Η ελληνική αγορά premium και πολυτελών προϊόντων εξελίσσεται σε έναν από τους πιο ανθεκτικούς και δυναμικούς τομείς της οργανωμένης λιανικής, δημιουργώντας νέες ισορροπίες στο εμπόριο μόδας, καλλυντικών και αξεσουάρ. Παρά τις πληθωριστικές πιέσεις και τη μεταβλητότητα της καταναλωτικής δαπάνης, το premium και luxury segment συνεχίζει να αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από τη συνολική αγορά, ενισχυόμενο τόσο από την τουριστική κίνηση όσο και από τη μεταβολή των καταναλωτικών συνηθειών προς προϊόντα υψηλότερης αξίας.
Σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από τα πολυκαταστήματα Attica, η συνολική ελληνική αγορά premium και luxury λιανικής εκτιμάται ότι αγγίζει πλέον τα 1,5 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η premium κατηγορία καταγράφει τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης την περίοδο 2019–2025, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης (CAGR) περίπου 3,5%, έναντι 2,8% της συνολικής αγοράς και 2%–4% της luxury κατηγορίας. Η δυναμική αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη μετατόπιση της καταναλωτικής συμπεριφοράς προς προϊόντα μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας, με ισχυρή παρουσία brands μόδας, ομορφιάς και αξεσουάρ.
Η μεταμόρφωση των πολυκαταστημάτων
Η ανάπτυξη της αγοράς πολυτελών προϊόντων συνδέεται άμεσα με τη μεταμόρφωση του μοντέλου λειτουργίας των πολυκαταστημάτων. Το παραδοσιακό department store, που στηριζόταν κυρίως στη συγκέντρωση πολλών εμπορικών σημάτων «κάτω από μία στέγη», έχει μετασχηματιστεί σε έναν περισσότερο εμπειρικό προορισμό κατανάλωσης.
Η αλλαγή αυτή δεν ήρθε εξ ουρανού. Το αντίθετο. Τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η επέκταση των μεγάλων αλυσίδων μαζικής λιανικής και η ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου περιόρισαν τη σημασία των παραδοσιακών πολυκαταστημάτων. Σε ώριμες αγορές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το μερίδιο των department stores συρρικνώθηκε αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες, οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε αναζήτηση νέων μοντέλων ανάπτυξης.
Η νέα γενιά πολυκαταστημάτων δίνει πλέον έμφαση στο experiential retail, δηλαδή στη δημιουργία εμπειριών που υπερβαίνουν την απλή αγορά προϊόντων. Εστίαση, υπηρεσίες ευεξίας, προσωποποιημένο shopping, ειδικές εκδηλώσεις και premium εξυπηρέτηση συνθέτουν το νέο πλαίσιο λειτουργίας. Το μοντέλο αυτό εφαρμόζεται ήδη σε κορυφαία ευρωπαϊκά department stores, όπως τα Selfridges, KaDeWe και Printemps, ενώ σταδιακά υιοθετείται και στην ελληνική αγορά.
Παράλληλα, η omnichannel στρατηγική αποκτά κομβικό ρόλο. Η σύγκλιση φυσικού και ψηφιακού καναλιού, μέσω προσωποποιημένων υπηρεσιών και αξιοποίησης δεδομένων πελατών, θεωρείται κρίσιμη για την αύξηση της πιστότητας και της αξίας του καταναλωτή σε βάθος χρόνου.
Το μερίδιο του online και η θέση των πολυκαταστημάτων
Από τη συνολική premium και luxury αγορά στην Ελλάδα, περίπου το 18% εκτιμάται ότι πραγματοποιείται μέσω online καναλιών, ποσοστό που έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά την πανδημία. Το μεγαλύτερο κομμάτι, περίπου 45%, εξακολουθεί να αφορά monobrand καταστήματα, δηλαδή σημεία πώλησης που εκπροσωπούν αποκλειστικά συγκεκριμένους οίκους και μάρκες πολυτελείας.
Οι multibrand retailers διατηρούν μερίδιο περίπου 26%, συνεχίζοντας να αποτελούν σημαντικό σημείο επαφής για καταναλωτές που αναζητούν ευρύτερη γκάμα premium προϊόντων και διαφορετικές επιλογές brands σε ένα σημείο πώλησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα οργανωμένα πολυκαταστήματα επιχειρούν να ενισχύσουν τη θέση τους μέσα από πιο προσεκτικά επιλεγμένα χαρτοφυλάκια μαρκών, στρατηγικές συνεργασίες με διεθνείς οίκους και διαφοροποίηση της αγοραστικής εμπειρίας. Το βάρος μετατοπίζεται από το παραδοσιακό wholesale μοντέλο σε συνεργασίες παραχώρησης χώρου (concessions), που βελτιώνουν τη διαχείριση αποθεμάτων και ενισχύουν την αποδοτικότητα κεφαλαίου.
Τουρισμός και υψηλά εισοδήματα τροφοδοτούν τη ζήτηση
Η ελληνική αγορά luxury προϊόντων επηρεάζεται έντονα και από τη συμβολή του τουρισμού υψηλού εισοδηματικού επιπέδου, ιδιαίτερα σε Αθήνα, Μύκονο και Σαντορίνη, όπου η ζήτηση για premium brands παραμένει αυξημένη. Την ίδια στιγμή, η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ενισχύει την ανθεκτικότητα του κλάδου, ακόμη και σε περιόδους περιορισμένης συνολικής κατανάλωσης.
Οι επιχειρήσεις του χώρου εκτιμούν ότι η αγορά θα συνεχίσει να κινείται ανοδικά τα επόμενα χρόνια, με την premium κατηγορία να εμφανίζει μεγαλύτερη δυναμική ανάπτυξης από το παραδοσιακό luxury segment, καθώς προσελκύει ευρύτερο κοινό καταναλωτών που επιδιώκουν προϊόντα υψηλής ποιότητας χωρίς να ανήκουν απαραίτητα στην ultra-high-end κατηγορία.
Στα 2 δισεκατομμύρια η αξία της αγοράς έως το 2030
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, το συνολικό μέγεθος της premium και luxury λιανικής στην Ελλάδα προβλέπεται να προσεγγίσει τα 2 δισ. ευρώ έως το 2030. Πρόκειται για αύξηση της τάξης του 33% σε ορίζοντα πενταετίας, ένδειξη ότι το συγκεκριμένο κομμάτι της αγοράς διατηρεί σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Η συνολική αγορά εκτιμάται ότι θα αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 2%-4% την περίοδο 2025-2030. Ωστόσο, οι επιμέρους κατηγορίες εμφανίζουν ισχυρότερη δυναμική. Η premium αγορά προβλέπεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 5%-7%, ενώ η luxury κατηγορία αναμένεται να κινηθεί με 4%-6%. Η μεγαλύτερη ώθηση φαίνεται να προέρχεται από το premium segment, το οποίο διευρύνει σταδιακά τη συμμετοχή του στη συνολική αγορά. Από περίπου 10% το 2025, η συνεισφορά του εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 12% το 2030. Αντίστοιχα, η luxury κατηγορία προβλέπεται να αυξήσει το μερίδιό της από 7% σε 8%.
Η αγορά premium και πολυτελών προϊόντων στην Ελλάδα αναμένεται να συνεχίσει να κινείται με ρυθμούς υψηλότερους από τη συνολική λιανική, επιβεβαιώνοντας τη στροφή ενός τμήματος της κατανάλωσης προς προϊόντα μεγαλύτερης αξίας. Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, στην τάση premiumization και στην ανθεκτική κατανάλωση των υψηλότερων εισοδηματικών κατηγοριών.