Η τεχνητή νοημοσύνη περνά όλο και πιο γρήγορα στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων. Από την αξιολόγηση βιογραφικών και τη διαχείριση πελατών μέχρι την παρακολούθηση της παραγωγικότητας και την οργάνωση της εργασίας, όλο και περισσότερες εταιρείες χρησιμοποιούν αλγοριθμικά εργαλεία για αποφάσεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια λαμβάνονταν αποκλειστικά από ανθρώπους. Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζεται συχνά ως τρόπος εξοικονόμησης χρόνου και ταχύτερης λήψης αποφάσεων. Παράλληλα όμως, αυξάνονται και οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η χρήση αυτών των συστημάτων στην εργασία και στις ίσες ευκαιρίες.
Η ταχύτητα με την οποία εξαπλώνεται η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις επιχειρήσεις είναι ήδη εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τον δείκτη υιοθέτησης AI της IBM για το 2025, περίπου το 42% των μεγάλων επιχειρήσεων διεθνώς χρησιμοποιεί πλέον ενεργά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, ενώ ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό δηλώνει ότι βρίσκεται σε φάση πιλοτικής εφαρμογής ή σχεδιασμού νέων συστημάτων. Η χρήση AI εμφανίζεται ιδιαίτερα αυξημένη σε λειτουργίες όπως η εξυπηρέτηση πελατών, η ανάλυση δεδομένων, η διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού και η οργάνωση της εργασίας.
Καθώς οι αλγόριθμοι αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο στις αποφάσεις των επιχειρήσεων, αυξάνονται και οι προβληματισμοί γύρω από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται. Όταν η τεχνητή νοημοσύνη συμμετέχει σε διαδικασίες όπως οι προσλήψεις, η αξιολόγηση εργαζομένων ή η επιλογή υποψηφίων, μεγαλώνουν και οι ανησυχίες για το ενδεχόμενο αναπαραγωγής υπαρχουσών ανισοτήτων και προκαταλήψεων.
Οι προβληματισμοί αυτοί έχουν ήδη εμφανιστεί στην πράξη. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάστηκαν αρκετές περιπτώσεις συστημάτων που εμφάνισαν μεροληπτική συμπεριφορά απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων ή υποψηφίων. Σε πολλές περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν προέκυψε επειδή κάποιος σχεδίασε σκόπιμα ένα «μεροληπτικό» σύστημα, αλλά επειδή τα ίδια τα δεδομένα πάνω στα οποία εκπαιδεύτηκαν οι αλγόριθμοι περιείχαν ήδη ανισότητες που υπήρχαν στην αγορά εργασίας ή στην κοινωνία.
Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ευρώπη επιχειρεί να κινηθεί πιο προσεκτικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζει σταδιακά το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act), το οποίο θεωρείται το πρώτο ολοκληρωμένο δεσμευτικό ρυθμιστικό πλαίσιο για την AI διεθνώς. Το πλαίσιο αυτό εισάγει αυστηρότερους κανόνες για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης υψηλού κινδύνου, ιδιαίτερα όταν επηρεάζονται θεμελιώδη δικαιώματα, η εργασία, η εκπαίδευση ή η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο βάζει πλέον αυστηρότερους περιορισμούς σε ορισμένες μορφές χρήσης AI από εργοδότες. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδόθηκαν το 2025 στο πλαίσιο εφαρμογής του AI Act, εφαρμογές που επιχειρούν να εξάγουν ή να αναλύσουν συναισθήματα εργαζομένων στον χώρο εργασίας θεωρούνται ιδιαίτερα ευαίσθητες, ενώ περιορίζονται και πρακτικές τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούν χειριστικές ή παραπλανητικές τεχνικές με στόχο να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι βλέπουν αλγορίθμους να επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται ή οργανώνεται η εργασία τους. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης σημειώνει σε πρόσφατες εκθέσεις ότι περίπου το 79% των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν συστήματα αλγοριθμικής διαχείρισης δηλώνει ότι η τεχνολογία επηρεάζει άμεσα τον τρόπο αξιολόγησης ή οργάνωσης της εργασίας τους. Παράλληλα, περίπου το 40% αναφέρει ότι δεν γνωρίζει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται ορισμένες αποφάσεις από τα συστήματα αυτά.
Παράλληλα, οργανισμοί όπως η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας επισημαίνουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να επηρεάσει με διαφορετικό τρόπο ορισμένες ομάδες εργαζομένων. Σύμφωνα με αναλύσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος περίπου το 9,6% της γυναικείας απασχόλησης βρίσκεται στην κατηγορία υψηλότερης έκθεσης στις αλλαγές που φέρνει η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη, έναντι περίπου 3,5% της ανδρικής απασχόλησης. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι περισσότερες γυναίκες εργάζονται σε διοικητικές και γραμματειακές θέσεις, όπου η αυτοματοποίηση ορισμένων εργασιών μέσω AI προχωρά ταχύτερα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα κατάργηση θέσεων εργασίας, αλλά συχνά αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εκτελούνται συγκεκριμένα καθήκοντα.
Την ίδια στιγμή, αρκετές επιχειρήσεις προσπαθούν να δημιουργήσουν εσωτερικούς κανόνες χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης. Η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια, ανθρώπινη εποπτεία και σαφέστερα όρια στη χρήση αλγορίθμων εμφανίζεται όλο και συχνότερα στις εταιρικές πολιτικές. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλά και την ίδια την αξιοπιστία των αποφάσεων που λαμβάνονται μέσα σε έναν οργανισμό.
Στην Ελλάδα, αν και η ενσωμάτωση πιο σύνθετων εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στις επιχειρήσεις παραμένει πιο περιορισμένη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όλο και περισσότερες εταιρείες αξιοποιούν εργαλεία αυτοματοποίησης, ανάλυσης δεδομένων και ψηφιακής υποστήριξης διαδικασιών. Παράλληλα, αυξάνεται η ανάγκη για σαφέστερους κανόνες γύρω από τη χρήση της τεχνολογίας στην εργασία, καθώς περισσότερες επιχειρήσεις επιχειρούν να ενσωματώσουν εφαρμογές AI στην καθημερινή λειτουργία τους.
Η διαφορετικότητα και οι ίσες ευκαιρίες συνδέονται πλέον και με τον τρόπο που σχεδιάζονται και λειτουργούν τα ψηφιακά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις. Το ζήτημα αφορά τόσο τη θέση διαφορετικών ομάδων στην αγορά εργασίας όσο και τον τρόπο με τον οποίο αλγόριθμοι και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να επηρεάσουν προσλήψεις, αξιολογήσεις, προαγωγές και ευρύτερα την επαγγελματική διαδρομή των εργαζομένων. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη ενσωματώνεται σε περισσότερες λειτουργίες των επιχειρήσεων, μεγαλώνει και η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια, σαφή όρια και ουσιαστικό ανθρώπινο έλεγχο γύρω από τη χρήση αυτών των τεχνολογιών.