, ο ιδρυτής δημιούργησε την Cheil Jedang, την πρώτη μεταποιητική δραστηριότητα του ομίλου, με αφετηρία την παραγωγή ζάχαρης. Το 1993 η εταιρεία ανακοίνωσε την ανεξαρτησία της από τη Samsung και αποτέλεσε τη βάση του σημερινού ομίλου CJ, με σημαντική παρουσία στα τρόφιμα. Το όνομα CJ προέρχεται από τα αρχικά της Cheil Jedang, κρατώντας ζωντανή την αφετηρία του ομίλου.