Χαμηλών τόνων, με περιορισμένη δημόσια παρουσία, αλλά με σταθερή και μετρήσιμη επιρροή στην αγορά. Ο Πολυχρόνης Συγγελίδης δεν ανήκει στην κατηγορία των media-friendly επιχειρηματιών, αλλά αποτελεί μια κλασική περίπτωση παράγοντα που κινείται μακριά από τη δημοσιότητα, διαμορφώνοντας όμως σε μεγάλο βαθμό τους όρους του παιχνιδιού στην ελληνική αγορά αυτοκινήτου.
Υπό την ηγεσία του, ο όμιλος έχει διαμορφώσει ένα από τα πιο διευρυμένα χαρτοφυλάκια στον κλάδο, εκπροσωπώντας στην Ελλάδα μάρκες όπως οι Citroën, DS Automobiles, Mazda, Opel και Peugeot. Κομβικό σημείο αποτέλεσε το 2019, όταν απέκτησε τα δικαιώματα της αντιπροσωπείας της Opel στην Ελλάδα, μέσω της εξαγοράς της υφιστάμενης οργάνωσης της Opel Hellas, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση του ομίλου σε μια περίοδο ανακατατάξεων στον κλάδο. Βασικό πυλώνα του ομίλου αποτελεί η Aiglon, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες του χώρου, με δραστηριότητα στην εισαγωγή, εμπορία και τεχνική υποστήριξη αυτοκινήτων και πωλήσεις που ξεπερνούν τα 500 εκατ. ευρώ. Το 2024, ωστόσο, αποτύπωσε τις πιέσεις της αγοράς, καθώς ο κύκλος εργασιών υποχώρησε στα 505,9 εκατ. ευρώ (-6,96%), τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 19,7 εκατ. ευρώ (-29,6%) και τα καθαρά κέρδη στα 15,5 εκατ. ευρώ (-25,4%). Σε επίπεδο μαρκών, η Peugeot διατήρησε μερίδιο 7,6%, η Citroën υποχώρησε στο 5,7% από 7,3%, ενώ η MG ενίσχυσε σημαντικά τη θέση της, ανεβαίνοντας στο 2,3% από 0,5%, καταγράφοντας δυναμική είσοδο, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, αυτά του 2024
Οι ισορροπίες άλλαξαν το 2022, μετά τη δημιουργία της Stellantis, όταν οι μάρκες Fiat, Alfa Romeo, Abarth και Jeep πέρασαν σε νέο σχήμα υπό την Autohellas του ομίλου Βασιλάκη και τη Samelet, αντικαθιστώντας την FCA Greece του ομίλου Συγγελίδη. Μια εξέλιξη που αποτύπωσε τον ανασχηματισμό δυνάμεων στην αγορά. Παράλληλα, ο όμιλος διατηρεί παρουσία και στον ασφαλιστικό κλάδο μέσω της Elysee, με πρόσφατη συμφωνία πώλησης πλειοψηφικού ποσοστού στην Εθνική Ασφαλιστική. Μια κίνηση που ενισχύει το μοντέλο συμπληρωματικών υπηρεσιών γύρω από το αυτοκίνητο και αναδεικνύει τη στρατηγική επιλογή για διαφοροποίηση, πέρα από την καθαρή εμπορία οχημάτων.
Βέβαια, οι ρίζες της οικογένειας Συγγελίδη δεν βρίσκονται στην αυτοκίνηση, αλλά στη βιομηχανία. Η επιχειρηματική διαδρομή ξεκινά το 1922 από την κλωστοϋφαντουργία, με τον Γιώργο Συγγελίδη να διαβλέπει εγκαίρως τη μετατόπιση της αγοράς. Το 1965 στρέφεται στρατηγικά στο αυτοκίνητο, σε μια περίοδο που η ελληνική αγορά μόλις διαμορφώνεται, φέρνοντας πιο κοντά στον Έλληνα καταναλωτή τη Citroën και την τεχνολογία της, μαζί με τη σύζυγό του Θεοδώρα. Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο Πολυχρόνης Συγγελίδης, σε ένα μοντέλο διοίκησης που άφηνε χώρο πρωτοβουλίας. Ο ίδιος έχει περιγράψει πώς, ως φοιτητής στις ΗΠΑ, πρότεινε με επιμονή την είσοδο της Jeep στην Ελλάδα, μια κίνηση που τελικά υλοποιήθηκε και εξελίχθηκε σε ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά. Μαζί με τον αδελφό του, Γιάννη, ανέλαβαν σταδιακά την επέκταση του ομίλου, με έμφαση στις συνεργασίες και την προσέλκυση διεθνών brands.
Η οικογενειακή συνέχεια δεν λειτούργησε ως μηχανισμός προστασίας, αλλά ως πεδίο δοκιμής. Ο Συγγελίδης έχει δηλώσει ότι ο όμιλος παραμένει «ανοιχτός σε νέες συνεργασίες», κάτι που επιβεβαιώθηκε με την ανάληψη της Mazda και τη διαρκή διερεύνηση νέων δραστηριοτήτων, ακόμη και πέρα από την κλασική διανομή. Παράλληλα, υπήρξε παντρεμένος με τη Μιλένα Αποστολάκη, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ.
Στη Χάλκη, ο όμιλος δοκίμασε στην πράξη ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Μέσω της συνεργασίας με τη Citroën και διεθνείς εταίρους, το project GR-Eco μετέτρεψε το νησί σε πιλοτικό «πράσινο» οικοσύστημα, συνδέοντας την ηλεκτροκίνηση με την τοπική οικονομία και τον τουρισμό.
Η ίδια λογική περνά πλέον σε μεγαλύτερη κλίμακα. Ο όμιλος εισέρχεται οργανωμένα στον τουρισμό με επένδυση περίπου 100 εκατ. ευρώ στην Ηλεία, για την ανάπτυξη σύνθετου τουριστικού καταλύματος σε έκταση 224 στρεμμάτων, στο παραλιακό μέτωπο της Δυτικής Πελοποννήσου, κοντά στο Εθνικό Πάρκο Κοτυχίου–Στροφυλιάς. Το σχέδιο περιλαμβάνει πεντάστερο ξενοδοχείο 254 κλινών και 56 κατοικίες, υιοθετώντας ένα υβριδικό μοντέλο φιλοξενίας που συνδυάζει resort και παραθεριστική κατοικία.
Στόχος είναι η προσέλκυση επισκεπτών υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου, σε μια περιοχή που παραμένει χαμηλά στον χάρτη των luxury υποδομών. Κατά την κατασκευή εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν περισσότερες από 1.400 θέσεις εργασίας, στοιχείο που ενισχύει το αποτύπωμα της επένδυσης.