Το καλοκαίρι του 2008, η Μίλντα Μιτκούτε (Milda Mitkute) βρέθηκε καλεσμένη σε ένα party στη Βίλνιους. Μόλις είχε μετακομίσει σε ένα μικρό φοιτητικό διαμέρισμα και το πρόβλημά της ήταν απλό: η ντουλάπα δεν χωρούσε τα ρούχα και τα αξεσουάρ της. Δεν ήθελε να τα πετάξει, πολλά από αυτά είχαν φορεθεί ελάχιστα. Ήθελε να τα πουλήσει. Απλώς δεν υπήρχε εύκολος τρόπος.
Στο ίδιο πάρτι ήταν και ο Γιούστας Γιανάουσκας (Justas Janauskas), παλιός γνώριμος με εμπειρία στον προγραμματισμό. Η Μίλντα του εξήγησε την ιδέα, εκείνος είπε «ας το κάνουμε» και δύο εβδομάδες αργότερα είχαν ήδη στήσει ένα website. Μόνο που ξέχασαν να βάλουν κουμπί αγοράς. Η πρώτη έκδοση του Vinted ήταν μια κοινότητα ανταλλαγής, όχι marketplace. Το διόρθωσαν γρήγορα, και αυτή η ατέλεια έγινε το πρώτο τους μάθημα.
Από hobby σε επιχείρηση
Κάπως έτσι, στην αρχή, η Vinted λειτουργούσε ως εθελοντικό project με λιθουανικό όνομα που σήμαινε «Τα ρούχα μου» (Mano Drabužiai) και την αντίστοιχη ιστοσελίδα «manodrabužiai.lt». Κανείς δεν πληρωνόταν. Οι διαχειριστές της σελίδας ήταν εθελοντές. Τα έσοδα πήγαιναν στους servers. Η Μίλντα και ο Γιούστας είχαν παράλληλα τις δουλειές τους για να βιοπορίζονται.
Η πλατφόρμα όμως μεγάλωσε γρήγορα στη Λιθουανία. Πολύ γρήγορα. Το 2009 ήρθε η πρώτη διεθνής επέκταση στη Γερμανία. Ακολούθησαν οι πρώτοι επενδυτές, χωρίς καν να τους ψάξουν. Η Accel και η Insight Partners ήθελαν από μόνοι τους να επενδύσουν.
Η στροφή που άλλαξε τα πάντα
Το 2016 όμως, η εταιρεία βρισκόταν σε αδιέξοδο. Η επέκταση στις ΗΠΑ δεν είχε πάει καλά, η ανάπτυξη είχε επιβραδυνθεί και τα οικονομικά έδειχναν ζημιές. Μέχρι τότε, η Vinted λειτουργούσε όπως όλες οι υπόλοιπες πλατφόρμες: χρέωνε τους πωλητές με προμήθεια σε κάθε συναλλαγή. Εκείνη τη χρονιά, η Μίλντα αποχώρησε για να κάνει οικογένεια. Στη θέση του CEO ήρθε ο Τόμας Πλάντενγκα (Thomas Plantenga), ένας Ολλανδός που είχε μπει αρχικά ως σύμβουλος.
Εκείνος, πήρε μια απόφαση που φαινόταν αντιφατική: κατάργησε εντελώς τις προμήθειες από τους πωλητές. Αντί γι’ αυτό, αποφάσισε ότι θα χρεώνεται ο αγοραστής.
Το μοντέλο που δεν μοιάζει με κανένα
Η Vinted δεν είναι απλώς μια πλατφόρμα μεταχειρισμένων. Είναι ένα επιχειρηματικό μοντέλο που αναποδογύρισε τους κανόνες του e-commerce.
Σε πλατφόρμες, όπως το eBay, ο πωλητής πληρώνει προμήθεια σε κάθε συναλλαγή. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που θέλει να πουλήσει ένα μπλουζάκι αξίας 5 ευρώ κάνει έναν υπολογισμό και αναρωτιέται: αξίζει τον κόπο; Συχνά η απάντηση είναι όχι. Και το μπλουζάκι καταλήγει στα αζήτητα.
Στη Vinted, δεν υπάρχει αυτός ο υπολογισμός. Ο πωλητής δεν χάνει τίποτα αν δεν πουλήσει, κάτι που δημιουργεί τεράστιο απόθεμα, το οποίο με τη σειρά του δημιουργεί ρευστότητα στην αγορά. Και η ρευστότητα είναι το παν σε ένα marketplace.
Το αποτέλεσμα: η Vinted έχει εκτοξευθεί στις πρώτες θέσεις των marketplace μεταχειρισμένης μόδας, ενώ στη Γαλλία έχει καταφέρει να ξεπεράσει σε πωλήσεις ακόμα και τους παραδοσιακούς κολοσσούς της μόδας.
Τα νούμερα που μιλούν από μόνα τους
Για το 2025, η Vinted ανακοίνωσε έσοδα 1,1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 38% σε σχέση με το 2024. Η συνολική αξία των προϊόντων που άλλαξαν χέρια στην πλατφόρμα (Gross Merchandise Value) έφτασε τα 10,8 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 47%. Η εταιρεία είναι πλέον παρούσα σε 26 χώρες.
Πολύ πρόσφατα, η Vinted ολοκλήρωσε πώληση μετοχών από υπάρχοντες μετόχους, γνωστή ως secondary share sale, ύψους 880 εκατ. ευρώ. Η συναλλαγή αυτή δεν έφερε νέο κεφάλαιο στην εταιρεία, αλλά αποτυπώνει τη νέα της αξία: 8 δισ. ευρώ. Από τα 5 δισ. ευρώ του Οκτωβρίου 2024, η αποτίμησή της σχεδόν διπλασιάστηκε σε μόλις 18 μήνες.
Η Μίλντα Μιτκούτε αποχώρησε το 2016 για να κάνει οικογένεια και δεν επέστρεψε ποτέ αλλά κράτησε τις μετοχές της. Απέκτησε τέσσερα παιδιά, ολοκλήρωσε δύο ακόμα μεταπτυχιακά και σήμερα αναπτύσσει μία edtech startup, προσπαθώντας να κάνει τα μαθηματικά πιο ελκυστικά και προσιτά για τα παιδιά. Ο Τόμας Πλάντενγκα είναι ο άνθρωπος που πιστώνεται τη σωτηρία και την εκτόξευση της Vinted, μετατρέποντάς την από μια ετοιμοθάνατη startup στον πρώτο «μονόκερο» της Λιθουανίας.
Η Vinted απέδειξε κάτι που ο κλάδος δεν μπορούσε να δει: αν αφαιρέσεις την επιβάρυνση από τον πωλητή, η αγορά οργανώνεται μόνη της. Και όταν γίνεται αυτό, τα νούμερα ακολουθούν.