29 Αυγ 2025
READING

Η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια και τα κενά που εξακολουθούν να ανησυχούν τις επιχειρήσεις

4 MIN READ

Η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια και τα κενά που εξακολουθούν να ανησυχούν τις επιχειρήσεις

Η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια και τα κενά που εξακολουθούν να ανησυχούν τις επιχειρήσεις

Η κυβερνοασφάλεια έχει καταστεί ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων διεθνώς. Η συνεχώς αυξανόμενη εξάρτηση από τα ψηφιακά δίκτυα, τα σύνθετα πληροφοριακά συστήματα και τις υποδομές του Διαδικτύου δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και οι πιο ισχυροί οργανισμοί παραμένουν εκτεθειμένοι σε απειλές που εξελίσσονται με ταχύτητα. Οι κυβερνοεπιθέσεις δεν είναι πια μεμονωμένα περιστατικά, αλλά μια πραγματικότητα, με συνέπειες που εκτείνονται από την οικονομική ζημία και τη διατάραξη λειτουργιών έως την απώλεια εμπιστοσύνης από πελάτες και συνεργάτες.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια πρόσφατη μελέτη της Kaspersky με τίτλο «Ενίσχυση της ανθεκτικότητας: Κυβερνοασφάλεια μέσω ανοσίας των συστημάτων» επιχειρεί να χαρτογραφήσει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται σήμερα το επίπεδο προστασίας που διαθέτουν. Η μελέτη καταγράφει πώς αξιολογούν τα υφιστάμενα μέτρα, ποια κενά εντοπίζουν και ποιες προτεραιότητες θέτουν για το μέλλον.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι η αντίφαση ανάμεσα στην υψηλή ικανοποίηση και την αίσθηση ανεπάρκειας. Συγκεκριμένα, το 94% των επαγγελματιών κυβερνοασφάλειας δηλώνει ότι είναι ικανοποιημένο ή πολύ ικανοποιημένο από τα συστήματα που χρησιμοποιεί. Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα παραδέχεται ότι υπάρχουν τομείς που χρειάζονται σημαντικές βελτιώσεις. Το 76% θεωρεί πως αρκετές πτυχές επιδέχονται αναβάθμιση, ενώ ένας στους τέσσερις, ποσοστό 24%, υποστηρίζει ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές ή ακόμη και πλήρης αναμόρφωση των υφιστάμενων πρακτικών. Η εικόνα αυτή δείχνει πως οι εταιρείες νιώθουν ότι έχουν κάνει πρόοδο, αλλά γνωρίζουν ταυτόχρονα ότι η πρόοδος αυτή δεν αρκεί για να τις προστατεύσει απέναντι σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο χάρτη κινδύνων.

Η μελέτη αναδεικνύει ότι τα κενά δεν περιορίζονται στην τεχνολογία. Εντοπίζονται εξίσου σε οργανωτικές δομές και διαδικασίες, που συχνά επιβαρύνουν την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών άμυνας. Τρεις στους δέκα ερωτηθέντες αναφέρουν ως βασικό πρόβλημα την εξάρτηση από χρονοβόρες χειροκίνητες διαδικασίες, οι οποίες καθυστερούν την ανίχνευση και απόκριση σε επιθέσεις. Σχεδόν το ίδιο ποσοστό (29%) υπογραμμίζει την έλλειψη συστημάτων έγκαιρης ανίχνευσης, που θα μπορούσαν να περιορίσουν μια απειλή πριν αυτή εξελιχθεί σε σοβαρό περιστατικό.

Ένα άλλο κρίσιμο εύρημα είναι η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, την οποία επισημαίνει το 27% των συμμετεχόντων. Η έλλειψη αυτή δεν αφορά μόνο την ποσοτική κάλυψη, αλλά και την εξειδίκευση σε νέες μορφές επιθέσεων που αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη και αυτοματοποιημένα εργαλεία. Παράλληλα, το 23% αναγνωρίζει ως εμπόδιο την πολυπλοκότητα που προκύπτει από τη χρήση πολλών διαφορετικών εργαλείων ασφαλείας. Όταν κάθε σύστημα λειτουργεί αποσπασματικά, οι ομάδες ασφάλειας καλούνται να συντονίσουν ετερογενείς πλατφόρμες, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά κάλυψης και δυσκολίες στην ενιαία εποπτεία των κινδύνων.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν λάβουμε υπόψη και άλλες παραμέτρους. Το 22% των επαγγελματιών θεωρεί υψηλό τον κίνδυνο κατάρρευσης κρίσιμων συστημάτων σε περίπτωση επιτυχημένης επίθεσης. Σχεδόν το ίδιο ποσοστό (21%) τονίζει ότι η υπερβολική πολυπλοκότητα των περιβαλλόντων πληροφορικής (IT) και βιομηχανικού ελέγχου (OT) δημιουργεί νέες ευπάθειες. Ένας στους πέντε (20%) αναφέρει ότι η πληροφόρηση για απειλές είναι συχνά ξεπερασμένη ή καθυστερημένη, ενώ 18% σημειώνει ότι η υπερβολική συχνότητα ειδοποιήσεων οδηγεί σε «κόπωση» των υπευθύνων, μειώνοντας την ετοιμότητά τους. Τέλος, το 17% εκφράζει αμφιβολίες για την επάρκεια των ίδιων των λύσεων που χρησιμοποιούνται.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι ότι οι επιχειρήσεις έχουν επενδύσει σε σημαντικό βαθμό σε τεχνολογίες και συστήματα ασφαλείας, αλλά αυτά συχνά δεν λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο. Αντιθέτως, δημιουργούν αποσπασματικές άμυνες που αφήνουν εκτεθειμένες κρίσιμες πλευρές της λειτουργίας τους. Οι αδυναμίες αυτές δεν αποτελούν θεωρητικές ανησυχίες, αλλά μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματικά περιστατικά παραβίασης, με σοβαρές συνέπειες τόσο οικονομικές όσο και θεσμικές. Ένα περιστατικό κυβερνοεπίθεσης μπορεί να σημαίνει απώλεια δεδομένων, πρόστιμα λόγω παραβίασης κανονισμών, πλήγμα στη φήμη και, κυρίως, απώλεια εμπιστοσύνης.

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες κινήσεις ή σε «μπαλώματα» υπαρχόντων κενών. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που να συνδυάζει προληπτικά μέτρα, αυτοματισμούς που μειώνουν τον χρόνο απόκρισης, καλύτερη αξιοποίηση της πληροφορίας για απειλές και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού. Η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών, που σήμερα αποτελεί διεθνές φαινόμενο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς μακρόπνοη επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό και ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Όσο κι αν οι εταιρείες θεωρούν ότι έχουν θωρακίσει τα συστήματά τους, η πραγματικότητα αποκαλύπτει αδύναμα σημεία. Από την στιγμή που οι κυβερνοεγκληματίες διαθέτουν ολοένα πιο εξελιγμένα μέσα και αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να ενισχύσουν τις επιθέσεις τους, η στασιμότητα ισοδυναμεί με οπισθοδρόμηση. Για να διαφυλαχθεί η επιχειρησιακή συνέχεια και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη, η κυβερνοασφάλεια πρέπει να αναδειχθεί σε στρατηγική προτεραιότητα πρώτης γραμμής και όχι σε συμπληρωματική δαπάνη που αντιμετωπίζεται περιστασιακά.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.