THE BULLET POINT "PREVIEW"
Ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως βιώνει μοναξιά, ενώ στους εφήβους και στους νέους ενήλικες η αναλογία πλησιάζει τον έναν στους πέντε.
Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι οι διαπροσωπικές συναντήσεις μειώνονται μακροπρόθεσμα, με τους νέους να εμφανίζουν ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιδεινώσεις στους δείκτες κοινωνικής σύνδεσης.
Η μοναξιά συνδέεται με επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία, στην εκπαίδευση και στην εργασία, αποκτώντας πλέον θέση στη διεθνή συζήτηση για τη δημόσια πολιτική.
Ζούμε σε πόλεις εκατομμυρίων κατοίκων, επικοινωνούμε καθημερινά με δεκάδες ανθρώπους και μπορούμε να βρούμε σχεδόν οποιονδήποτε με ένα μήνυμα. Κι όμως, η μοναξιά αποτελεί ένα σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα στην Ευρώπη. Δεν αφορά μόνο τους ηλικιωμένους ούτε σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος ζει μόνος. Είναι η απόσταση ανάμεσα στις ανθρώπινες σχέσεις που έχουμε και σε εκείνες που χρειαζόμαστε.
Ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να περιλαμβάνει εκατοντάδες επαφές, δεκάδες ομαδικές συνομιλίες και μια αδιάκοπη ροή ειδοποιήσεων. Ένας άνθρωπος μπορεί να επικοινωνεί καθημερινά με συναδέλφους, φίλους και συγγενείς, να συμμετέχει σε διαδικτυακές κοινότητες και να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει στη ζωή ανθρώπων που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η επικοινωνία δεν ήταν ποτέ τόσο εύκολη, γρήγορη και οικονομικά προσιτή. Κι όμως, αυτή η πρωτοφανής δυνατότητα επαφής δεν εξασφαλίζει ότι οι άνθρωποι αισθάνονται συνδεδεμένοι. Μπορεί κάποιος να ανταλλάσσει δεκάδες μηνύματα μέσα στην ημέρα και το βράδυ να αισθάνεται ότι δεν έχει κανέναν με τον οποίο μπορεί πραγματικά να μοιραστεί όσα τον απασχολούν. Το παράδοξο της σύγχρονης ζωής δεν είναι ότι χάσαμε τη δυνατότητα επικοινωνίας. Είναι ότι η επικοινωνία και η ανθρώπινη σύνδεση δεν αποδεικνύονται πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Τον Ιούνιο του 2025, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) δημοσίευσε την έκθεση From Loneliness to Social Connection, τοποθετώντας τη μοναξιά ανάμεσα στις σημαντικές προκλήσεις της παγκόσμιας δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που συγκεντρώνει, περίπου ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως βιώνει μοναξιά, ενώ στους εφήβους και στους νέους ενήλικες η αναλογία φτάνει περίπου τον έναν στους πέντε.
Η έκθεση βασίζεται σε διεθνή δεδομένα που καλύπτουν διαφορετικές περιόδους, κυρίως από το 2014 έως το 2023, και δεν αποτελεί νέα παγκόσμια απογραφή του 2025. Η σημασία της βρίσκεται στο ότι συγκεντρώνει τα διαθέσιμα επιστημονικά ευρήματα και αντιμετωπίζει την κοινωνική σύνδεση ως παράγοντα που επηρεάζει την υγεία και την ευημερία, όπως ακριβώς άλλες πλευρές της καθημερινής ζωής.
Οι άνθρωποι συναντιούνται λιγότερο
Λίγους μήνες αργότερα, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ, OECD) δημοσίευσε την έκθεση Social Connections and Loneliness in OECD Countries, η οποία προσφέρει μια διαφορετική και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα. Σε 21 ευρωπαϊκές χώρες του οργανισμού, η συχνότητα της καθημερινής προσωπικής επαφής με φίλους και συγγενείς μειώθηκε διαχρονικά μεταξύ 2006, 2015 και 2022, ενώ η επικοινωνία από απόσταση αυξήθηκε. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι σταμάτησαν να διατηρούν σχέσεις ή ότι όλοι αισθάνονται περισσότερο μόνοι. Σημαίνει όμως ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η κοινωνική ζωή. Ένα τηλεφώνημα αντικαθιστά μια επίσκεψη, ένα μήνυμα παίρνει τη θέση μιας σύντομης συνάντησης και μια διαδικτυακή συνομιλία επιτρέπει στους ανθρώπους να διατηρούν επαφή χωρίς να χρειάζεται να βρίσκονται στον ίδιο χώρο.
Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά ίσως τη θέση που έχει αποκτήσει ο χρόνος στην καθημερινότητα. Οι απαιτήσεις της εργασίας, οι μετακινήσεις, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και η γεωγραφική απόσταση μπορούν να περιορίζουν τις ευκαιρίες φυσικής συνάντησης. Η τεχνολογία καλύπτει ένα σημαντικό μέρος αυτού του κενού, επιτρέποντας στους ανθρώπους να διατηρούν σχέσεις που διαφορετικά θα ήταν δυσκολότερο να συνεχιστούν.
Ωστόσο, η συνεχής επικοινωνία δεν δημιουργεί απαραίτητα τις ίδιες συνθήκες με τη φυσική παρουσία. Μια συνάντηση επιτρέπει αυθόρμητες συζητήσεις, κοινές εμπειρίες και χρόνο που δεν οργανώνεται γύρω από την ανταλλαγή συγκεκριμένων πληροφοριών. Η ψηφιακή επικοινωνία μπορεί να ενισχύει αυτές τις σχέσεις, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι μπορεί να υποκαταστήσει κάθε πλευρά τους. Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν η τεχνολογία έχει απομακρύνει τους ανθρώπους, αλλά αν η καθημερινότητά μας εξακολουθεί να αφήνει αρκετό χώρο για τις σχέσεις που χρειάζονται φυσική παρουσία και διάρκεια.
Η μοναξιά δεν αφορά μόνο τους ηλικιωμένους
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των δύο εκθέσεων αφορά τις νεότερες γενιές. Η μοναξιά έχει συνδεθεί για χρόνια με την τρίτη ηλικία, την απώλεια συντρόφου και τη μείωση των κοινωνικών επαφών μετά τη συνταξιοδότηση. Οι μεγαλύτερες ηλικίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο κοινωνικής απομόνωσης, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν προβλήματα υγείας ή περιορισμένη δυνατότητα μετακίνησης.
Ωστόσο, τα νεότερα ερευνητικά συμπεράσματα δείχνουν ότι οι νέοι αποτελούν επίσης ομάδα που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο ΟΟΣΑ διαπίστωσε ότι τα άτομα ηλικίας 16 έως 24 ετών παρουσίασαν μεταξύ 2018 και 2022 ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιδεινώσεις στη συχνότητα της μοναξιάς, στην ικανοποίηση από τις σχέσεις και στην αίσθηση κοινωνικής υποστήριξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νέοι είναι σε κάθε μέτρηση περισσότερο απομονωμένοι από τους ηλικιωμένους. Σημαίνει ότι οι μεταβολές στην κοινωνική τους ζωή είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτες.
Η είσοδος στην ενήλικη ζωή συνοδεύεται από διαδοχικές αλλαγές. Οι άνθρωποι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους, μετακομίζουν, αναζητούν εργασία, αλλάζουν επαγγελματικό περιβάλλον και προσπαθούν να δημιουργήσουν νέες σχέσεις έξω από τις κοινότητες στις οποίες μεγάλωσαν. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, οι κοινωνικές επαφές αποτελούν συχνά μέρος της καθημερινής ρουτίνας.
Μετά την είσοδο στην αγορά εργασίας, οι συναντήσεις απαιτούν περισσότερο προγραμματισμό. Οι φίλοι μπορεί να ζουν σε διαφορετικές περιοχές, να εργάζονται με διαφορετικά ωράρια ή να έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις. Ένας νέος άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται σε μια πόλη γεμάτη ευκαιρίες, αλλά να δυσκολεύεται να δημιουργήσει σταθερές προσωπικές σχέσεις. Η διαθεσιμότητα πολλών τρόπων επικοινωνίας δεν αναιρεί την ανάγκη να υπάρχουν χρόνος, εμπιστοσύνη και κοινές εμπειρίες.
Η μοναξιά έχει και κοινωνική τάξη
Η μοναξιά παρουσιάζεται συχνά ως συναίσθημα που μπορεί να επηρεάσει οποιονδήποτε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση. Αυτό είναι σωστό, αλλά δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος κατανέμεται ισότιμα. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ, οι άνεργοι και τα άτομα που ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό πέμπτο έχουν περίπου διπλάσια πιθανότητα να αναφέρουν μοναξιά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό των χωρών που εξετάστηκαν. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι η οικονομική δυσκολία προκαλεί από μόνη της μοναξιά. Υποδεικνύει όμως ότι η κοινωνική σύνδεση επηρεάζεται από συνθήκες που ξεπερνούν την προσωπικότητα ή την επιθυμία ενός ανθρώπου να συναναστρέφεται άλλους.
Η απώλεια εργασίας, για παράδειγμα, μπορεί να σημαίνει όχι μόνο απώλεια εισοδήματος, αλλά και απώλεια καθημερινών κοινωνικών επαφών. Ο περιορισμένος προϋπολογισμός μπορεί να δυσκολεύει τη συμμετοχή σε δραστηριότητες που απαιτούν χρήματα ή μετακίνηση. Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να αυξάνει την πίεση στις προσωπικές σχέσεις, ενώ η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος μπορεί με τη σειρά της να δυσκολεύει την αναζήτηση εργασίας ή τη διαχείριση μιας κρίσης. Η σχέση είναι σύνθετη και συχνά λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Η μοναξιά δεν είναι λοιπόν απλώς ένα συναίσθημα που εμφανίζεται ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες συνθήκες ζωής. Μπορεί να συνυπάρχει με οικονομικά και κοινωνικά μειονεκτήματα, ενισχύοντας τη δυσκολία των ανθρώπων να βελτιώσουν την κατάστασή τους.
Από προσωπικό συναίσθημα σε ζήτημα δημόσιας υγείας
Η σημαντικότερη αλλαγή στη διεθνή συζήτηση είναι ότι η μοναξιά δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ζήτημα ψυχολογικής ευημερίας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι περίπου 871.000 θάνατοι ετησίως συνδέονται αιτιωδώς με τη μοναξιά, με την εκτίμηση αυτή να αναφέρεται στην περίοδο 2014–2019. Ο αριθμός δεν σημαίνει ότι κάθε θάνατος μπορεί να αποδοθεί μεμονωμένα και αποκλειστικά στη μοναξιά, αλλά προκύπτει από επιδημιολογική αποτίμηση των κινδύνων που συνδέονται με την έλλειψη κοινωνικής σύνδεσης. Η έκθεση αναδεικνύει επίσης συσχετίσεις της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης με καρδιαγγειακά νοσήματα, κατάθλιψη, άγχος και άλλες δυσμενείς εκβάσεις υγείας.
Η σημασία αυτών των ευρημάτων δεν βρίσκεται μόνο στην ιατρική τους διάσταση. Ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει υποστηρικτικές κοινωνικές σχέσεις μπορεί να αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες όταν χάνει την εργασία του, αρρωσταίνει ή περνά μια προσωπική κρίση. Οι κοινωνικοί δεσμοί μπορούν να προσφέρουν πρακτική βοήθεια, συναισθηματική στήριξη και ένα αίσθημα ασφάλειας που δεν αντικαθίσταται εύκολα από άλλους μηχανισμούς. Η ενίσχυσή τους αποκτά επομένως σημασία και για την κοινωνική ανθεκτικότητα. Δεν αποτελεί απλώς προσπάθεια να αισθάνονται καλύτερα οι άνθρωποι, αλλά μέρος μιας ευρύτερης προσέγγισης για κοινωνίες που μπορούν να υποστηρίζουν αποτελεσματικότερα τα μέλη τους.
Το οικονομικό κόστος της αποσύνδεσης
Η μοναξιά έχει επίσης μια πλευρά που ενδιαφέρει άμεσα την οικονομία. Η απουσία υποστηρικτικών σχέσεων μπορεί να επηρεάζει την εκπαιδευτική πορεία, την εργασιακή εμπειρία και την ικανότητα αντιμετώπισης καθημερινών δυσκολιών. Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η κοινωνική αποσύνδεση συνδέεται με επιβαρύνσεις για τα συστήματα υγείας, τους εργοδότες και την ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα, παρότι η πλήρης οικονομική αποτίμηση του φαινομένου παραμένει περιορισμένη.
Ο ΟΟΣΑ αντιμετωπίζει πλέον τις κοινωνικές σχέσεις ως διάσταση της ευημερίας που επηρεάζει την απασχόληση, την εκπαίδευση και την κοινωνική συμμετοχή. Η σημασία τους δεν εξαντλείται στην προσωπική ικανοποίηση, αλλά συνδέεται με τον τρόπο που λειτουργούν οι κοινωνίες.
Για τις επιχειρήσεις, αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό πεδίο προβληματισμού. Η ποιότητα του εργασιακού περιβάλλοντος δεν εξαρτάται μόνο από τον μισθό, τις παροχές ή τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης. Επηρεάζεται και από το αν οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι ανήκουν σε μια ομάδα, ότι μπορούν να ζητήσουν υποστήριξη και ότι οι επαγγελματικές τους σχέσεις βασίζονται στην εμπιστοσύνη.
Η εξ αποστάσεως και η υβριδική εργασία έχουν δημιουργήσει δυνατότητες ευελιξίας που πολλοί εργαζόμενοι εκτιμούν, αλλά ταυτόχρονα θέτουν νέα ερωτήματα για την κοινωνική ένταξη και τη διατήρηση σχέσεων μέσα στους οργανισμούς. Δεν υπάρχει ένας τρόπος εργασίας που να προστατεύει αυτόματα από τη μοναξιά. Υπάρχει όμως μια αυξανόμενη ανάγκη οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη σύνδεση ως μέρος της οργανωτικής τους λειτουργίας και όχι απλώς ως ευχάριστο χαρακτηριστικό του εργασιακού περιβάλλοντος.
Μπορούν οι πόλεις να μας φέρουν ξανά κοντά;
Η αντιμετώπιση της μοναξιάς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις ατομικές επιλογές. Συνδέεται και με το περιβάλλον μέσα στο οποίο οργανώνεται η καθημερινή ζωή. Οι δημόσιοι χώροι, οι βιβλιοθήκες, τα πάρκα, οι αθλητικές εγκαταστάσεις και οι τοπικές κοινότητες μπορούν να δημιουργούν ευκαιρίες συνάντησης που δεν απαιτούν απαραίτητα κατανάλωση ή οικονομική δαπάνη. Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει τις κοινωνικές υποδομές και τον σχεδιασμό του φυσικού περιβάλλοντος ως πεδία που μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα και τη συχνότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια πόλη με περισσότερα πάρκα θα έχει αυτομάτως λιγότερη μοναξιά. Σημαίνει όμως ότι οι κοινωνικές σχέσεις χρειάζονται χώρους και ευκαιρίες για να αναπτυχθούν.
Η ανάγκη για κοινωνική σύνδεση δεν μπορεί να καλυφθεί αποκλειστικά μέσα από ψηφιακές εφαρμογές ή προσωπικές πρωτοβουλίες. Χρειάζεται και μια καθημερινότητα που να επιτρέπει στους ανθρώπους να βρίσκονται κοντά, χωρίς κάθε συνάντηση να αποτελεί μια ακόμη υποχρέωση που πρέπει να χωρέσει σε ένα ήδη γεμάτο πρόγραμμα.
Η ανθρώπινη σύνδεση ως νέα κοινωνική προτεραιότητα
Η δημοσίευση των εκθέσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του ΟΟΣΑ το 2025 σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η μοναξιά. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για ένα συναίσθημα που οι άνθρωποι καλούνται να διαχειριστούν προσωπικά. Αναγνωρίζεται ότι οι κοινωνικές σχέσεις επηρεάζονται από την οικονομική κατάσταση, τις συνθήκες εργασίας, τον αστικό σχεδιασμό, την τεχνολογία και τις δυνατότητες συμμετοχής στην κοινωνική ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος ή οι επιχειρήσεις μπορούν να δημιουργήσουν φιλίες ή να εξασφαλίσουν ότι κανένας άνθρωπος δεν θα αισθάνεται μόνος. Μπορούν όμως να περιορίζουν εμπόδια και να δημιουργούν περισσότερες ευκαιρίες ουσιαστικής επαφής.
Για δεκαετίες, η πρόοδος μετριόταν κυρίως μέσα από την αύξηση του εισοδήματος, την ανάπτυξη της τεχνολογίας και τη διεύρυνση των ατομικών επιλογών. Όλα αυτά εξακολουθούν να έχουν τεράστια αξία. Οι νέες έρευνες, ωστόσο, υπενθυμίζουν ότι υπάρχει μια διάσταση της ανθρώπινης ευημερίας που δεν εξασφαλίζεται αυτόματα από κανέναν από αυτούς τους παράγοντες.
Η δυνατότητα να έχουμε ανθρώπους στους οποίους μπορούμε να στηριχθούμε, να μοιραστούμε εμπειρίες και να αισθανθούμε ότι ανήκουμε κάπου.
Ο κόσμος έχει καταφέρει να κάνει την επικοινωνία σχεδόν στιγμιαία και την απόσταση πολύ λιγότερο σημαντική. Το επόμενο ζητούμενο δεν είναι να επικοινωνούμε ακόμη περισσότερο, αλλά να δημιουργούμε τις συνθήκες για σχέσεις που έχουν πραγματικό βάθος. Γιατί η σύνδεση δεν μετριέται μόνο από το πόσους ανθρώπους μπορούμε να φτάσουμε, αλλά από το πόσοι είναι πραγματικά δίπλα μας όταν τους χρειαζόμαστε.

GOOD TO KNOW
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διαπίστωση της έκθεσης του ΟΟΣΑ του 2025 αφορά τη διαφορά ανάμεσα στη συχνότητα επικοινωνίας και στην ύπαρξη ουσιαστικών σχέσεων. Στις χώρες που εξετάστηκαν, περισσότεροι από δύο στους τρεις ανθρώπους δήλωσαν ότι είχαν καθημερινή επαφή με φίλους ή συγγενείς, ενώ περίπου το 90% ανέφερε ότι διαθέτει κάποιον στον οποίο μπορεί να στηριχθεί όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες.
Παράλληλα, το 8% των ερωτηθέντων σε 22 ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ δήλωσε ότι δεν έχει κανέναν στενό φίλο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η συχνή επικοινωνία, η ύπαρξη υποστηρικτικών σχέσεων και η αίσθηση μοναξιάς αποτελούν διαφορετικές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, οι οποίες δεν συμβαδίζουν απαραίτητα.