Η στεγαστική κρίση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις στην Ελλάδα. Η αναζήτηση μιας κατοικίας με προσιτό ενοίκιο έχει γίνει αισθητά δυσκολότερη, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η ζήτηση παραμένει υψηλή και η προσφορά περιορισμένη. Για χιλιάδες νοικοκυριά, η στέγαση απορροφά μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, περιορίζοντας τις δυνατότητες κάλυψης άλλων βασικών αναγκών. Ωστόσο, οι τιμές των ενοικίων και των ακινήτων αποτελούν μόνο μία διάσταση του προβλήματος. Εξίσου σημαντικό είναι κατά πόσο τα νοικοκυριά έχουν τη δυνατότητα να κατοικούν σε σπίτια με περισσότερο χώρο από τον απολύτως αναγκαίο ή αν οι οικονομικοί περιορισμοί περιορίζουν αυτή τη δυνατότητα.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat προσφέρουν μια διαφορετική οπτική στη στεγαστική πραγματικότητα της Ευρώπης. Η στατιστική υπηρεσία καταγράφει τον δείκτη της υπο-κατοίκησης (under-occupation), ο οποίος αφορά τις κατοικίες που διαθέτουν περισσότερα υπνοδωμάτια από όσα θεωρούνται απαραίτητα για τη σύνθεση του νοικοκυριού, σύμφωνα με τα κριτήρια της Eurostat. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για έναν δείκτη που μετρά απλώς το μέγεθος μιας κατοικίας, αλλά κατά πόσο ο διαθέσιμος χώρος υπερβαίνει εκείνον που θεωρείται αναγκαίος για τη σύνθεση του νοικοκυριού. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 33,4% των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζει σε κατοικίες μεγαλύτερες από τις στεγαστικές του ανάγκες. Στην Ελλάδα, όμως, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται μόλις στο 12,5%, ένα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Με απλά λόγια, ενώ περίπου ένας στους τρεις Ευρωπαίους κατοικεί σε σπίτι με επιπλέον χώρο, στην Ελλάδα αυτό συμβαίνει μόλις σε έναν στους οκτώ.
Μεμονωμένα, ο δείκτης αυτός θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των κατοικιών. Όταν όμως εξεταστεί μαζί με τους υπόλοιπους δείκτες στέγασης, αποκτά διαφορετική σημασία. Η χαμηλή υπο-κατοίκηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αγορά λειτουργεί αποτελεσματικότερα. Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι λίγα νοικοκυριά έχουν τη δυνατότητα να κατοικούν σε σπίτια με περισσότερο χώρο από τον απολύτως αναγκαίο, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με το υψηλό κόστος στέγασης.
Η πολύ χαμηλή υπο-κατοίκηση στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν εξεταστεί μαζί με τις εξελίξεις στην αγορά κατοικίας. Μετά από μια μακρά περίοδο υποχώρησης της οικοδομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η ζήτηση για κατοικίες αυξήθηκε σημαντικά, χωρίς όμως να συνοδευτεί από αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς. Η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε αρκετές περιοχές της χώρας, η ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας στην αγορά ακινήτων και η αυξημένη ζήτηση από Έλληνες και ξένους αγοραστές συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών τόσο στην αγορά όσο και στα ενοίκια. Ως αποτέλεσμα, η δυνατότητα πρόσβασης σε κατοικίες με περισσότερο χώρο περιορίστηκε σημαντικά για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από άλλους δείκτες της Eurostat. Η Ελλάδα σημειώνει το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση που επιβαρύνονται υπερβολικά από το κόστος στέγασης, δηλαδή ζουν σε νοικοκυριά όπου οι συνολικές δαπάνες για την κατοικία υπερβαίνουν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Παράλληλα, η χώρα εμφανίζει και το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίων, στεγαστικών δανείων ή βασικών λογαριασμών, γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική οικονομική πίεση που ασκεί η στέγαση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι τρεις αυτοί δείκτες –η χαμηλή υπο-κατοίκηση, η υψηλή επιβάρυνση από το κόστος στέγασης και οι αυξημένες καθυστερήσεις στις πληρωμές– δείχνουν ότι για πολλά ελληνικά νοικοκυριά η δυνατότητα κατοίκησης σε σπίτι με επιπλέον χώρο δεν αποτελεί ζήτημα προτίμησης αλλά οικονομικής δυνατότητας. Η μετακόμιση σε μεγαλύτερη κατοικία ή η αναζήτηση περισσότερου χώρου συχνά αναβάλλεται, επειδή το συνολικό κόστος θεωρείται απαγορευτικό.
Οι συνέπειες αυτής της πραγματικότητας γίνονται εμφανείς και σε κοινωνικό επίπεδο. Πολλοί νέοι παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο πατρικό τους σπίτι, είτε επειδή δεν μπορούν να καλύψουν το κόστος ενός ενοικίου είτε επειδή δυσκολεύονται να αποκτήσουν την οικονομική αυτονομία που απαιτεί η δημιουργία ενός νέου νοικοκυριού. Αντίστοιχα, οικογένειες που θα επιθυμούσαν να μετακινηθούν σε μεγαλύτερη κατοικία αναβάλλουν την απόφαση, ενώ ηλικιωμένοι συχνά παραμένουν στις κατοικίες τους επειδή το κόστος μιας μετακόμισης ή μιας διαφορετικής κατοικίας δεν είναι απαραίτητα χαμηλότερο.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη τα δεδομένα είναι αρκετά διαφορετικά. Η Κύπρος καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό υπο-κατοίκησης, με σχεδόν επτά στους δέκα κατοίκους να ζουν σε κατοικίες μεγαλύτερες από τις ανάγκες τους. Υψηλά ποσοστά εμφανίζουν επίσης η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Ισπανία. Στις χώρες αυτές, η ύπαρξη μεγαλύτερων κατοικιών συνδέεται με διαφορετικά πρότυπα ιδιοκατοίκησης, μεγαλύτερο μέσο μέγεθος κατοικιών και διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά. Η υπο-κατοίκηση είναι ιδιαίτερα συχνή και στα νοικοκυριά μεγαλύτερης ηλικίας, όπου τα παιδιά έχουν φύγει από την οικογενειακή κατοικία, αλλά οι ιδιοκτήτες συνεχίζουν να διαμένουν στο ίδιο σπίτι.
Η υπο-κατοίκηση δεν έχει την ίδια ερμηνεία σε όλες τις χώρες. Σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες συνδέεται με μεγαλύτερες κατοικίες, υψηλότερα επίπεδα ευημερίας ή διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά. Στην Ελλάδα, όμως, φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με την περιορισμένη δυνατότητα πολλών νοικοκυριών να κατοικούν σε σπίτια με περισσότερο χώρο από τον απολύτως αναγκαίο, σε μια αγορά όπου το κόστος στέγασης παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η στεγαστική κρίση στη χώρα δεν περιορίζεται στην αύξηση των ενοικίων ή των τιμών αγοράς κατοικιών. Επηρεάζει και τη δυνατότητα πολλών νοικοκυριών να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν μια κατοικία που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις δυνατότητές τους, χωρίς το κόστος στέγασης να επιβαρύνει δυσανάλογα τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.