THE BULLET POINT "PREVIEW"
Ο Συνεταιρισμός Καλαβρύτων και η Μόλων Λαβέ αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα ελληνικών παραγωγικών επιχειρήσεων που αναπτύχθηκαν μέσα από τη συνεργασία τους με τον Σκλαβενίτη.
Ο Συνεταιρισμός Καλαβρύτων ξεπέρασε τα 54 εκατ. ευρώ σε πωλήσεις το 2025 και κατέκτησε μερίδιο 15,1% στην αγορά φέτας, ξεπερνώντας την Ήπειρο και τη Δωδώνη.
Η Μόλων Λαβέ, παρά τη μείωση του τζίρου της κατά 20,3%, αύξησε την καθαρή κερδοφορία της και ενίσχυσε σημαντικά τις εξαγωγές της.
Δύο διαφορετικές επιχειρηματικές ιστορίες, με κοινό σημείο αναφοράς τον Σκλαβενίτη, αποτυπώνουν τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει μια μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην ανάπτυξη ελληνικών παραγωγικών επιχειρήσεων. Ο Αγροτικός Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλαβρύτων, με βασικό προϊόν τη φέτα ΠΟΠ, και η Μόλων Λαβέ, η εταιρεία τυποποίησης ελαιολάδου με έδρα την Ποταμιά Λακωνίας, έχουν αναπτύξει ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με την ελληνική αλυσίδα, αποκτώντας πρόσβαση σε ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο δίκτυο λιανικής.
Οι δύο περιπτώσεις παρουσιάζουν διαφορετικά οικονομικά χαρακτηριστικά. Ο Συνεταιρισμός Καλαβρύτων συνέχισε το 2025 την ανοδική πορεία του, ξεπερνώντας τα 54 εκατ. ευρώ σε πωλήσεις και ενισχύοντας τα κέρδη του κατά σχεδόν 25%. Αντιθέτως, η Μόλων Λαβέ αντιμετώπισε σημαντική υποχώρηση στον κύκλο εργασιών, κάτι που οφείλεται κατά βάση στην πτώση της τιμής του ελαιολάδου, αλλά κατάφερε να αυξήσει την καθαρή κερδοφορία της κατά περισσότερο από 18%. Η τελευταία πέτυχε ωστόσο τα τελευταία χρόνια να ακουστεί έντονα, να εδραιώσει τη μάρκα της και να αναπτυχθεί αποτελώντας έναν πλέον μία από τις κυρίαρχες δυνάμεις μεταξύ των τυποποιητών ελαιολάδου στην εγχώρια αγορά.
Η συνεργασία με τον Σκλαβενίτη αποτελεί σημαντικό κοινό παρονομαστή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξηγεί αποκλειστικά τις οικονομικές επιδόσεις τους. Στην περίπτωση του συνεταιρισμού, μάλιστα, η σχέση έχει ιστορία μεγαλύτερη των τεσσάρων δεκαετιών, καθώς ξεκίνησε το 1983, όταν τόσο ο παραγωγικός φορέας των Καλαβρύτων όσο και η μεγαλύτερη – σήμερα – αλυσίδα σούπερ μάρκετ είχαν πολύ μικρότερο μέγεθος.
Συνεταιρισμός Καλαβρύτων – Από την τοπική παραγωγή στην κορυφή της ελληνικής φέτας
Ο Αγροτικός Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλαβρύτων αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες συνεταιριστικές επιχειρήσεις του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα. Η ιστορία του ξεκινά το 1963, με την ίδρυση της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καλαβρύτων από κτηνοτρόφους της περιοχής, οι οποίοι επιδίωκαν να οργανώσουν συλλογικά τη συγκέντρωση και αξιοποίηση του παραγόμενου γάλακτος. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσε η συνεργασία με τον Σκλαβενίτη το 1983. Μέσω αυτής, η βαρελίσια φέτα Καλαβρύτων απέκτησε σταθερό κανάλι διάθεσης στην οργανωμένη λιανική, δημιουργώντας προϋποθέσεις ανάπτυξης της παραγωγής και ενίσχυσης της αναγνωρισιμότητας του προϊόντος.
Η συνεργασία αποκλειστικής διάθεσης στην ελληνική οργανωμένη λιανική συνεχίζεται έως σήμερα. Ο συνεταιρισμός έχει παράλληλα αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα, επιδιώκοντας να μειώσει την αποκλειστική εξάρτησή του από την εγχώρια αγορά.
Η οικονομική επίδοση του 2025 επιβεβαιώνει τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων του. Ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 54,15 εκατ. ευρώ, από 49,56 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 9,3%. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 2,15 εκατ. ευρώ, έναντι 1,72 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 24,9%. Αντίστοιχα, τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 2,28 εκατ. ευρώ, από 1,88 εκατ. ευρώ, ενώ το μεικτό αποτέλεσμα ενισχύθηκε στα 6,02 εκατ. ευρώ, έναντι 5,59 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
Η εικόνα του ισολογισμού παρουσιάζει επίσης σημαντική αύξηση της παραγωγικής υποδομής, με την αξία των ενσώματων παγίων να διαμορφώνεται σε 16,90 εκατ. ευρώ, από 10,48 εκατ. ευρώ. Τα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν στα 35,46 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 60% του συνολικού ενεργητικού, που έφτασε στα 59,15 εκατ. ευρώ. Η συγκεκριμένη κεφαλαιακή διάρθρωση προσφέρει στον συνεταιρισμό σημαντική βάση για την υλοποίηση επενδύσεων και την αντιμετώπιση των διακυμάνσεων στο κόστος παραγωγής.
Το 15,1% στην αγορά φέτας και η μάχη με Ήπειρο και Δωδώνη
Η εμπορική δυναμική του συνεταιρισμού αποτυπώνεται ακόμη πιο χαρακτηριστικά στα μερίδια αγοράς.
Σύμφωνα με στοιχεία πωλήσεων από τα οργανωμένα σημεία λιανικής για τις πρώτες 30 εβδομάδες του 2026, έως τις 26 Ιουλίου, η φέτα Καλαβρύτων βρίσκεται στην πρώτη θέση της αγοράς, με πωλήσεις 26,29 εκατ. ευρώ και μερίδιο 15,1% σε αξία. Πρόκειται για αύξηση πωλήσεων 10,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, με τον συνεταιρισμό να κερδίζει 1,1 ποσοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Όπτιμα της οικογένειας Παντελιάδη, με τη φέτα Ήπειρος να πραγματοποιεί πωλήσεις 21,58 εκατ. ευρώ και να συγκεντρώνει μερίδιο 12,4%. Ακολουθεί η Δωδώνη, με πωλήσεις 21,24 εκατ. ευρώ και μερίδιο 12,2%. Η απόσταση που χωρίζει τα Καλάβρυτα από τη δεύτερη Όπτιμα ανέρχεται σε περίπου 4,7 εκατ. ευρώ, ενώ οι τρεις μεγαλύτεροι παίκτες συγκεντρώνουν από κοινού σχεδόν το 40% της αξίας της αγοράς φέτας.

Οι επενδύσεις στην παραγωγή και ο στόχος των εξαγωγών
Η ενίσχυση του συνεταιρισμού συνοδεύεται από σημαντικές επενδύσεις, με επίκεντρο την παραγωγή φέτας, τη διαχείριση των ζωοτροφών και την ενεργειακή αυτονομία των εγκαταστάσεων. Μία από τις σημαντικότερες κινήσεις αφορά τη νέα μονάδα ζωοτροφών στα Καλάβρυτα, προϋπολογισμού περίπου 5 εκατ. ευρώ, με παραγωγική δυναμικότητα έως 10 τόνους πέλετ την ώρα.
Παράλληλα, ο συνεταιρισμός έχει υλοποιήσει επενδύσεις σε εγκαταστάσεις συσκευασίας, φωτοβολταϊκά συστήματα, αρμεκτήρια και εκσυγχρονισμό των παραγωγικών του υποδομών. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από τη διοίκησή του, ο συνολικός επενδυτικός κύκλος των τελευταίων ετών υπερβαίνει τα 13,5 εκατ. ευρώ. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας, ώστε να υποστηριχθεί η διείσδυση σε αγορές του εξωτερικού. Για το 2026, η διοίκηση έχει θέσει ως προοπτική την περαιτέρω αύξηση των πωλήσεων, με τον κύκλο εργασιών να μπορεί να κινηθεί προς τα 58 εκατ. ευρώ, εφόσον διατηρηθούν οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης.
Μόλων Λαβέ – Η λακωνική εταιρεία ελαιολάδου που αναπτύχθηκε με τον Σκλαβενίτη
Η δεύτερη περίπτωση αφορά τη Μόλων Λαβέ Α.Ε., η οποία δραστηριοποιείται στην τυποποίηση και εμπορία αγροτικών προϊόντων, με βασικό αντικείμενο το ελαιόλαδο και έδρα την Ποταμιά Λακωνίας.
Η εταιρεία έχει αναπτύξει ισχυρή παρουσία στην οργανωμένη λιανική, διαθέτοντας προϊόντα με το εμπορικό σήμα Μόλων Λαβέ, μεταξύ άλλων, στα καταστήματα Σκλαβενίτης, Χαλκιαδάκης και The Mart με τις δύο τελευταίες να συνδέονται με τον όμιλο Σκλαβενίτη ως εταιρείες στις οποίες έχει μετοχική συμμετοχή.
Η συνεργασία με τον Σκλαβενίτη αποτέλεσε βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη της Μόλων Λαβέ τα προηγούμενα χρόνια, επιτρέποντάς της να αποκτήσει σημαντική εμπορική παρουσία στην αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου.
Οι οικονομικές καταστάσεις του 2025 παρουσιάζουν ωστόσο διαφορετική εικόνα σε σχέση με εκείνη του Συνεταιρισμού Καλαβρύτων με πτώση του τζίρου λόγω της παράλληλης πτώσης στην τιμή του ελαιολάδου. Συγκεκριμένα, ο τζίρος της Μόλων Λαβέ υποχώρησε στα 13,33 εκατ. ευρώ, από 16,74 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 20,3%. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η εταιρεία είχε προηγουμένως διατυπώσει εκτίμηση ότι οι πωλήσεις της το 2025 θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 20 εκατ. ευρώ. Τελικά, ο τζίρος διαμορφώθηκε σημαντικά χαμηλότερα από αυτή την προσδοκία.
Παρά τη μείωση των εσόδων, η εταιρεία πέτυχε αύξηση της κερδοφορίας. Τα αποτελέσματα προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 400.551 ευρώ, έναντι 264.504 ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο περίπου 51,4%.
Αντίστοιχα, τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν σε 311.351 ευρώ, από 263.037 ευρώ, παρουσιάζοντας βελτίωση 18,4%.
Η διαφοροποίηση ανάμεσα στην πορεία του κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας οφείλεται κυρίως στη σημαντική υποχώρηση του κόστους αγορών εμπορευμάτων και υλικών, το οποίο περιορίστηκε στα 10 εκατ. ευρώ, από 14,74 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Οι επενδύσεις, το προσωπικό και η ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού
Η Μόλων Λαβέ πραγματοποίησε το 2025 προσθήκες ενσώματων παγίων ύψους περίπου 411.000 ευρώ, που αφορούσαν κτιριακές εγκαταστάσεις, μηχανολογικό εξοπλισμό και λοιπά πάγια. Το προσωπικό της αυξήθηκε σε 29 εργαζομένους, από 21 το 2024, στοιχείο που δείχνει ενίσχυση της απασχόλησης.
Το μεγαλύτερο μέρος του τζίρου εξακολουθεί να προέρχεται από την εγχώρια αγορά, η οποία το 2025 αντιπροσώπευε περίπου 11,07 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι ενδοκοινοτικές παραδόσεις και οι εξαγωγές σε τρίτες χώρες αντιπροσώπευαν περίπου 2,26 εκατ. ευρώ συνολικά, έναντι περίπου 531.000 ευρώ το 2024.
Επομένως, παρότι οι συνολικές πωλήσεις υποχώρησαν, το εξωτερικό ενίσχυσε σημαντικά τη συμμετοχή του στον κύκλο εργασιών της επιχείρησης.
Το γεγονός αυτό αναδεικνύει μια προσπάθεια διεύρυνσης των αγορών διάθεσης, η οποία μπορεί να περιορίσει σταδιακά την εξάρτηση από την εγχώρια αγορά ελαιολάδου και τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Η εταιρεία ολοκλήρωσε το 2025 με κέρδη που υπερβαίνουν τις 310.000 ευρώ, παρά την κάμψη των εσόδων, διατηρώντας θετικό αποτέλεσμα για δεύτερη διαδοχική χρονιά.
Το κοινό χαρακτηριστικό και η διαφορετική πορεία των δύο επιχειρήσεων
Η σύγκριση του Συνεταιρισμού Καλαβρύτων με τη Μόλων Λαβέ παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις μέσω σταθερών συνεργασιών με μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Στην περίπτωση των Καλαβρύτων, η συνεργασία με τον Σκλαβενίτη αποτέλεσε το εμπορικό θεμέλιο πάνω στο οποίο δημιουργήθηκε ένας από τους ισχυρότερους συνεταιριστικούς οργανισμούς της χώρας, με ηγετική παρουσία στην αγορά φέτας.
Στην περίπτωση της Μόλων Λαβέ, η παρουσία στα ράφια της ελληνικής αλυσίδας συνέβαλε στην ανάπτυξη του brand και στην πρόσβαση σε ένα εκτεταμένο δίκτυο καταναλωτών, σε μια αγορά με έντονες διακυμάνσεις τιμών και παραγωγής.
Για τον Σκλαβενίτη, αντίστοιχες συνεργασίες ενισχύουν τη διαφοροποίηση του προϊοντικού χαρτοφυλακίου του με ελληνικά εμπορικά σήματα και αποκλειστικές συνεργασίες. Πολλά από τα προϊόντα τα οποία διακινεί κατ’ αποκλειστικότητα έχουν αποκτήσει υψηλή αναγνωρισιμότητα μέσα από τη μακροχρόνια παρουσία τους στα καταστήματά του.

GOOD TO KNOW
Η αποκλειστική διάθεση ενός προϊόντος από μια αλυσίδα σούπερ μάρκετ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για προϊόν ιδιωτικής ετικέτας. Η φέτα του Συνεταιρισμού Καλαβρύτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: διατηρεί τη δική της εμπορική ταυτότητα, παρότι διατίθεται στην οργανωμένη ελληνική λιανική αποκλειστικά μέσω του Σκλαβενίτη.
Στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αντίθετα, το εμπορικό σήμα ανήκει συνήθως στον λιανέμπορο, ο οποίος αναθέτει την παραγωγή σε τρίτες επιχειρήσεις. Η διαφορά είναι ουσιαστική, καθώς στην πρώτη περίπτωση ο παραγωγός μπορεί να χτίζει τη δική του αναγνωρισιμότητα, ενώ στη δεύτερη η εμπορική σχέση με τον καταναλωτή αναπτύσσεται κυρίως γύρω από το brand της αλυσίδας.