Η τουριστική σεζόν ανεβάζει στροφές, αλλά πίσω από τις γεμάτες κρατήσεις, οι ξενοδόχοι εξακολουθούν να μετρούν κενά στο ανθρώπινο δυναμικό. Παρά τη δυναμική του ελληνικού τουρισμού και τις θετικές προοπτικές για τα επόμενα χρόνια, η εξεύρεση προσωπικού παραμένει «αγκάθι» για τον κλάδο. Οι επιχειρήσεις δεν ψάχνουν απλώς περισσότερα χέρια, αλλά κατάλληλους ανθρώπους. Η αδυναμία στελέχωσης των ελληνικών ξενοδοχείων παραμένει δομικό πρόβλημα, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι δεν πρόκειται για συγκυριακή δυσκολία αλλά για συσσώρευση παραγόντων.
Από τα πρώτα εμπόδια αναδεικνύονται οι υψηλές μισθολογικές προσδοκίες, τις οποίες αναφέρει το 61% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με έρευνα που έκανε η Booking ανάμεσα σε Έλληνες συνεργάτες της. Το εύρημα δείχνει την απόσταση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας, ειδικά σε έναν κλάδο με έντονη εποχικότητα. Ακόμη πιο έντονη εμφανίζεται η δυσαρμονία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Στην Ελλάδα το 69% των επιχειρήσεων τη θεωρεί βασικό εμπόδιο, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Το ωράριο, η ένταση της δουλειάς και οι απαιτήσεις της σεζόν λειτουργούν αποτρεπτικά, ειδικά για νεότερες ηλικίες που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην ποιότητα ζωής. Παράλληλα, σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις (49%) δηλώνει έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων και εμπειρίας. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με την περιορισμένη ελκυστικότητα του κλάδου ως μακροχρόνιας επιλογής καριέρας, αλλά και με τα κενά στην επαγγελματική εκπαίδευση. Την ίδια στιγμή, η αρνητική εικόνα για τα επαγγέλματα της φιλοξενίας παραμένει ισχυρή (51%), ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο απομάκρυνσης υποψηφίων.
Οι μεγάλες μετακινήσεις για εργασία αποτελούν επίσης ανασταλτικό παράγοντα, αν και στην Ελλάδα (40%) εμφανίζονται λιγότερο έντονες σε σχέση με άλλες χώρες. Ωστόσο, σε νησιωτικούς και τουριστικούς προορισμούς το ζήτημα της στέγασης και της απόστασης παραμένει κρίσιμο. Η εποχικότητα εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά, με το 58% των επιχειρήσεων να εκφράζει ανησυχία για τη σταθερότητα της εργασίας. Το ίδιο ισχύει και για τις περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης (53%), που ενισχύουν την αντίληψη ότι πρόκειται για προσωρινή απασχόληση και όχι για επαγγελματική διαδρομή. Τέλος, τα γλωσσικά εμπόδια (41%) εξακολουθούν να επηρεάζουν την προσφορά εργασίας, ιδιαίτερα σε θέσεις πρώτης γραμμής. Συνολικά, η εικόνα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε έναν παράγοντα, αλλά αποτελεί συνδυασμό μισθολογικών, ποιοτικών και δομικών ζητημάτων που διατηρούν την πίεση στην αγορά εργασίας του τουρισμού.
Εν τω μεταξύ, η πρόθεση προσλήψεων στον ξενοδοχειακό κλάδο παραμένει συγκρατημένα θετική, χωρίς όμως να μεταφράζεται σε εύκολη κάλυψη θέσεων, αν και τα δεδομένα αυτά ελήφθησαν πριν από τον πόλεμο. Οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα δήλωσαν ότι προγραμμάτιζαν κατά μέσο όρο 1,3 προσλήψεις για το επόμενο 12μηνο, επίπεδο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο,. Στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ο αριθμός αυξάνεται σημαντικά, φτάνοντας τις 8,8 προσλήψεις. Ωστόσο, η αισιοδοξία για το μέλλον δεν αναιρεί τις δυσκολίες. Το 85% των επιχειρήσεων δηλώνει θετικές προοπτικές, αλλά η αγορά εργασίας δεν ανταποκρίνεται με την ίδια δυναμική. Οι μεγαλύτερες ανάγκες εντοπίζονται σε θέσεις καθαριότητας (73%), εστίασης (53%) και υποδοχής (37%), δηλαδή σε ρόλους πρώτης γραμμής που στηρίζουν την καθημερινή λειτουργία των μονάδων. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες ελλείψεις σε επίπεδο υποψηφίων καταγράφονται σε πιο εξειδικευμένες θέσεις, όπως η διοίκηση, οι πωλήσεις και το μάρκετινγκ, καθώς και οι υπηρεσίες spa και διοργάνωσης εκδηλώσεων.
Η εκπαίδευση του προσωπικού αποτελεί βασικό εργαλείο αντιμετώπισης των ελλείψεων, ωστόσο η εικόνα στην Ελλάδα παραμένει μεικτή. Οι επιχειρήσεις βασίζονται κυρίως σε πρακτικές εσωτερικής εκπαίδευσης, με το 64% να επενδύει σε κατάρτιση εντός εργασίας και το 60% σε προγράμματα προσωπικής εκπαίδευσης. Σε επίπεδο προθέσεων, η πλειονότητα των επιχειρήσεων στην Ελλάδα (63%) σχεδιάζει να διατηρήσει σταθερές τις επενδύσεις στην εκπαίδευση το επόμενο διάστημα, ενώ μόλις το 19% δηλώνει ότι θα τις αυξήσει. Ένα μικρό ποσοστό δεν επενδύει καθόλου ή δεν έχει σχετικό σχεδιασμό.