Λιγότερα παιδιά, περισσότεροι ηλικιωμένοι: ποιος θα φροντίσει την Ευρώπη;

Λιγότερα παιδιά, περισσότεροι ηλικιωμένοι: ποιος θα φροντίσει την Ευρώπη;

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Το 2024 γεννήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση 3,55 εκατ. παιδιά και ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε στο ιστορικά χαμηλό 1,34 παιδί ανά γυναίκα. Την ίδια στιγμή, το 22% του πληθυσμού της ΕΕ είναι πλέον 65 ετών και άνω.

Η πτώση των γεννήσεων συνδέεται με τη στέγη, την οικονομική ανασφάλεια, το κόστος φροντίδας των παιδιών και την αλλαγή των αντιλήψεων γύρω από τη γονεϊκότητα. Το αποτέλεσμα όμως δεν αφορά μόνο το πόσοι θα γεννηθούν, αλλά και το πόσοι θα υπάρχουν αύριο για να εργαστούν και να φροντίσουν τους μεγαλύτερους.

Ήδη περισσότεροι από ένας στους οκτώ ανθρώπους άνω των 50 στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) παρέχουν άτυπη φροντίδα σε συγγενείς ή κοντινά πρόσωπα, ενώ η ζήτηση για επαγγελματίες μακροχρόνιας φροντίδας αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά.

6 MIN READ

Για πολλές δεκαετίες το δημογραφικό παρουσιαζόταν κυρίως ως ένα πρόβλημα γεννήσεων. Οι κοινωνίες έκαναν λιγότερα παιδιά, οι κυβερνήσεις ανησυχούσαν και η συζήτηση κατέληγε συνήθως στο ίδιο ερώτημα: τι πρέπει να γίνει ώστε τα ζευγάρια να αποκτούν περισσότερα παιδιά; Η εικόνα σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερη. Η Ευρώπη δεν κάνει απλώς λιγότερα παιδιά. Ταυτόχρονα ζει περισσότερο. Και αυτά τα δύο φαινόμενα μαζί αλλάζουν σταδιακά την αναλογία ανάμεσα σε όσους χρειάζονται φροντίδα και σε όσους μπορούν να την προσφέρουν.

Το 2024 γεννήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 3,55 εκατ. παιδιά, 3,3% λιγότερα από το προηγούμενο έτος. Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας υποχώρησε στα 1,34 παιδιά ανά γυναίκα, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2001, όταν αρχίζει η διαθέσιμη συγκρίσιμη σειρά για την ΕΕ. Για να παραμένει ένας πληθυσμός περίπου σταθερός μακροπρόθεσμα χωρίς να συνυπολογίζεται η μετανάστευση, απαιτούνται περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Καμία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν βρίσκεται πλέον κοντά σε αυτό το επίπεδο: η Βουλγαρία είχε τον υψηλότερο δείκτη το 2024 με 1,72 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ η Μάλτα βρισκόταν μόλις στο 1,01 και η Ισπανία στο 1,10.

Δεν μειώνονται μόνο οι γεννήσεις

Την ίδια στιγμή, η άλλη πλευρά της δημογραφικής εξίσωσης γίνεται ολοένα πιο εμφανής. Το 2005, οι άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω αποτελούσαν περίπου το 17% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2025 έφτασαν στο 22%. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές επιτυχίες των τελευταίων δεκαετιών. Σημαίνει όμως και ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα ζουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με ανάγκες υγείας, υποστήριξης και καθημερινής φροντίδας.

Αλλάζει και ο χρόνος στον οποίο δημιουργούμε οικογένεια. Η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες στην ΕΕ αποκτούν το πρώτο τους παιδί έφτασε τα 29,9 έτη το 2024, από 28,9 μία δεκαετία νωρίτερα. Στην Ιταλία ξεπερνά τα 31,9 χρόνια και στην Ισπανία τα 31,5. Παράλληλα, το ποσοστό των γεννήσεων από γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω έχει διπλασιαστεί μέσα σε είκοσι χρόνια. Στην Ελλάδα έφτασε το 11% των γεννήσεων το 2024, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.

Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι η γονεϊκότητα «μετατίθεται». Σε πολλές περιπτώσεις, όταν το πρώτο παιδί έρχεται αργότερα, μειώνεται και ο χρόνος μέσα στον οποίο μπορεί να ακολουθήσει δεύτερο ή τρίτο. Και σε άλλες περιπτώσεις η απόφαση για παιδί εγκαταλείπεται εντελώς.

Η στέγη, η δουλειά και η αλλαγή των προτεραιοτήτων

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν κάνουν παιδιά επειδή δεν μπορούν να τα πληρώσουν. Ένα μέρος της αλήθειας βρίσκεται πράγματι εκεί, αλλά όχι όλη. Ο OECD συνδέει την πτώση της γονιμότητας με την εργασιακή ανασφάλεια, τη δυσκολία εύρεσης κατάλληλης κατοικίας, το κόστος παιδικής φροντίδας και τις αλλαγές στις αντιλήψεις γύρω από τη γονεϊκότητα. Σε έρευνα του οργανισμού, το 88% των ερωτηθέντων θεωρούσε την οικονομική κατάσταση των νέων σημαντικό εμπόδιο στην απόκτηση παιδιών και το 87% τις συνθήκες στέγασης.

Το πρόβλημα είναι ότι τα παραπάνω λειτουργούν συσσωρευτικά. Ένα ζευγάρι μπορεί να αντέχει ένα μικρό διαμέρισμα, όχι όμως όταν χρειάζεται επιπλέον δωμάτιο. Μπορεί να διαχειρίζεται δύο αβέβαιες δουλειές, όχι όμως όταν ένας από τους δύο πρέπει να μειώσει ώρες εργασίας. Μπορεί να θέλει ένα δεύτερο παιδί, αλλά να μην έχει πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή φροντίδα.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη πολιτισμική μεταβολή. Ο OECD σημειώνει ότι περισσότεροι νέοι άνδρες και γυναίκες βρίσκουν νόημα στη ζωή τους έξω από τη γονεϊκότητα και ότι η επιλογή να μη γίνει κάποιος γονιός είναι πλέον περισσότερο κοινωνικά αποδεκτή. Παράλληλα, έχουν αυξηθεί οι απαιτήσεις γύρω από το τι θεωρούμε «καλή γονεϊκότητα»: περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερη οικονομική επένδυση, περισσότερη συναισθηματική παρουσία.

Άρα το δημογραφικό δεν είναι απλώς ζήτημα επιδομάτων. Είναι ζήτημα ολόκληρης της οργάνωσης της ζωής.

Οι οικογένειες γίνονται μικρότερες ενώ οι ανάγκες φροντίδας μεγαλώνουν

Εδώ τα δύο δημογραφικά φαινόμενα συναντιούνται. Όσο λιγότερα παιδιά γεννιούνται σήμερα, τόσο μικρότερες θα είναι αύριο οι οικογένειες που θα μπορούν να μοιραστούν τη φροντίδα των μεγαλύτερων μελών τους. Και αυτό συμβαίνει την ίδια στιγμή που ο αριθμός των ηλικιωμένων αυξάνεται.

Ήδη η οικογένεια αποτελεί βασικό πυλώνα φροντίδας στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Σύμφωνα με τον OECD, περισσότεροι από ένας στους οκτώ ανθρώπους ηλικίας 50 ετών και άνω παρέχουν άτυπη φροντίδα σε συγγενή, φίλο ή άλλο κοντινό πρόσωπο. Σε 19 χώρες που εξετάστηκαν, περίπου το 60% των ηλικιωμένων που χρειάζονται υποστήριξη δήλωσαν ότι λαμβάνουν μόνο άτυπη φροντίδα. Οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 61% των άτυπων φροντιστών, ενώ στην Ελλάδα περισσότερο από το 70% όσων παρέχουν καθημερινή άτυπη φροντίδα είναι γυναίκες.

Η φροντίδα αυτή έχει πραγματικό οικονομικό και προσωπικό κόστος. Οι άνθρωποι που φροντίζουν καθημερινά έναν ηλικιωμένο γονέα ή συγγενή συχνά μειώνουν τις ώρες εργασίας τους, δυσκολεύονται να συνδυάσουν δουλειά και φροντίδα ή εγκαταλείπουν νωρίτερα την αγορά εργασίας. Η έντονη άτυπη φροντίδα έχει συνδεθεί επίσης με μεγαλύτερη επιβάρυνση της ψυχικής υγείας.

Και οι επαγγελματίες φροντίδας δεν επαρκούν

Η προφανής απάντηση θα ήταν η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους αυτής της εργασίας από την οικογένεια σε επαγγελματίες. Μόνο που και εκεί υπάρχει πρόβλημα. Ο OECD προειδοποιεί ότι η ζήτηση για υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας αυξάνεται λόγω της γήρανσης, ενώ η προσφορά εργαζομένων στον κλάδο έχει παραμείνει στάσιμη την τελευταία δεκαετία. Οι χαμηλές αμοιβές, οι δύσκολες συνθήκες εργασίας και η περιορισμένη κοινωνική αναγνώριση κάνουν την προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού δύσκολη.

Το 2023, κατά μέσο όρο στις χώρες του OECD, μόλις το 12% των ανθρώπων ηλικίας 65 ετών και άνω λάμβαναν υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας στο σπίτι ή σε οργανωμένες δομές. Το ποσοστό διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα και επηρεάζεται τόσο από την επάρκεια των υπηρεσιών όσο και από το πόσο έντονα κάθε κοινωνία βασίζεται στην οικογένεια.

Αυτό δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση. Περισσότεροι άνθρωποι θα χρειάζονται φροντίδα, αλλά θα υπάρχουν λιγότεροι συγγενείς διαθέσιμοι να την παρέχουν και ταυτόχρονα δεν υπάρχουν αρκετοί επαγγελματίες για να καλύψουν το κενό.

Το δημογραφικό είναι και πρόβλημα εργασίας

Η ίδια αλλαγή θα φανεί και στην αγορά εργασίας. Λιγότερες γεννήσεις σημαίνουν, με καθυστέρηση δύο δεκαετιών, λιγότερους νέους εργαζομένους. Οι ίδιοι αυτοί εργαζόμενοι θα πρέπει να χρηματοδοτούν μέσω φόρων και εισφορών συντάξεις, συστήματα υγείας και ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες φροντίδας. Ταυτόχρονα, ένα μέρος τους θα πρέπει να φροντίζει και προσωπικά ηλικιωμένους συγγενείς, μειώνοντας ενδεχομένως τη συμμετοχή του στην εργασία.

Η απάντηση θα είναι πιθανότατα ένας συνδυασμός περισσότερης επαγγελματικής φροντίδας, μετανάστευσης, τεχνολογίας, αυτοματοποίησης, παράτασης του εργασιακού βίου και καλύτερης υποστήριξης των οικογενειακών φροντιστών. Καμία από αυτές τις λύσεις όμως δεν είναι απλή. Η μετανάστευση έχει πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις. Η αυτοματοποίηση μπορεί να βοηθήσει σε επιμέρους εργασίες, όχι όμως να αντικαταστήσει εύκολα την ανθρώπινη επαφή που απαιτεί η φροντίδα. Και η παράταση της εργασιακής ζωής γίνεται δυσκολότερη όταν ένας εργαζόμενος πρέπει ταυτόχρονα να φροντίζει ηλικιωμένους γονείς.

Εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό μέγεθος του δημογραφικού ζητήματος. Δεν είναι μόνο ότι η Ευρώπη θα έχει λιγότερους κατοίκους ή ότι θα χρειαστεί να χρηματοδοτεί περισσότερες συντάξεις. Είναι ότι αλλάζει σταδιακά η σχέση ανάμεσα στις γενιές.

Για δεκαετίες, η κοινωνία βασιζόταν σε μια σχετικά πλατιά βάση νεότερων ανθρώπων που εργάζονταν, πλήρωναν εισφορές, μεγάλωναν παιδιά και φρόντιζαν τους μεγαλύτερους. Αυτή η πυραμίδα μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι πολύ διαφορετικό.

Και τότε το ερώτημα «γιατί δεν κάνουμε περισσότερα παιδιά;» παύει να είναι αρκετό. Το επόμενο είναι πολύ πιο δύσκολο: ποιος θα φροντίσει όλους αυτούς που θα ζουν περισσότερο, όταν θα υπάρχουν λιγότεροι άνθρωποι για να το κάνουν;

GOOD TO KNOW

Ο όρος «άτυπη φροντίδα» δεν σημαίνει πρόχειρη ή ανεπαρκή φροντίδα. Περιγράφει τη μη αμειβόμενη υποστήριξη που παρέχουν συγγενείς, φίλοι ή άνθρωποι του κοινωνικού περιβάλλοντος σε κάποιον που χρειάζεται βοήθεια στην καθημερινότητά του. Μπορεί να περιλαμβάνει από ψώνια, μαγείρεμα και μετακινήσεις μέχρι προσωπική φροντίδα και διαχείριση φαρμάκων.

Στις χώρες του OECD, περισσότεροι από ένας στους οκτώ ανθρώπους άνω των 50 παρέχουν τέτοια φροντίδα.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.