Λίγοι Έλληνες επιχειρηματίες μπορούν να ισχυριστούν ότι κρατούν στα χέρια τους μια σκυτάλη που μεταφέρεται αδιάκοπα επί επτά γενιές. Ο Νίκος Λούλης ανήκει σε αυτή τη μικρή κατηγορία. Επικεφαλής σήμερα της Loulis Food Ingredients, μίας από τις μεγαλύτερες αλευροβιομηχανίες της χώρας, βλέπει τον εαυτό του περισσότερο ως συνεχιστή μιας οικογενειακής διαδρομής παρά ως έναν επιχειρηματία.
Η ιστορία της οικογένειας ξεκινά από το 1782, όταν η πρώτη γενιά μυλωνάδων δημιούργησε έναν μικρό πετρόμυλο στην Αετορράχη Ιωαννίνων. Σχεδόν δυόμισι αιώνες αργότερα, η εταιρεία παραμένει ενεργή, έχοντας επιβιώσει από πολέμους, οικονομικές κρίσεις, πολιτικές αναταράξεις και βαθιές μεταβολές στην ελληνική οικονομία.
Ο ίδιος μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στους μύλους. Συνηθίζει να λέει ότι δεν υπάρχει γωνιά της επιχείρησης που να μη γνωρίζει προσωπικά. Από παιδί βρισκόταν δίπλα στον πατέρα του, Κώστα Λούλη, ξεκινώντας από τις πιο απλές εργασίες στο εργοστάσιο. Αργότερα πέρασε από τις πωλήσεις, το λογιστήριο και τα επιμέρους τμήματα της εταιρείας, αποκτώντας πλήρη εικόνα της λειτουργίας της πριν αναλάβει τη διοίκηση. Οι σπουδές του συνδύασαν οικονομική κατάρτιση και τεχνική εξειδίκευση. Είναι απόφοιτος του Boston College στις ΗΠΑ με σπουδές στα Χρηματοοικονομικά και τη Λογιστική, ενώ απέκτησε και δίπλωμα τεχνολόγου αλευρομύλων από το Swiss Milling School του St. Gallen, τη μοναδική εξειδικευμένη σχολή μυλωνάδων στην Ευρώπη, την οποία ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει πιο απαιτητική ακόμη και από το πανεπιστήμιο.
Η ανάληψη των ηνίων ήρθε σε ιδιαίτερα νεαρή ηλικία. Όπως έχει παραδεχθεί, η ευθύνη ήταν μεγάλη, αλλά ο φόβος δεν κυριάρχησε ποτέ. Άλλωστε, θεωρεί πως το σημαντικότερο κεφάλαιο που παρέλαβε δεν ήταν οι εγκαταστάσεις ή τα οικονομικά μεγέθη, αλλά οι άνθρωποι της εταιρείας. Μια ομάδα στελεχών που τον στήριξε, τον εκπαίδευσε και του έδωσε τον χρόνο να εξελιχθεί στον νέο επικεφαλής. Η επίσημη μετάβαση στη διοίκηση συνέπεσε με μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ελληνικής οικονομίας. Το 2010, όταν παρέλαβε τη σκυτάλη από τον πατέρα του, η χώρα εισερχόταν στη μνημονιακή εποχή. Αντί όμως να περιορίσει τα σχέδια ανάπτυξης, επέλεξε να κινηθεί επιθετικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η επένδυση στο Κερατσίνι. Σε μια περίοδο όπου πολλές επιχειρήσεις περιόριζαν δραστηριότητες ή μετέφεραν παραγωγικές μονάδες εκτός Ελλάδας, η εταιρεία προχώρησε στη δημιουργία σύγχρονου εργοστασίου στην περιοχή. Η μονάδα τέθηκε σε λειτουργία το 2012, ενισχύοντας σημαντικά την παρουσία της στην Αττική. Στους σημαντικούς σταθμούς της διοίκησής του καταγράφεται και η συνεργασία με τον αραβικό όμιλο Al Dahra, η οποία άνοιξε νέες προοπτικές στις αγορές της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Αφρικής, διευρύνοντας τη διεθνή παρουσία της εταιρείας.
Παράλληλα, επιχείρησε να συνδέσει τη βιομηχανική δραστηριότητα με τη γνώση και την παράδοση του κλάδου. Το 2013 δημιουργήθηκε το Μουσείο Σίτου και Άρτου Λούλη, ενώ ακολούθησε η ίδρυση της Ελληνικής Σχολής Αρτοποιίας, πρωτοβουλίες που αποτυπώνουν τη φιλοδοξία διατήρησης και μεταφοράς τεχνογνωσίας στις νεότερες γενιές.
Συνέχισε να επεκτείνει το αποτύπωμά του στην εταιρεία και στον κλάδο και τα επόμενα χρόνια. Το 2020 λειτούργησε η παραγωγική μονάδα στη Βουλγαρία, ενώ την ίδια χρονιά η εισηγμένη στο Χρηματιστήριο από τη δεκαετία του 1950 διεύρυνε το χαρτοφυλάκιό της πέρα από το αλεύρι, λανσάροντας νέα προϊόντα και ενισχύοντας την παρουσία της στην αγορά τροφίμων. Σήμερα διαθέτει περισσότερους από 180 διαφορετικούς τύπους αλεύρων, εξυπηρετώντας από τη βιομηχανία τροφίμων έως τον επαγγελματία αρτοποιό. Το 2022 σηματοδότησε μια ακόμη αλλαγή, περισσότερο συμβολική αλλά και ουσιαστική. Η ιστορική Μύλοι Λούλη μετονομάστηκε σε Loulis Food Ingredients, αντανακλώντας τη διεύρυνση της δραστηριότητάς της πέρα από τα παραδοσιακά όρια της αλευροβιομηχανίας.
Παρότι η επιχειρηματική του πορεία συνδέεται με μεγάλες επενδύσεις και στρατηγικές αποφάσεις, ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην έννοια της συνέχειας. Συχνά αναφέρεται στο Γεφύρι της Πλάκας, έργο που χρηματοδοτήθηκε από πρόγονό του και του οποίου η οικογένεια στήριξε οικονομικά και πρακτικά την αναστήλωση μετά την κατάρρευσή του το 2015. Για τον ίδιο, αποτελεί έναν συμβολικό δεσμό ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Τα τελευταία χρόνια διευρύνει και την παρουσία του στα κοινά, συμμετέχοντας ενεργά στον ΣΕΒ, του οποίου είναι μέλος του Γενικού Συμβουλίου. Δεν κρύβει ότι ενδιαφέρεται να συμβάλει περισσότερο στο μέλλον, θεωρώντας ότι οι επιχειρηματίες οφείλουν να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση προτάσεων και όχι απλώς να σχολιάζουν τις εξελίξεις, ενώ ανακοίνωσε ότι μπαίνει στο ψηφοδέλτιο του Συνδέσμου, για να εκλεγεί μέλος Δ.Σ. Πατέρας τριών κοριτσιών, δηλώνει ότι η οικογένειά του αποτελεί το σημαντικότερο δημιούργημά του. Ίσως γι’ αυτό βλέπει τον εαυτό του ως κρίκο μιας μακράς αλυσίδας και όχι ως τον πρωταγωνιστή της ιστορίας.