Η υγεία των εργαζομένων ως παράγοντας κόστους και παραγωγικότητας

Η υγεία των εργαζομένων ως παράγοντας κόστους και παραγωγικότητας
4 MIN READ

Η υγεία των εργαζομένων εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία και το κόστος των επιχειρήσεων. Για μεγάλο διάστημα η υγεία των εργαζομένων θεωρούνταν κυρίως ζήτημα παροχών ή εταιρικής κουλτούρας, σήμερα όμως εντάσσεται όλο και πιο καθαρά στον πυρήνα της επιχειρησιακής στρατηγικής. Η διαθεσιμότητα ανθρώπινου δυναμικού, η απόδοση και η διατήρηση ταλέντου συνδέονται άμεσα με τη σωματική και ψυχική κατάσταση των εργαζομένων, οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε πιο ενεργή και συστηματική διαχείριση του ζητήματος.

Το οικονομικό κόστος για τις επιχειρήσεις είναι πλέον μετρήσιμο και ιδιαίτερα υψηλό. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές εκτιμήσεις, το συνολικό κόστος που σχετίζεται με προβλήματα υγείας στον χώρο εργασίας στην Ευρώπη εκτιμάται ότι προσεγγίζει ή και ξεπερνά τα €500–€600 δισ. ετησίως. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει τόσο τις άμεσες απουσίες όσο και τη μειωμένη απόδοση των εργαζομένων που παραμένουν στη θέση τους χωρίς να μπορούν να αποδώσουν πλήρως. Το φαινόμενο του presenteeism, δηλαδή της παρουσίας χωρίς αντίστοιχη παραγωγικότητα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις εκτιμάται ότι επιβαρύνει περισσότερο τις επιχειρήσεις από τις ίδιες τις απουσίες.

Η ψυχική υγεία αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτή την επιβάρυνση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), εκτιμάται ότι περίπου ένας στους πέντε εργαζομένους αντιμετωπίζει κάποια μορφή ψυχικής επιβάρυνσης σε δεδομένη χρονική στιγμή, ενώ το άγχος και το burnout επηρεάζουν άμεσα την παραγωγικότητα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι διαταραχές ψυχικής υγείας συνδέονται με απώλειες παραγωγικότητας που υπερβαίνουν το 1% του ΑΕΠ. Μελέτες οργανισμών και συμβουλευτικών εταιρειών, όπως η McKinsey & Company και η Deloitte, δείχνουν ότι η χαμηλή ψυχική ευεξία συνδέεται με μειωμένη απόδοση, αυξημένη πιθανότητα αποχώρησης και υψηλότερο κόστος αντικατάστασης προσωπικού.

Οι επιχειρήσεις στρέφονται σταδιακά από μια παθητική διαχείριση της υγείας σε πιο ενεργές πολιτικές πρόληψης και παρέμβασης. Τα προγράμματα wellbeing, η ιδιωτική ασφάλιση υγείας και οι υπηρεσίες υποστήριξης εργαζομένων αποτελούν μέρος μιας πιο οργανωμένης προσέγγισης, με στόχο τη μείωση του κινδύνου και τη διατήρηση της παραγωγικότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις, η έμφαση δίνεται στην έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση προβλημάτων, ώστε να περιορίζονται οι περιπτώσεις που οδηγούν σε μακροχρόνια απουσία από την εργασία.

Η αλλαγή αυτή έχει και μετρήσιμα αποτελέσματα. Σύμφωνα με αναλύσεις της McKinsey Health Institute, επιχειρήσεις που εφαρμόζουν συστηματικά πολιτικές υγείας και ευεξίας μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να καταγράψουν βελτίωση της παραγωγικότητας που φτάνει έως και το 15%–20%, ενώ περιορίζεται το κόστος που σχετίζεται με απουσίες και αποχωρήσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος, έρευνες της Deloitte δείχνουν ότι επενδύσεις σε προγράμματα ψυχικής υγείας συνδέονται με πολλαπλάσιο όφελος, κυρίως μέσω της ενίσχυσης της απόδοσης και της συγκράτησης των σχετικών δαπανών. Παράλληλα, δεδομένα της Gallup καταγράφουν ότι εργαζόμενοι με υψηλά επίπεδα ευεξίας εμφανίζουν αισθητά υψηλότερη παραγωγικότητα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνει το 20%.

Στην Ελλάδα, το κόστος αποτελεί βασικό παράγοντα που καθορίζει την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ότι δεν καλύπτουν βασικές ανάγκες υγείας λόγω κόστους έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας σε επίπεδα που υπερβαίνουν το 20% και κατατάσσουν τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το υψηλό μερίδιο ιδιωτικών πληρωμών στο σύστημα υγείας, το οποίο μεταφέρει σημαντικό μέρος της δαπάνης στα νοικοκυριά. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο επίπεδο της κοινωνικής πολιτικής, αλλά επεκτείνονται και στη λειτουργία της αγοράς εργασίας, καθώς η περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας συνδέεται με περισσότερες ημέρες απουσίας, χαμηλότερη απόδοση και αυξημένη αβεβαιότητα για τους εργαζομένους. Παράλληλα, ένα σημαντικό ποσοστό εργαζομένων βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τη δυνατότητα φροντίδας της υγείας και μεταφέρεται τελικά σε υψηλότερο λειτουργικό κόστος για τις επιχειρήσεις.

Παράλληλα, η συνολική δαπάνη υγείας και η δημόσια κάλυψη παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως προκύπτει από αναλύσεις οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ, γεγονός που αυξάνει τη σημασία της ιδιωτικής κάλυψης και της συμμετοχής των επιχειρήσεων. Έτσι, η υγεία των εργαζομένων αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα για τις επιχειρήσεις, καθώς επηρεάζει άμεσα την παραγωγικότητα και τη σταθερότητα του ανθρώπινου δυναμικού.

Το ζήτημα της υγείας στην εργασία συνδέεται όλο και περισσότερο με τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, την ευελιξία και την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν άμεσα το επίπεδο πίεσης που βιώνουν οι εργαζόμενοι και, κατ’ επέκταση, την απόδοσή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιχειρήσεις που προσαρμόζουν έγκαιρα τις πρακτικές τους καταγράφουν καλύτερα αποτελέσματα, τόσο σε επίπεδο παραγωγικότητας όσο και στη διατήρηση προσωπικού.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.