Σε ένα περιβάλλον διαρκών κρίσεων και αλλαγών, το ESG αναδεικνύεται από εργαλείο συμμόρφωσης σε μοχλό στρατηγικής ανθεκτικότητας. Ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, ESG & SUSTAINABILITY MANAGER της εταιρείας CHOOSE, αναλύει στο ΤΗΕΤΟΤΑLBUSINESS πώς οι ελληνικές επιχειρήσεις ανταποκρίνονται στις νέες απαιτήσεις, ποια είναι η ουσία πίσω από τη ρύθμιση, και γιατί το ESG δεν είναι απλώς τάση, αλλά σημείο καμπής για το επιχειρείν του 2025.
Ζούμε σε μια εποχή αβεβαιότητας, με ενεργειακές, γεωπολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις. Πώς επηρεάζουν αυτές το επιχειρηματικό τοπίο και την προσέγγιση των εταιρειών στην αειφορία;
Αναμφισβήτητα, ζούμε σε μια εποχή ασύμμετρων κρίσεων. Η ενεργειακή αστάθεια, η κλιματική επιδείνωση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι διάφορες κοινωνικές πιέσεις που προκύπτουν συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η επιχειρηματικότητα δεν μπορεί να λειτουργεί με τα παλιά εργαλεία. Κάθε ένα από αυτά τα φαινόμενα έχει άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στα επιχειρηματικά μοντέλα, στη λειτουργική συνέχεια, και το σημαντικότερο στη σχέση της επιχείρησης με την κοινωνία.
Αυτό που παρατηρούμε είναι πως το ESG, παρά τις αμφισβητήσεις του, δεν έχει εγκαταλειφθεί. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις γίνεται το όχημα για να αντέξει μια εταιρεία σε αυτό το σύνθετο τοπίο. Όμως, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: δεν είναι όλες οι επιχειρήσεις έτοιμες ή πρόθυμες να κάνουν τη μετάβαση από το “ESG ως compliance” στο “ESG ως στρατηγική”. Και εδώ φαίνεται το χάσμα. Όπου υπάρχει θεσμική σταθερότητα και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, το ESG ενσωματώνεται ως μοχλός ανθεκτικότητας. Όπου υπάρχει σύγχυση, βλέπουμε αποσπασματικότητα ή ακόμα και υπαναχώρηση.
Η αβεβαιότητα λειτουργεί διττά: από τη μία αποκαλύπτει πόσο ευάλωτες είναι οι επιχειρήσεις χωρίς ESG υποδομή, κι από την άλλη, πιέζει για πιο ουσιαστικές και όχι διακοσμητικές προσεγγίσεις. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στα πεδία της ενεργειακής ασφάλειας, της διαφάνειας στην εφοδιαστική αλυσίδα και των κοινωνικών σχέσεων με εργαζομένους και κοινότητες. Δεν είναι σύμπτωση που οι επενδυτές πλέον αναζητούν επιχειρήσεις που αποδεικνύουν πως μπορούν να διαχειριστούν περίπλοκους κινδύνους, και το ESG, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι πολυτέλεια, είναι βασικός δείκτης αξιοπιστίας.
Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τις αντιφάσεις του χώρου: οι επιχειρήσεις καλούνται να εφαρμόσουν πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες απαιτήσεις, από την CSRD έως την Taxonomy, χωρίς ξεκάθαρη καθοδήγηση ή επαρκή υποστήριξη. Σε αυτό το περιβάλλον, η κουλτούρα αειφορίας κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε γραφειοκρατικό άθροισμα δεικτών και αυτό είναι κάτι που πρέπει συλλογικά να αντιμετωπιστεί.
Θα έλεγα τέλος πως αυτή η εποχή της αβεβαιότητας – όπως και κάθε εποχή αβεβαιότητας του παρελθόντος – δεν είναι μόνο κρίση, είναι και φίλτρο. Μας δείχνει ποιες εταιρείες βλέπουν την αειφορία ως θεμελιακό άξονα επιβίωσης και ποιες απλώς προσπαθούν να “υπερβούν την καταιγίδα” χωρίς να αλλάξουν πορεία.
Το ESG έγινε mainstream μέσα σε λίγα χρόνια. Πιστεύετε πως αυτό ήταν μια ουσιαστική μετατόπιση ή μια τάση που κινδυνεύει να υποχωρήσει;
Η αλήθεια είναι πως το ESG πέρασε πολύ γρήγορα από το περιθώριο στο επίκεντρο με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργήσει προσδοκίες, αλλά και αντιδράσεις. Στην αρχή, πολλές επιχειρήσεις το είδαν σαν ένα ωραίο αφήγημα για marketing, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Σήμερα όμως, η πίεση από θεσμούς, επενδυτές και κοινωνία έχει αλλάξει τα δεδομένα. Ταυτοχρόνως, οι ίδιες οι εταιρείες βλέπουν τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το ευρύτερο πλαίσιο του ESG και τις δυνατότητες που έχει – εάν αξιοποιηθεί σωστά βεβαίως.
Παρά τις αντιδράσεις που βλέπουμε σε κάποιες αγορές, ιδίως στις ΗΠΑ, το ESG δεν εξασθενεί· εξελίσσεται. Το βλέπουμε να μετακινείται από την επιφάνεια στην ουσία: από γενικές δηλώσεις σε αυστηρά frameworks, δείκτες, ελέγχους και νομικές υποχρεώσεις. Και αυτό είναι θετικό. Μπορεί να μην έχει πλέον την ίδια “λάμψη”, αλλά αποκτά βάθος.
Δεν είναι, λοιπόν, μια τάση που ξεφουσκώνει, αλλά μια πρακτική που ωριμάζει. Όσοι το προσεγγίζουν στρατηγικά το ενσωματώνουν, όχι επειδή “πρέπει”, αλλά επειδή τους βοηθά να κατανοούν κινδύνους, να σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα και να διατηρούν την εμπιστοσύνη των stakeholders. Το ESG δείχνει ότι δεν μένει απλώς μια εφήμερη τάση, ένας κομήτης, δεν είναι απλό hype, αλλά ριζώνει σταδιακά, σε βάθος και εύρος.
Πώς βλέπετε τις ελληνικές επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται στη μετάβαση προς reporting σύμφωνα με τα ESRS πρότυπα; Υπάρχει στρατηγική ετοιμότητα ή περισσότερο συμμόρφωση “καθήκοντος”;
Η Ελλάδα βρίσκεται στο στάδιο μετάβασης. Η ενσωμάτωση της CSRD μέσω του νόμου 5164/2024, μαζί με την προσαρμογή στα ESRS πρότυπα, σηματοδοτεί μάλλον «οριστική έξοδο» από το παλιό, πρόχειρο reporting. Η νέα ρήτρα προβλέπει σαφείς απαιτήσεις: από τον υπολογισμό εκπομπών, μέχρι πληροφορίες για diversity, due diligence στην εφοδιαστική αλυσίδα και ψηφιακή δημοσίευση των εκθέσεων.
Αυτό που διακρίνω είναι πως οι μεγάλες επιχειρήσεις, ιδίως εκείνες με διεθνή παρουσία, αντιλαμβάνονται ότι το reporting δεν είναι πια μια ετήσια δήλωση προθέσεων, αλλά μέρος της στρατηγικής τους. Δημιουργούνται ολοκληρωμένα συστήματα συλλογής και επαλήθευσης δεδομένων, υιοθετούνται ψηφιακά εργαλεία για carbon accounting και ενσωματώνονται διαδικασίες για το double materiality ώστε η εταιρεία να κατανοεί όχι μόνο τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά της αποτυπώματα, αλλά και τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις τους.
Παράλληλα όμως, δεν λείπουν και οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα ως «υποχρέωση». Ιδίως οι μικρότερες, ή οι εταιρείες χωρίς προηγούμενη κουλτούρα ESG, περιορίζονται σε ένα compliance mindset, με basic reporting, εξωτερική επεξεργασία στοιχείων και συχνά χαμηλό engagement από τη διοίκηση ή τα στελέχη.
Η τομή έρχεται με τον έλεγχο τρίτου (assurance), που απαιτείται πλέον από το νόμο και αυτό ωθεί ακόμη και τις πιο διστακτικές επιχειρήσεις να βελτιώσουν τα στοιχεία που παρέχουν, ακόμη και αν αρχικά ήταν απλώς «tick‑box exercise».
Συνοπτικά, σήμερα βλέπουμε ένα μείγμα: οι πιο προετοιμασμένες εταιρείες αξιοποιούν τα ESRS για να μετατρέψουν τη βιωσιμότητα από υποχρέωση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ενώ άλλες καταβάλλουν δυνάμεις για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις και να αποφύγουν κυρώσεις. Από αυτό το “gap” εξαρτάται η ελληνική πορεία: αν η συμμόρφωση μετατραπεί σε αφετηρία στρατηγικής αλλαγής ή παραμείνει πυροτέχνημα συμμόρφωσης.
Ποιος ο αντίκτυπος της έκρηξης χρήσης της AI στο ESG reporting και auditing, τόσο θετικά (επιτάχυνση, ακρίβεια) όσο και αρνητικά (bias, διαφάνεια);
Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στο ESG reporting και auditing φέρνει μια θεμελιώδη μετάβαση: από χειρωνακτική και αποσπασματική καταγραφή και ανάλυση δεδομένων σε αυτοματοποιημένες, ευέλικτες και σε πραγματικό χρόνο διεργασίες. Παράλληλα όμως εγείρονται σημαντικά ζητήματα ακεραιότητας και λογοδοσίας.
Από τη μία, τα θετικά πάνε… σφαίρα.
Με εργαλεία AI, οι εταιρείες μπορούν να επεξεργάζονται τεράστιους όγκους δεδομένων — όπως εκπομπές αερίων, ενεργειακή κατανάλωση ή πληροφορίες αλυσίδας, με αρκετά μεγάλη ακρίβεια και ταχύτητα. Φαίνεται ότι η τεχνολογία διευκολύνει την αναγνώριση κλιματικών κινδύνων και ενισχύει τη χάραξη βιώσιμων στρατηγικών ενώ ταυτόχρονα investor surveys δείχνουν ότι πάνω από το 60 % των επενδυτών εμπιστεύονται πιο πολύ εταιρείες με σαφή disclosures σχετικά με την ενσωμάτωση του AI στα ESG.
Από την άλλη, τα αρνητικά δεν είναι ψιλά γράμματα.
Το bias στα μοντέλα AI μπορεί πράγματι να παραμορφώσει την αξιολόγηση ESG, ιδιαίτερα όταν τροφοδοτούνται με μεροληπτικά δεδομένα, οδηγώντας σε ανακρίβειες και αθέμιτες αποφάσεις. Το αποτέλεσμα; ο κίνδυνος greenwashing αυξάνεται καθώς η τεχνολογία κρύβει ατέλειες αντί να τις φωτίζει.
Θεωρώ λοιπόν πως στην παρούσα φάση, για να αξιοποιήσει κανείς πλήρως τα πλεονεκτήματα των εργαλείων AI, υπάρχουν 3 βασικά βήματα που παίζουν σημαντικό ρόλο:
– Η ενσωμάτωση των εργαλείων AI πρέπει να γίνεται μέσα σε ένα ευρύτερο ESG πλαίσιο, ώστε να είναι ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται η τεχνολογία, ποια συστήματα ελέγχου και διακυβέρνησης εφαρμόζονται, και ποιοι κίνδυνοι προβλέπεται να αντιμετωπιστούν.
– Διαφάνεια: audit trails, explainability και ανεξάρτητοι έλεγχοι, ώστε οι stakeholders συμπεριλαμβανομένων των επενδυτών, καθώς και οι ρυθμιστικές αρχές, να μπορούν να ελέγχουν την ακρίβεια και την ορθή τους λειτουργία.
– Ανθρώπινη επόπτευση με “human-in-the-loop”, ώστε οι αποφάσεις να μην είναι τυφλές, αλλά να ελέγχονται για bias, μεροληψία, ηθικά όρια και κοινωνικό αντίκτυπο.
Πολλοί υποστηρίζουν πως η CSRD και οι ατελείωτοι δείκτες ESRS οδηγούν σε reporting fatigue και “πράσινη γραφειοκρατία”. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση;
Πραγματικά, ο όγκος των απαιτήσεων που έφερε η CSRD σε συνδυασμό με τα ESRS έχει προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις. Πολλοί μιλούν για reporting fatigue και όχι άδικα, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να παράγουν τεράστιο όγκο δεδομένων, με κόστος χρόνου, πόρων και συχνά επαναλαμβανόμενη προσπάθεια που δεν μεταφράζεται σε ουσιαστικά αποτελέσματα.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από την πρόσφατη συζήτηση γύρω από το Οmnibus. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέλεξε να αυξήσει τον κατώτατο αριθμό εργαζομένων για εφαρμογή της CSRD στους 1.000 και να περιορίσει σημαντικά τα datapoints των ESRS, υποστηρίζοντας ότι όλα είχαν γίνει “bureaucracy monster”. Παρά το αφήγημα της απλοποίησης, πολλοί δείχνουν πως η ενέργεια αυτή προκαλεί νέα νομική αβεβαιότητα, αφού εταιρείες που είχαν έτοιμες υποδομές τώρα πρέπει να αναπροσαρμόσουν ή να παγώσουν τα συστήματά τους.
Και αυτή η αναταραχή δεν περνά απαρατήρητη. Για παράδειγμα, ο CEO της Siemens Energy, Christian Bruch, περιέγραψε τη CSRD ως «overshooting», με πάνω από 1.000 data points που ξεπερνούν τα όρια των οφελών και ήδη πιέζει για ριζική απλοποίηση. Την ίδια στιγμή, πάνω από 100 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, από EDF μέχρι Novo Nordisk και IKEA, καλούν να διατηρηθούν οι απαιτήσεις, όχι για να πνιγούμε στη γραφειοκρατία, αλλά για να διατηρήσουμε διαφάνεια, ανταγωνιστικότητα και καθοδήγηση κεφαλαίων προς βιώσιμες λύσεις.
Προσωπικά, θεωρώ πως κάθε φορά που εισάγουμε νέες διαδικασίες και είμαστε στο πρωταρχικό στάδιο τυποποίησης, πρέπει να αναζητούμε και να βρίσκουμε τις κρίσιμες ισορροπίες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα μέρη που μπορεί να επηρεάζονται από αυτές. Σε αυτή την φάση, έχουμε μπροστά μας ένα από αυτά τα κρίσιμα σημεία ισορροπίας. Ναι, η υπερβολική γραφειοκρατία εξαντλεί και παγιώνει reporting χωρίς ουσία. Ταυτόχρονα όμως, ένα ισχυρό, αλλά σταθερό πλαίσιο, όπως αυτό που στόχευε αρχικά η CSRD, είναι απαραίτητο για να διευκολυνθεί η παροχή βιώσιμων επενδύσεων και να προστατευθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κατά την άποψή μου, πρέπει να εστιάσουμε σε δεδομένα που έχουν νόημα και οδηγούν σε αποφάσεις, όχι απλώς σε πίνακες 100 σελίδων που κανείς δεν διαβάζει. Φυσικά και πρέπει να φτιάξουμε ένα πλαίσιο που έχει κανόνες, αλλά ταυτόχρονα και λογική: άλλο η πολυεθνική με sustainability team 50 ατόμων, άλλο η ελληνική βιοτεχνία που παλεύει με δύο εξωτερικούς συμβούλους. Πολύ απλά, όχι λιγότερη φιλοδοξία, απλώς λίγο περισσότερη ευθυκρισία.
Τελικά, το ESG είναι ένα πλαίσιο, μια ιδεολογία ή μια ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό του επιχειρείν;
Το ESG ξεκίνησε σαν εργαλείο — ένα πλαίσιο που έβαζε τάξη σε όσα ως τότε ήταν είτε άγνωστα είτε «εκτός ισολογισμού»: περιβάλλον, κοινωνία, εταιρική διακυβέρνηση. Αλλά όσο ωρίμαζε, έγινε κάτι περισσότερο: μια ιδέα για το πώς πρέπει να λειτουργεί μια επιχείρηση ως οργανικό μέρος του κόσμου και όχι ερήμην του.
Σήμερα όμως, υπάρχει μια εύλογη ανησυχία: έχουμε τόσο πολύ εστιάσει στους δείκτες, στις φόρμες, στα acronyms, που μάλλον χάσαμε το νόημα. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή που οι εξελίξεις μάς υπενθυμίζουν, σχεδόν βάναυσα, ότι ο κόσμος δεν χρειάζεται απλώς reporting, αλλά ηγεσία με πυξίδα και όραμα. Με πολέμους ξανά στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή, με κοινωνική πόλωση, με την κλιματική κρίση να γίνεται καθημερινότητα και όχι πιθανότητα, η ανάγκη για υπεύθυνη επιχειρηματικότητα δεν είναι θέμα συμμόρφωσης αλλά θέμα επιβίωσης και συνείδησης.
Η ερώτηση είναι ο ίδιος ο πυρήνας του ESG και αυτό δεν είναι άσπρο/ μαύρο. Έχει ιδεολογικά στοιχεία και πρέπει να είναι πλαίσιο λειτουργίας. Αποτελεί θεμέλιο για τα επόμενα βήματα του επιχειρείν, εάν αυτά πρόκειται να γίνουν με δομημένο τρόπο και να είναι στοχευμένα για να αξιοποιήσουμε τους διαθέσιμους δυνατούς πόρους, με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο.
Άρα για μένα, το ESG δεν είναι ούτε μόνο πλαίσιο, ούτε κάποια abstract ιδεολογία. Είναι μια πρόκληση: να φανταστούμε ξανά τι σημαίνει να είσαι “επιχείρηση” το 2025. Όχι με όρους profit ή PR, αλλά με όρους αντίκτυπου. Κι αν θέλουμε το ESG να παραμείνει ζωντανό και χρήσιμο, πρέπει να του επιστρέψουμε την ουσία του και να του αφαιρέσουμε λίγο από τη σκόνη της υπερρύθμισης, της υποκρισίας (βλέπε greenwashing) και την εταιρικής φανφάρας. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει μοχλός αλλαγής. Όχι για να λέμε ότι «κάναμε το σωστό», αλλά για να αντέχουμε το βάρος του κόσμου όπως είναι και όπως θα έρθει.
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.