Η ενεργειακή μετάβαση δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η ηλεκτρική ενέργεια. Επηρεάζει τον σχεδιασμό των επενδύσεων, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την αξιολόγηση των επιχειρηματικών κινδύνων και τη στρατηγική των μεγάλων ενεργειακών ομίλων. Για τη ΔΕΗ, τον μεγαλύτερο ενεργειακό όμιλο της χώρας, το ESG δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο, αλλά βασικό εργαλείο του επιχειρηματικού της μετασχηματισμού.
Η σημασία αυτής της αλλαγής είναι ιδιαίτερη, καθώς η ΔΕΗ δεν ξεκινά από ένα ουδέτερο σημείο. Για δεκαετίες συνδέθηκε με τον εξηλεκτρισμό της χώρας, τη λιγνιτική παραγωγή και την ενεργειακή ασφάλεια. Σήμερα μετατοπίζει σταδιακά το κέντρο βάρους της σε ένα πιο διαφοροποιημένο μοντέλο, με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα δίκτυα, στην αποθήκευση, στην ηλεκτροκίνηση και στις ψηφιακές ενεργειακές υπηρεσίες.
Η κατανομή των επενδύσεων που οδηγεί σε καθαρότερη ενέργεια
Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνεται καθαρά στην κατανομή των επενδύσεων. Σύμφωνα με την Έκθεση Βιώσιμης Ανάπτυξης 2024, το 85% των επενδύσεων του Ομίλου ΔΕΗ κατευθύνθηκε σε ΑΠΕ, ευέλικτη παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Το στοιχείο αυτό είναι κομβικό, καθώς δείχνει ότι η βιωσιμότητα δεν περιορίζεται σε επιμέρους περιβαλλοντικές δράσεις, αλλά επηρεάζει τον πυρήνα του επενδυτικού σχεδιασμού.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν βασικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής. Το 2024, το 29% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του ομίλου προήλθε από ΑΠΕ, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή μετατόπιση του ενεργειακού μείγματος. Παράλληλα, η λιγνιτική παραγωγή μειώθηκε κατά 28% σε σχέση με το 2023, αποτυπώνοντας την ταχύτητα με την οποία αλλάζει το παραγωγικό υπόδειγμα.
Η απολιγνιτοποίηση, ωστόσο, δεν είναι μόνο τεχνική ή επενδυτική διαδικασία. Έχει και έντονη γεωγραφική και κοινωνική διάσταση, ειδικά στις περιοχές που συνδέθηκαν ιστορικά με τον λιγνίτη. Στη Δυτική Μακεδονία και στη Μεγαλόπολη, η ΔΕΗ προχωρά σε έργα αποκατάστασης γης και αξιοποίησης εκτάσεων που συνδέονται με τη μεταλιγνιτική περίοδο. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, έχουν αποκατασταθεί 601,9 εκτάρια στα Λιγνιτικά Κέντρα Δυτικής Μακεδονίας και Μεγαλόπολης, εκ των οποίων 121,4 εκτάρια αφορούν δασικές εκτάσεις.
Παράλληλα με τις ΑΠΕ, κρίσιμος κρίκος του μετασχηματισμού είναι η ευελιξία του συστήματος. Η αυξημένη συμμετοχή ανανεώσιμων πηγών απαιτεί υποδομές που μπορούν να εξισορροπούν την παραγωγή και τη ζήτηση, να περιορίζουν τις απώλειες και να ενισχύουν την αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας. Γι’ αυτό οι επενδύσεις σε δίκτυα, ευέλικτη παραγωγή και αποθήκευση δεν λειτουργούν συμπληρωματικά, αλλά ως προϋπόθεση για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ.
Ο μετασχηματισμός της ΔΕΗ επεκτείνεται και στην πλευρά του πελάτη. Μέσω του δικτύου ΔΕΗ blue, ο όμιλος έχει αναπτύξει σημαντική παρουσία στην ηλεκτροκίνηση, με 2.537 σταθμούς φόρτισης σε 674 περιοχές στην Ελλάδα, καθώς και 550 σταθμούς φόρτισης σε 199 περιοχές στη Ρουμανία. Η ηλεκτροκίνηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διεύρυνσης του ρόλου της ΔΕΗ από παραδοσιακό παραγωγό και προμηθευτή ρεύματος σε ολοκληρωμένο πάροχο ενεργειακών λύσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι υπηρεσίες εξοικονόμησης ενέργειας, τα φωτοβολταϊκά συστήματα, οι αντλίες θερμότητας και οι λύσεις ενεργειακής διαχείρισης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ΔΕΗ επιχειρεί έτσι να βρίσκεται σε περισσότερα σημεία της ενεργειακής αλυσίδας, αξιοποιώντας την πελατειακή της βάση και το μέγεθός της για να δημιουργήσει νέες πηγές ανάπτυξης με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Στο κοινωνικό σκέλος, η μετάβαση συνδέεται με την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, την προσαρμογή του ανθρώπινου δυναμικού στις νέες τεχνολογίες και τη στήριξη των περιοχών της μεταλιγνιτικής περιόδου. Αντίστοιχη βαρύτητα δίνεται και στην εταιρική διακυβέρνηση, με ενίσχυση της διαφάνειας, της διαχείρισης κινδύνων και της κανονιστικής συμμόρφωσης, σε ένα περιβάλλον όπου οι απαιτήσεις των επενδυτών και των εποπτικών αρχών γίνονται πιο αυστηρές.
Η περίπτωση της ΔΕΗ δείχνει ότι το ESG δεν είναι απλώς ζήτημα συμμόρφωσης. Λειτουργεί ως πλαίσιο σχεδιασμού επενδύσεων, διαχείρισης κινδύνων και αναδιάταξης του επιχειρηματικού μοντέλου. Από τον λιγνίτη στις ΑΠΕ, τα δίκτυα, την αποθήκευση και την ηλεκτροκίνηση, ο όμιλος επιχειρεί να συνδέσει την ενεργειακή μετάβαση με τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά του.