Παγωτό, σαλάτες, γιαούρτι: Ποιος αποφασίζει πλέον για τις ελληνικές οικογενειακές μάρκες τροφίμων

Παγωτό, σαλάτες, γιαούρτι: Ποιος αποφασίζει πλέον για τις ελληνικές οικογενειακές μάρκες τροφίμων

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Επενδυτές και επιχειρηματικοί όμιλοι μπαίνουν σε ελληνικές εταιρείες τροφίμων με ισχυρά brands, βάζουν κεφάλαια για ανάπτυξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις χρησιμοποιούν ως βάση για νέες εξαγορές.

Η Kayak, η Φάρμα Κουκάκη και η 3P Salads είναι τρία διαφορετικά παραδείγματα της κινητικότητας του 2026. Η Eurocatering δείχνει την έξοδο των επενδυτών: το 49% πέρασε στη Γλάρος, εταιρεία συμφερόντων της οικογένειας Σκλαβενίτη, με τον ιδρυτή να διατηρεί την πλειοψηφία.

Η οικογένεια μπορεί να κερδίσει κεφάλαια, παραγωγική κλίμακα και πρόσβαση σε νέες αγορές. Το μεγάλο στοίχημα είναι αν η ανάπτυξη μπορεί να γίνει χωρίς να χαθεί η ταυτότητα που έκανε το brand ισχυρό.

6 MIN READ

Νέα κεφάλαια, εξαγορές και μεγαλύτερα σχήματα αλλάζουν σιωπηλά τον χάρτη των ελληνικών τροφίμων.

Στις 7 Οκτωβρίου, η Γλάρος, εταιρεία συμφερόντων της οικογένειας Σκλαβενίτη, απέκτησε το 49% της Eurocatering, της εταιρείας πίσω από το brand «Φρεσκούλης». Πωλητές ήταν η EOS Capital Partners και το Latsco Family Office, ενώ ο ιδρυτής της εταιρείας Χρυσόστομος Μαυρόπουλος διατήρησε το 51% και παραμένει στο τιμόνι της. Για τον αγοραστή ήταν μια στρατηγική κίνηση σε έναν αναπτυσσόμενο τομέα τροφίμων. Για τους πωλητές ήταν το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου.

Η συναλλαγή δεν είναι μεμονωμένη. Είναι το πιο πρόσφατο κομμάτι μιας ευρύτερης τάσης που έχει γίνει ιδιαίτερα ορατή μέσα στο 2026: επενδυτές και επιχειρηματικοί όμιλοι μπαίνουν σε ελληνικές εταιρείες τροφίμων με ισχυρά brands, βάζουν κεφάλαια για ανάπτυξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις χρησιμοποιούν ως βάση για νέες εξαγορές. Για τα funds, στο τέλος του επενδυτικού κύκλου έρχεται συνήθως και το ερώτημα της εξόδου.

Τέσσερις κινήσεις, ένα μοτίβο

Το παγωτό. Το Halcyon Equity Partners επένδυσε στην Kayak, την εταιρεία που ιδρύθηκε το 1993 από την οικογένεια Σταυρίδη και διαθέτει τα brands Kayak, Chillbox και Goatit. Λίγο αργότερα, η Kayak έκανε την πρώτη σημαντική εξαγορά μετά την είσοδο του Halcyon: απέκτησε πλειοψηφική συμμετοχή στη Da Vinci Artisan Gelato, που διαθέτει δίκτυο 18 καταστημάτων σε Ελλάδα, Κύπρο και Γαλλία. Η στρατηγική ανάπτυξης προβλέπει και άλλες συμπληρωματικές εξαγορές, με στόχο τη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου και της γεωγραφικής παρουσίας της εταιρείας.

Το γιαούρτι. Το EOS Hellenic Renaissance Fund II έγινε στις αρχές του 2026 πλειοψηφικός μέτοχος στη Φάρμα Κουκάκη, τη γαλακτοβιομηχανία του Κιλκίς, σε μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις που έχει πραγματοποιήσει η EOS Capital. Το σχέδιο περιλαμβάνει τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας και ανάπτυξη νέων προϊόντων. Οι εξαγωγές της εταιρείας αντιστοιχούν ήδη στο 20% των εσόδων της και φτάνουν σε περισσότερες από 30 χώρες, ενώ ο ιδρυτής Αθανάσιος Κουκάκης παραμένει επικεφαλής της διοίκησης.

Οι σαλάτες. Η Αμβροσία, θυγατρική της Bespoke SGA Holdings του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, απέκτησε τον Φεβρουάριο το 70% της 3P Salads. Οι Γιάννης Πουρδαλάς και Σωτήρης Καλιάφας, μέτοχοι της 3P Salads, παρέμειναν στη διοίκηση της εταιρείας.

Και η έξοδος. Η Eurocatering δείχνει πώς μπορεί να κλείσει ένας τέτοιος επενδυτικός κύκλος. Η EOS Capital είχε μπει στην εταιρεία το 2021 μαζί με την Elikonos Capital. Το 2024, το Latsco Family Office απέκτησε το 30%, ενώ η Elikonos αποχώρησε πλήρως. Τώρα, EOS Capital και Latsco αποχώρησαν από κοινού, μεταβιβάζοντας συνολικά το 49% στη Γλάρος, με τον ιδρυτή να διατηρεί την πλειοψηφία.

Πώς δουλεύει το μοντέλο

Η λογική είναι σχετικά απλή. Ο επενδυτής αναζητά μια εταιρεία με αναγνωρίσιμο όνομα, καλό προϊόν και προοπτικές ανάπτυξης, στην οποία περισσότερα κεφάλαια, μεγαλύτερη οργάνωση, παραγωγική δυναμικότητα ή πρόσβαση στο εξωτερικό μπορούν να επιταχύνουν την ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η εταιρεία γίνεται η βάση πάνω στην οποία προστίθενται μικρότερες επιχειρήσεις του ίδιου ή γειτονικού χώρου. Το ζητούμενο είναι το σύνολο να αξίζει περισσότερο από το άθροισμα των κομματιών του.

Στην ίδια αγορά, όμως, συναντιούνται δύο διαφορετικές λογικές: τα funds που επενδύουν με ορίζοντα εξόδου και οι στρατηγικοί αγοραστές που χτίζουν μεγαλύτερους ομίλους. Για ένα fund, ο επενδυτικός κύκλος προβλέπει κάποια στιγμή έξοδο από τη συμμετοχή του. Ένας πιθανός αγοραστής είναι ένας μεγαλύτερος όμιλος του κλάδου που αναζητά ένα ισχυρό brand, μερίδιο αγοράς, παραγωγική δυναμικότητα ή τεχνογνωσία. Η Bespoke αποτελεί διαφορετικό παράδειγμα από το κλασικό private equity: λειτουργεί ως επιχειρηματικός όμιλος με στρατηγική παρουσία στον κλάδο τροφίμων και όχι ως fund με προκαθορισμένο κύκλο αποεπένδυσης.

Γιατί τα τρόφιμα

Τα τρόφιμα έχουν χαρακτηριστικά που εξηγούν το αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για προϊόντα επαναλαμβανόμενης κατανάλωσης, πολλές κατηγορίες διαθέτουν ισχυρά τοπικά brands, ενώ σημαντικό μέρος του κλάδου εξακολουθεί να αποτελείται από μικρές και μεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις. Για πολλές από αυτές, η επόμενη φάση ανάπτυξης και διεθνούς επέκτασης απαιτεί περισσότερα κεφάλαια και μεγαλύτερη κλίμακα.

Για έναν επενδυτή, αυτή η δομή δημιουργεί ευκαιρίες για μεγαλύτερη κλίμακα, ισχυρότερα δίκτυα διανομής, επενδύσεις στην παραγωγή και επέκταση στο εξωτερικό. Και για τις ίδιες τις οικογενειακές επιχειρήσεις, ένας νέος μέτοχος μπορεί να προσφέρει τα κεφάλαια που χρειάζονται για το επόμενο βήμα, χωρίς απαραίτητα να απομακρύνει τον ιδρυτή από τη διοίκηση. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη αλλαγή: περισσότερες μικρότερες επιχειρήσεις να εντάσσονται σε λιγότερα, μεγαλύτερα σχήματα.

Γιατί τώρα

Η κινητικότητα δεν περιορίζεται στα τρόφιμα. Η PwC κατέγραφε ήδη συναλλαγές άνω των 7 δισ. ευρώ για το 2026 στην ελληνική αγορά, που είχαν ανακοινωθεί ή ολοκληρωθεί. Και οι τέσσερις κινήσεις στα τρόφιμα, αν και δεν είναι ίδιες, δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: περισσότερα κεφάλαια αναζητούν εταιρείες με ισχυρά προϊόντα και δυνατότητα να αποκτήσουν μεγαλύτερη κλίμακα.

Παράλληλα, για πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, αλλά και πώς θα περάσουν στην επόμενη φάση χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους. Η συμμετοχή ενός επενδυτή μπορεί να είναι μια απάντηση, ειδικά όταν ο ιδρυτής ή η οικογένεια παραμένουν ενεργοί στη διοίκηση.

Τι κερδίζει και τι ρισκάρει η οικογένεια

Η οικογένεια μπορεί να κερδίσει κεφάλαια, οργανωτική υποστήριξη, παραγωγικές επενδύσεις και πρόσβαση σε αγορές που διαφορετικά θα ήθελαν περισσότερο χρόνο για να κατακτηθούν. Και τα παραδείγματα του 2026 δείχνουν ότι η είσοδος νέου επενδυτή δεν σημαίνει απαραίτητα την αποχώρηση του επιχειρηματία. Στη Φάρμα Κουκάκη ο ιδρυτής παραμένει επικεφαλής, οι μέτοχοι της 3P Salads παραμένουν στη διοίκηση και στην Eurocatering ο Χρυσόστομος Μαυρόπουλος εξακολουθεί να κατέχει το 51% και να ηγείται της εταιρείας.

Αυτό που αλλάζει είναι ότι πλέον στο τραπέζι κάθεται ένας ακόμη μέτοχος, με διαφορετικές απαιτήσεις από εκείνες μιας παραδοσιακής οικογενειακής επιχείρησης. Ειδικά στην περίπτωση ενός fund, η επένδυση έχει κύκλο ζωής και κάποια στιγμή τίθεται το ζήτημα της αποεπένδυσης. Τότε μπορεί να αλλάξει ξανά όχι μόνο η μετοχική σύνθεση, αλλά και το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η εταιρεία. Το κρίσιμο στοίχημα είναι αν η κλίμακα, τα κεφάλαια και η ταχύτερη ανάπτυξη μπορούν να συνδυαστούν με την ταυτότητα που έκανε αρχικά το brand ισχυρό.

Το πραγματικό ερώτημα

Το μοντέλο δεν είναι καλό ή κακό από μόνο του. Μπορεί να δώσει σε ελληνικές εταιρείες τα κεφάλαια για να μεγαλώσουν, να επενδύσουν στην παραγωγή, να κάνουν εξαγορές και να διεκδικήσουν μεγαλύτερο χώρο εκτός Ελλάδας. Ταυτόχρονα, όμως, αλλάζει σταδιακά τη δομή ενός κλάδου που χτίστηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από ανεξάρτητες και οικογενειακές επιχειρήσεις.

Πίσω από το παγωτό, το γιαούρτι και τις σαλάτες βρίσκεται επομένως μια μεγαλύτερη ιστορία: η σταδιακή συγκέντρωση της ελληνικής αγοράς τροφίμων σε μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος αγοράζει σήμερα. Είναι τι συμβαίνει στη μάρκα όταν μεγαλώνει και, τελικά, ποιος αποφασίζει γι’ αυτήν.

GOOD TO KNOW

Ένας από τους επιχειρηματίες που πρωταγωνιστούν σήμερα στη συγκέντρωση της ελληνικής αγοράς τροφίμων βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος ήταν επικεφαλής και ένας από τους βασικούς μετόχους της Chipita όταν συμφωνήθηκε η εξαγορά της από τη Mondelez International, σε μια συμφωνία περίπου 2 δισ. δολαρίων που ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2022. Με την Bespoke ακολούθησε στη συνέχεια μια στρατηγική δημιουργίας ενός ευρύτερου ελληνικού ομίλου τροφίμων. Το 2025 συμφωνήθηκε η πώληση της Νίκας στην Υφαντής, με τον ίδιο να δηλώνει ότι ολοκληρώνεται «ένας κύκλος στρατηγικής ανάπτυξης και εξυγίανσης». Μέσα σε λίγα χρόνια, ο ίδιος επιχειρηματίας βρέθηκε και στις δύο πλευρές της αναδιάταξης της αγοράς: χτίζοντας, αγοράζοντας και πουλώντας.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.