Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας έχει μεταβληθεί ριζικά τα τελευταία δεκαέξι χρόνια, καθώς γίνεται ξεκάθαρο ότι η ηλικία του εργατικού δυναμικού κινείται ανοδικά, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία που έρχονται στη δημοσιότητα, αν κάποτε τα «θεμέλια» της παραγωγής βρισκόταν στους ανθρώπους 30 έως 44 ετών, ένα ηλικιακό εύρος δηλαδή που συνδυάζει εμπειρία, αντοχή και δημιουργικότητα, σήμερα το βάρος έχει μετατοπιστεί εμφανώς προς τις μεγαλύτερες ηλικίες.
Κάπως έτσι, οι εργαζόμενοι 45 έως 64 ετών αποτελούν πλέον την απόλυτη πλειοψηφία, ξεπερνώντας το 50% των απασχολούμενων, ενώ οι νεότερες ηλικίες συρρικνώνονται τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε ποσοστά.
Το αποτύπωμα της συγκεκριμένης μεταβολής δεν είναι απλώς στατιστικό, καθώς μιλάμε για μια βαθιά δομική αλλαγή που αποτυπώνει τη μετάβαση μιας ολόκληρης κοινωνίας σε μια νέα δημογραφική και οικονομική πραγματικότητα.
Όταν οι πενηντάρηδες καλούνται να σηκώσουν το βάρος
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και μαρτυρούν τον τρόπο με τον οποίο έχει αλλάξει η πραγματικότητα στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα.
Το 2009, χρονιά κατά την οποία η οικονομική κρίση άρχιζε να γίνεται αισθητή, οι ηλικίες 30-44 αποτελούσαν το 43% των απασχολούμενων. Μέσα σε μια περίοδο δεκαέξι ετών, το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 34%, με απώλειες εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι 45-64 ετών αυξήθηκαν εντυπωσιακά, φτάνοντας να αποτελούν πάνω από τους μισούς απασχολούμενους στη χώρα, καθώς, από το 36% έχουν φτάσει στο 50,6%, ενώ οι νέοι 15-29 ετών έχουν χάσει έδαφος, αφού, από σχεδόν 18% της απασχόλησης το 2009, περιορίστηκαν κάτω από το 14% το 2025.
Μάλιστα, σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα δεν παρατηρείται μόνο μείωση στο ποσοστό απασχόλησης, αλλά και συνολικά στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, είτε εργάζονται είτε αναζητούν εργασία, με τη «δεξαμενή» των νέων ανθρώπων που μπορούν να στηρίξουν την οικονομία να γίνεται ολοένα και μικρότερη, .
Οι αιτίες πίσω από τη μεταβολή
Η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα πολλών παραγόντων που λειτούργησαν ταυτόχρονα και αθροιστικά.
Πρώτα απ’ όλα, η δημογραφική γήρανση της χώρας αποτελεί καθοριστικό στοιχείο, με τις γεννήσεις να μειώνονται σταθερά εδώ και δεκαετίες, ενώ το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, με αποτέλεσμα λιγότεροι νέοι να εισέρχονται στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, η οικονομική κρίση οδήγησε σε μαζική μετανάστευση νέων στο εξωτερικό, με το λεγόμενο brain drain να στερεί από την οικονομία ένα κρίσιμο δυναμικό, συχνά υψηλής κατάρτισης και παραγωγικότητας.
Την ίδια στιγμή, η είσοδος των νέων στην αγορά εργασίας γίνεται πιο αργά, λόγω μεγαλύτερης διάρκειας σπουδών αλλά και περιορισμένων ευκαιριών απασχόλησης.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οι αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα, καθώς η αύξηση των ορίων ηλικίας και η οικονομική αβεβαιότητα ωθούν πολλούς εργαζόμενους να παραμένουν ενεργοί για περισσότερα χρόνια. Έτσι, η παρουσία των μεγαλύτερων ηλικιών ενισχύεται όχι μόνο λόγω του δημογραφικού, αλλά και λόγω ανάγκης των εργαζομένων να συνεχίσουν να εργάζονται.
Τα θετικά και τα προβλήματα που προκύπτουν
Η ενίσχυση της παρουσίας των μεγαλύτερων ηλικιών δεν είναι απαραίτητα αρνητική σε κάθε της διάσταση.
Άλλωστε, οι εργαζόμενοι αυτής της κατηγορίας διαθέτουν εμπειρία, τεχνογνωσία και επαγγελματική ωριμότητα, στοιχεία που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη συνέχεια στις επιχειρήσεις.
Η παραμονή τους στην αγορά εργασίας λειτουργεί επίσης ως ανάχωμα για το ασφαλιστικό σύστημα, καθώς καθυστερεί την έξοδο προς τη συνταξιοδότηση και περιορίζει, έστω προσωρινά, τις πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες.
Ωστόσο, τα προβλήματα που αναδύονται είναι βαθύτερα και πιο σύνθετα, αφού μια οικονομία που δεν ανανεώνεται ηλικιακά κινδυνεύει να χάσει τη δυναμική της.
Η καινοτομία, η προσαρμοστικότητα και η εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τις νεότερες γενιές, ενώ η απουσία τους περιορίζει τις δυνατότητες εξέλιξης.
Ακόμα, το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας αποτελεί ίσως το πιο ευαίσθητο πεδίο από όσα επηρεάζονται από αυτήν την αλλαγή.
Όταν οι νεότεροι εργαζόμενοι μειώνονται και οι μεγαλύτεροι αυξάνονται, η αναλογία μεταξύ εισφορών και συντάξεων γίνεται όλο και πιο δυσμενής. Σε βάθος χρόνου, λιγότερος αριθμός εργαζομένων θα κληθούν να στηρίξουν με τις εισφορές τους περισσότερους συνταξιούχους, δημιουργώντας πιέσεις που δύσκολα θα απορροφηθούν και ενδέχεται να δημιουργήσουν ένα οικονομικό σοκ.
Παράλληλα, η μείωση των νέων δημιουργεί ελλείψεις σε κρίσιμες δεξιότητες, ιδιαίτερα σε τομείς αιχμής, την ώρα που η τεχνολογική πρόοδος είναι αλματώδης. Η αγορά εργασίας χάνει την ευελιξία και τη δημιουργικότητά της, στοιχεία απαραίτητα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς και η προσαρμογή θεωρείται αναγκαία για να μπορεί μια χώρα να παραμείνει ανταγωνιστική.
Ανάπτυξη με «αστερίσκους» και το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική οικονομία εμφανίζει τα τελευταία χρόνια σημάδια βελτίωσης, με αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας.
Αυτό αποδεικνύεται από τους αριθμούς και θα ήταν λάθος να μην αναγνωριστεί ως ένα βήμα προόδου της χώρας μας, και επιστροφής σε αυτό που ονομάζουμε «κανονικότητα».
Ωστόσο, η ποιοτική διάσταση αυτής της εξέλιξης είναι πιο σύνθετη, αφού παρατηρείται ότι η ενίσχυση της απασχόλησης δεν συνοδεύεται από μια ισορροπημένη ηλικιακή κατανομή, γεγονός που δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για τη βιωσιμότητά της.
Η αγορά εργασίας φαίνεται να στηρίζεται περισσότερο στη διατήρηση του υπάρχοντος δυναμικού παρά στην ανανέωσή του, μια κατάσταση που μπορεί να αποδειχθεί επαρκής βραχυπρόθεσμα, αλλά δημιουργεί αβεβαιότητες για το μέλλον.
Η αντιμετώπιση της ηλικιακής μετατόπισης απαιτεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση, με την ενίσχυση της απασχόλησης των νέων, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και τη παροχή κινήτρων για την επιστροφή όσων έφυγαν στο εξωτερικό να αποτελούν βασικές προϋποθέσεις αλλαγής του κλίματος.
Ταυτόχρονα, η στήριξη της οικογένειας και της γεννήσεων συνδέεται άμεσα με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομίας, ενώ η επένδυση στη δια βίου εκπαίδευση μπορεί να διασφαλίσει ότι οι μεγαλύτεροι εργαζόμενοι θα παραμένουν ενεργοί και παραγωγικοί σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται.
Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι η επικράτηση μιας γενιάς έναντι μιας άλλης, αλλά η ισορροπία, αφού μια οικονομία που συνδυάζει εμπειρία και ανανέωση έχει περισσότερες πιθανότητες να αντέξει στον χρόνο.
Το -κρίσιμο- ερώτημα του αύριο
Η σημερινή κυριαρχία των πενηντάρηδων στην αγορά εργασίας δεν είναι από μόνη της το πρόβλημα και σίγουρα έχει και στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν θετικά.
Το πραγματικό ερώτημα που δημιουργείται όμως είναι το ποιοι και πόσοι θα βρίσκονται στη θέση τους τα επόμενα χρόνια.
Το πρόβλημα απαιτεί άμεσα λύση
Αν το ζήτημα δεν απασχολήσει άμεσα τους υπευθύνους προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή ένα πολύπλευρο σχέδιο, και η λύση που προκρίνεται είναι απλώς η σταδιακή «αντικατάσταση πληθυσμού» ή το «πάμε κι όπου βγει», η απάντηση θα παραμένει ασαφής.
Και τότε το ζήτημα δεν θα είναι απλώς δημογραφικό ή εργασιακό, αλλά θα μετατραπεί σε βαθιά αναπτυξιακό και, σε έναν βαθμό, υπαρξιακό για την ίδια τη χώρα.
Γιατί μια οικονομία χωρίς νέους δεν χάνει μόνο -αναγκαία- εργατικά χέρια, αλλά ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να φανταστεί, να διεκδικήσει και τελικά να δημιουργήσει το μέλλον της.