THE BULLET POINT "PREVIEW"
Ο μεγαλύτερος όμιλος εστίασης της χώρας, η Evergood (Goody’s, Everest, Flocafé, La Pasteria, Jackaroo), συμφωνήθηκε να περάσει από το fund CVC στην καναδική Recipe Unlimited, ενώ τα Starbucks πέρασαν στον κουβεϊτιανό όμιλο Alshaya.
Στις μεγάλες αλυσίδες καφέ, φούρνων και πίτσας η ελληνική ιδιοκτησία παραμένει ισχυρή, με τον Βενέτη να παίρνει τη Δωδώνη και την Kayak, με στήριξη fund, να αγοράζει gelaterie.
Διεθνώς, τα σήματα αλλάζουν ιδιοκτήτες, οι franchisees γίνονται πολυεθνικοί διαχειριστές και οι κινεζικές αλυσίδες ανεβαίνουν, ενώ τα ελληνικά σήματα εξάγουν το δικό τους franchise.
Ο freddo espresso είναι ελληνική επινόηση. Η τυρόπιτα του πρωινού επίσης. Το παγωτό του καλοκαιριού τις περισσότερες φορές φτιάχνεται εδώ. Το ερώτημα όμως δεν είναι τι τρώμε, αλλά σε ποιον ανήκουν οι επιχειρήσεις που μας το σερβίρουν. Η απάντηση άλλαξε πολύ μέσα σε λίγους μήνες, και δεν άλλαξε μόνο στην Ελλάδα.
Ο μεγαλύτερος όμιλος αλλάζει χέρια
Τον Οκτώβριο, η Vivartia, που ελέγχεται από το 2020 από το fund CVC Capital Partners, υπέγραψε οριστική συμφωνία για να πουλήσει το 100% της Evergood στην καναδική Recipe Unlimited. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής εκκρεμεί, με τις συνήθεις εγκρίσεις. Η Evergood είναι ο όμιλος πίσω από τα Goody’s Burger House, Everest, Flocafé, La Pasteria και Jackaroo, με περισσότερα από 575 σημεία.
Η Recipe ελέγχεται από τη Fairfax Financial, με επικεφαλής τον Prem Watsa. Για τη Recipe, η συμφωνία επεκτείνει την παρουσία της στην ευρωπαϊκή αγορά και δίνει στον καναδικό όμιλο μια ισχυρή βάση για περαιτέρω διεθνή ανάπτυξη. Για το CVC, είναι η έξοδος από ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής εστίασης.
Τα σήματα που μεγάλωσαν γενιές Ελλήνων είχαν ήδη φύγει από ελληνικά χέρια όταν τα πήρε ένα ευρωπαϊκό fund. Τώρα συμφωνήθηκε να περάσουν σε έναν όμιλο που βλέπει την Ελλάδα ως βάση για να μεγαλώσει.
Καφές: ελληνικός ο freddo, όχι παντού και το κεφάλαιο
Στις μεγάλες εγχώριες αλυσίδες καφέ, η ελληνική ιδιοκτησία παραμένει ισχυρή:
- Γρηγόρης. Η αλυσίδα που ξεκίνησε το 1972 με ένα τυροπιτάδικο στη Δάφνη ανήκει στην VG Holding του Βλάσση Γεωργάτου, γιου του ιδρυτή. Η VG Holding είχε το 2024 κύκλο εργασιών 105,9 εκατ. ευρώ.
- Coffee Island. Ανήκει στον ιδρυτή της, Βαγγέλη Λιόλιο, που κρατά την πλειοψηφία της εταιρείας Supply Unique. Το 2025 είχε πωλήσεις περίπου 40 εκατ. ευρώ.
- Mikel. Η αλυσίδα που ξεκίνησε το 2008 στη Λάρισα διοικείται από τον ιδρυτή της, Λευτέρη Κυριακάκη.
Η εξαίρεση είναι το Starbucks. Τον Απρίλιο του 2026, η οικογένεια Μαρινόπουλου, που το έφερε στην Ελλάδα το 2002, πούλησε τη δραστηριότητα στον κουβεϊτιανό όμιλο Alshaya. Η Alshaya λειτουργεί πάνω από 2.000 Starbucks σε 13 χώρες.

Φούρνοι: οι οικογένειες κρατούν το ψωμί
Στις μεγάλες αλυσίδες φούρνων, η ελληνική οικογενειακή ιδιοκτησία παραμένει κυρίαρχο χαρακτηριστικό:
- Βενέτης. Η μεγαλύτερη αλυσίδα φούρνων της χώρας ανήκει στην οικογένεια Μονεμβασιώτη. Ο όμιλος είχε το 2024 πωλήσεις 74 εκατ. ευρώ και, σύμφωνα με την εταιρεία, διαθέτει 22 εταιρείες σε όλο το φάσμα της εστίασης.
- Απολλώνιον. Δεύτερο μεγάλο όνομα του κλάδου, είναι θυγατρική του ομίλου Καραμολέγκος.
Στον φούρνο, η αξία δεν βρίσκεται μόνο στο κατάστημα αλλά και στο εργαστήριο. Οι μεγάλες αλυσίδες ελέγχουν δικές τους μονάδες παραγωγής και πουλούν και σε άλλες επιχειρήσεις. Αυτό τις κάνει πιο ανθεκτικές από ένα απλό δίκτυο καταστημάτων.
Παγωτό: οι gelaterie που αλλάζουν χέρια
Στο παγωτό που τρώμε σε κατάστημα, η αγορά είναι κατακερματισμένη, αλλά κινείται γρήγορα:
- Δωδώνη. Το ιστορικό σήμα, που άνοιξε το πρώτο κατάστημα παγωτού το 1984 στην Κηφισιά και άλλαξε πολλές φορές χέρια, πέρασε μετά από διαδικασία εξυγίανσης στον όμιλο Βενέτη. Το δίκτυό του αριθμεί 40 καταστήματα, σχεδόν όλα με franchise. Το νέο concept συνδυάζει gelateria, γαλακτοπωλείο και ζαχαροπλαστείο.
- Kayak. Η εταιρεία της οικογένειας Σταυρίδη έχει πάρει τον έλεγχο της Chillbox, της αλυσίδας παγωμένου γιαουρτιού, και φέτος την πλειοψηφία της Da Vinci Artisan Gelato, με 18 καταστήματα σε Ελλάδα, Κύπρο και Γαλλία. Την επέκταση στηρίζει το ελληνικό fund Halcyon Equity Partners, που απέκτησε σημαντική συμμετοχή στην Kayak.
- Le Greche. Από την άλλη πλευρά, η gelateria που άνοιξε το 2014 στο Σύνταγμα παραμένει στα χέρια της δημιουργού της, Εύης Παπαδοπούλου.
Fast food: τα αμερικανικά σήματα και οι διαχειριστές τους
Στα μεγάλα αμερικανικά σήματα, το brand παραμένει στη διεθνή μητρική. Αυτό που αλλάζει στην Ελλάδα είναι ποιος κατέχει τα δικαιώματα ανάπτυξης και λειτουργίας:
- McDonald’s. Το τρέχει από το 2011 η Premier Capital, όμιλος με έδρα τη Μάλτα, που είναι συνεργάτης της McDonald’s σε έξι ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα οι πωλήσεις έφτασαν το 2025 περίπου τα 110 εκατ. ευρώ.
- Burger King και Pizza Hut. Στην πόλη τα αναπτύσσει ο κυπριακός όμιλος PHC του Λύσανδρου Ιωάννου. Ο ίδιος όμιλος φέρνει και τα Wagamama. Στα αεροδρόμια, το Burger King το λειτουργεί η βρετανική Select Service Partner.
- KFC και Taco Bell. Εδώ υπάρχει μια ελληνική εξαίρεση: τα αναπτύσσει η ελληνική Food Plus, η εταιρεία που έφερε την Pizza Hut στην Ελλάδα το 1989.
Στην ελληνική γρήγορη εστίαση, το κεφάλαιο μπαίνει από άλλους δρόμους. Στη Mailo’s, την αλυσίδα με τα φρέσκα ζυμαρικά, μέτοχοι είναι πλέον ο ιδρυτής της, Νίκος Μουτσουρούφης, η VG Holding του Γρηγόρη από το 2024 και, από φέτος, το Halcyon.
Πίτσα: μια ελληνική αγορά σε αναστάτωση
Η πίτσα ήταν μέχρι πρόσφατα η αγορά όπου οι ελληνικές αλυσίδες είχαν το προβάδισμα. Μετά τη διακοπή λειτουργίας της Pizza Fan, η εικόνα άλλαξε απότομα.
Η Pizza Fan ήταν η μεγαλύτερη αλυσίδα πίτσας της χώρας, με περίπου 110 καταστήματα, σχεδόν όλα με franchise. Ανήκει κατά 90% στον ιδρυτή της μέσω κυπριακής εταιρείας. Τον Οκτώβριο, εν μέσω μεγάλης έρευνας των αρχών για φερόμενες φορολογικές παραβάσεις, το δίκτυο σταμάτησε να λειτουργεί. Την ίδια ώρα έχουν εμφανιστεί συζητήσεις για πιθανή αλλαγή ιδιοκτησίας, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχει ανακοινωμένη συμφωνία.
Τα άλλα δύο μεγάλα ονόματα είναι:
- Domino’s. Τη φέρνει η Daufood, ο μεγαλύτερος διαχειριστής του σήματος στον κόσμο με βάση τις αγορές που καλύπτει: έχει τα δικαιώματα σε 14 χώρες.
- L’Artigiano. Μια ελληνική εταιρεία που ίδρυσε το 1993 στον Βύρωνα ο Χρήστος Βιτσικάνος, ο οποίος παραμένει ιδιοκτήτης της.
Και ποιος κρατά τον πελάτη;
Υπάρχει και ένα, συχνά αόρατο, κομμάτι: οι πλατφόρμες παραγγελιών.
- efood. Σήμερα βρίσκεται στον όμιλο της γερμανικής Delivery Hero. Στο πλαίσιο της συμφωνίας εξαγοράς της Delivery Hero από την Uber, έχει συμφωνηθεί η μεταβίβασή του στην αμερικανική SSW Partners, η οποία στη συνέχεια θα αναζητήσει μακροπρόθεσμο στρατηγικό ιδιοκτήτη.
- Wolt. Ο δεύτερος παίκτης ανήκει από το 2022 στην αμερικανική DoorDash.
Ακόμη και η ταβέρνα της γειτονιάς, όταν πουλάει μέσω κινητού, περνά από πλατφόρμα ξένης ιδιοκτησίας.

Τι συμβαίνει διεθνώς: τρεις αλλαγές στην ιδιοκτησία
Η ελληνική εικόνα δεν είναι εξαίρεση. Είναι κομμάτι μιας παγκόσμιας αλλαγής στο ποιος κατέχει την εστίαση.
Η πρώτη αλλαγή αφορά τα ίδια τα σήματα. Η αμερικανική Yum! ολοκλήρωσε τον Σεπτέμβριο την πώληση της Pizza Hut για 2,7 δισ. δολάρια. Τη δραστηριότητα εκτός ηπειρωτικής Κίνας πήρε η LongRange Capital και την κινεζική η Yum China, ενώ η Yum! κράτησε τα KFC και Taco Bell.
Το μήνυμα είναι σαφές: ακόμη και ιστορικά παγκόσμια σήματα δεν είναι πλέον αμετακίνητα μέσα στα χαρτοφυλάκια των μεγάλων ομίλων. Όταν η πορεία τους δεν ταιριάζει με τη στρατηγική της μητρικής, μπορούν να αλλάξουν ιδιοκτήτη, και τα funds είναι πλέον φυσικοί αγοραστές.
Η δεύτερη αλλαγή αφορά τους διαχειριστές. Ο ιδιοκτήτης του σήματος λειτουργεί όλο και λιγότερα καταστήματα ο ίδιος. Στο τέλος του 2025, περίπου το 95% των 45.356 εστιατορίων McDonald’s στον κόσμο λειτουργούσε μέσω franchise.
Τη θέση του «επιχειρηματία της γειτονιάς» την παίρνουν πολυεθνικοί διαχειριστές σημάτων: η Alshaya με τα Starbucks σε 13 χώρες, η Daufood με τη Domino’s σε 14, η Premier Capital με τη McDonald’s σε έξι. Μεγαλώνουν αγοράζοντας νέες χώρες, και η Ελλάδα είναι μία ακόμη αγορά στο χαρτοφυλάκιό τους.
Η τρίτη αλλαγή έρχεται από την Κίνα και αφορά τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η Mixue, με παγωτό και τσάι σε πολύ χαμηλές τιμές, έχει πια περισσότερα καταστήματα από τη McDonald’s. Δεν κερδίζει κυρίως από ποσοστά στις πωλήσεις, αλλά πουλώντας στους franchisees πρώτες ύλες και εξοπλισμό. Η δύναμή της είναι η εφοδιαστική αλυσίδα, όχι μόνο το σήμα.
Το 2025, σύμφωνα με την Ένωση Αλυσίδων και Franchise της Κίνας, οι 50 μεγαλύτερες κινεζικές αλυσίδες εστίασης λειτουργούσαν 6.801 καταστήματα εκτός Κίνας. Το μοντέλο έχει όμως και όρια: φέτος η Mixue έκλεισε καταστήματα εκτός Κίνας και περιόρισε σχέδια επέκτασης.
Πού πάει η αγορά και πού τα ελληνικά σήματα
Στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη αγορά γρήγορης εστίασης, η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Ο Διεθνής Σύνδεσμος Franchise προβλέπει για το 2026 αύξηση μόλις 0,5% στα καταστήματα γρήγορης εστίασης με franchise, από 2,2% το 2025. Μετά από δύο χρόνια πολέμου τιμών, οι μεγάλες αλυσίδες στρέφονται ξανά στην ποιότητα του προϊόντος, ενώ ο πελάτης παραγγέλνει μικρότερες μερίδες.
Την ίδια ώρα, τα ελληνικά σήματα επεκτείνονται και στο εξωτερικό. Το Goody’s, το Coffee Island, το Mikel, ο Γρηγόρης και η Mailo’s πουλούν πλέον το δικό τους franchise εκτός Ελλάδας. Για την Ελλάδα, το franchise δεν είναι μόνο κάτι που εισάγει, αλλά και κάτι που εξάγει.
Η οπτική μας
Αν φτιάξει κανείς τον χάρτη, βλέπει τρεις κόσμους. Ο πρώτος είναι οι ελληνικές οικογένειες και οι ιδρυτές, που διατηρούν ισχυρή παρουσία στην καθημερινή εστίαση: στις αλυσίδες καφέ, στους φούρνους και στην πίτσα. Ο δεύτερος είναι τα μεγάλα διεθνή σήματα, που ανήκουν στις μητρικές τους και τα αναπτύσσουν πολυεθνικοί διαχειριστές από τη Μάλτα, την Κύπρο, το Κουβέιτ και αλλού. Ο τρίτος είναι το κεφάλαιο: funds που μπαίνουν και βγαίνουν, και μεγάλοι ξένοι όμιλοι που αγοράζουν ολόκληρες πλατφόρμες, όπως η Evergood.
Η ιδιοκτησία μετράει, γιατί εκεί χαράσσεται η στρατηγική: ποιο σήμα θα αναπτυχθεί, σε ποιες αγορές θα επεκταθεί, πού θα κατευθυνθούν τα κεφάλαια και, τελικά, πότε ένα asset θα αγοραστεί ή θα πουληθεί.
Το franchise κρύβει και μια απόσταση που φάνηκε φέτος. Ο επιχειρηματίας που ανοίγει ένα κατάστημα επενδύει δικά του χρήματα, αλλά δεν ελέγχει το σήμα. Όταν ο ιδιοκτήτης του σήματος έχει πρόβλημα, ο franchisee είναι από τους πρώτους που εκτίθενται, χωρίς να έχει λόγο στις αποφάσεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να μείνουν όλα σε ελληνικά χέρια. Η είσοδος θεσμικών κεφαλαίων μπορεί να δώσει σε ένα ελληνικό σήμα μέγεθος, οργάνωση και πρόσβαση σε νέες αγορές, και μια πώληση μπορεί να είναι απόδειξη ότι δημιουργήθηκε αξία. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: θα συνεχίσει η Ελλάδα να δημιουργεί σήματα που ταξιδεύουν στο εξωτερικό και αποκτούν αξία ή θα περιοριστεί σταδιακά στον ρόλο μιας αγοράς όπου άλλοι αγοράζουν, διαχειρίζονται και αποφασίζουν;

GOOD TO KNOW
Στην παγκόσμια εξάπλωση του σύγχρονου franchise στην εστίαση, καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Ray Kroc. Ήταν πωλητής μηχανών για milkshakes, όταν το 1954 επισκέφτηκε το εστιατόριο των αδελφών McDonald στην Καλιφόρνια. Εντυπωσιάστηκε από την ταχύτητα με την οποία έφτιαχναν burgers και ανέλαβε να πουλήσει δικαιώματα σε επιχειρηματίες σε όλη την Αμερική. Το 1961 αγόρασε ολόκληρη την εταιρεία από τους αδελφούς McDonald.
Η μεγάλη του έμπνευση ήταν οικονομική και όχι γαστρονομική. Αντί να βασίζεται μόνο στα ποσοστά από τις πωλήσεις, η εταιρεία άρχισε να αποκτά τα οικόπεδα και να τα νοικιάζει στους franchisees. Έτσι δημιούργησε ένα επιχειρηματικό μοντέλο στο οποίο τα ακίνητα έγιναν εξίσου κρίσιμα με τα burgers και τα royalties.