THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το 81% των Ευρωπαίων σχεδιάζει ταξίδι στο επόμενο εξάμηνο, τέσσερις μονάδες περισσότερο από Μάιο 2025.
Η Νότια Ευρώπη συγκεντρώνει το 61% των προτιμήσεων, ενώ 52% αναζητά λιγότερο δημοφιλείς προορισμούς φέτος.
Η ακρίβεια ανησυχεί το 22% των ταξιδιωτών, περισσότερο από Μέση Ανατολή και πόλεμο στην Ουκρανία.
Η ευρωπαϊκή ταξιδιωτική ζήτηση παραμένει ανθεκτική, παρά το θόρυβο από τη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η πραγματική πίεση για τον κλάδο δεν έρχεται από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, αλλά από κάτι πιο «πεζό» και πιο επίμονο, το αυξημένο κόστος. Η ακρίβεια διαμορφώνει πλέον πιο καθαρά τις αποφάσεις των ταξιδιωτών από ό,τι οι διεθνείς εντάσεις.
Σύμφωνα με το τελευταίο κύμα της έρευνας της European Travel Commission, με δείγμα πάνω από 4.700 Ευρωπαίους, το 81% δηλώνει ότι είναι πιθανό ή πολύ πιθανό να ταξιδέψει μέσα στους επόμενους έξι μήνες. Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Μάιο του 2025. Μόλις 10% δηλώνει ότι δεν θα ταξιδέψει, ενώ 9% παραμένει ουδέτερο. Η Νότια Ευρώπη εξακολουθεί να κυριαρχεί ως βασική επιλογή, συγκεντρώνοντας το 61% των προτιμήσεων, από 57% πέρυσι. Η Ελλάδα παραμένει σταθερά στην πρώτη γραμμή των προορισμών της περιοχής. Αντίθετα, η Δυτική Ευρώπη υποχωρεί στο 16% από 18%, ενώ η Κεντρική και Ανατολική κινούνται χαμηλά, στο 4%–5%.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα όμως δεν είναι γεωγραφικό, αλλά συμπεριφορικό, καθώς το 52% των ταξιδιωτών δηλώνει ότι προτιμά λιγότερο δημοφιλείς ή πιο απομακρυσμένους προορισμούς, έναντι 48% που επιλέγει τα κλασικά hotspots. Σε επίπεδο ηπείρου, το 64% σχεδιάζει ταξίδι εντός Ευρώπης. Από αυτούς, το 33% θα κινηθεί σε γειτονικές χώρες και το 31% σε πιο μακρινούς ευρωπαϊκούς προορισμούς. Μόλις 9% κοιτά εκτός Ευρώπης, δείγμα ότι η ήπειρος κρατά ισχυρό μερίδιο, παρά τον διεθνή ανταγωνισμό. Η χρονική κατανομή των ταξιδιών δείχνει επίσης εξομάλυνση της ζήτησης, με το 42% να ταξιδεύει Ιούνιο–Ιούλιο, 45% Αύγουστο–Σεπτέμβριο και μόλις 10% να μεταφέρει διακοπές για Οκτώβριο–Νοέμβριο. Η προσπάθεια αποφυγής του Αυγούστου γίνεται, αλλά όχι μαζικά, τουλάχιστον προς ώρας. Τα ταξίδια αναψυχής κυριαρχούν με 76%, ενώ η «ήλιος και θάλασσα» παραμένει πρώτη επιλογή για περίπου 30% των ερωτηθέντων. Ακολουθούν πολιτιστικός τουρισμός και city breaks με 14%, ενώ 10% στοχεύει σε ευεξία και χαλάρωση. Σημαντικό εύρημα είναι επίσης η συχνότητα των ταξιδιών, με το 55% να σχεδιάζει δύο ή περισσότερα ταξίδια στο εξάμηνο, 41% ένα ταξίδι και 18% τρία ή περισσότερα.
Η εικόνα δείχνει μια αγορά που δεν περιορίζεται σε επίπεδο ζήτησης, αλλά αναπροσαρμόζει τον τρόπο κατανάλωσης. Οι ταξιδιώτες δεν εγκαταλείπουν τις διακοπές, τις «σπάνε» σε μικρότερα και πιο ελεγχόμενα σχήματα, προσαρμόζοντας διάρκεια και προϋπολογισμό στα όρια που θέτει η ακρίβεια. Η μετακίνηση προς χαμηλότερες ημερήσιες δαπάνες δεν είναι συγκυριακή, αλλά ενδεικτική αλλαγής συμπεριφοράς, ενώ η ενίσχυση του κόστους ως βασικού κριτηρίου επιλογής προορισμού υποβαθμίζει άλλους παραδοσιακούς παράγοντες. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα υπάρχει, αλλά λειτουργεί περισσότερο ως υπόβαθρο παρά ως καθοριστικός ανασταλτικός παράγοντας.
Εκεί όμως όπου φαίνεται καθαρά η πίεση είναι στο κόστος. Η πιο δημοφιλής διάρκεια διακοπών παραμένει 7–12 διανυκτερεύσεις με 40%, αλλά οι μικρότερες αποδράσεις 4–6 ημερών ανεβαίνουν στο 36%. Ταυτόχρονα, τα ταξίδια κάτω των 7 διανυκτερεύσεων αυξάνονται κατά 6%, φτάνοντας το 22%, ενώ η κατηγορία 7–14 ημερών υποχωρεί στο 60% από 64%. Σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό, η ζώνη 50–100 ευρώ ημερησίως ανεβαίνει από 18% σε 23%, ενώ η πιο «μεσαία» κατηγορία 100–200 ευρώ πέφτει από 42% σε 36%. Το κόστος μεταφοράς επιβαρύνει περαιτέρω την εξίσωση. Το 53% επιλέγει αεροπλάνο για ταξίδια εντός Ευρώπης, 30% αυτοκίνητο και 11% τρένο. Στα κριτήρια επιλογής προορισμού, το κόστος εμφανίζεται πλέον ως κυρίαρχος παράγοντας. Η «ελκυστική τιμή» και το «χαμηλό κόστος ζωής» συγκεντρώνουν αθροιστικά 24%, ενώ η ασφάλεια προηγείται με 20%. Ακολουθούν οι καιρικές συνθήκες με 15%, ο συνωστισμός με 11% και η φιλοξενία με 12%.
Οι ανησυχίες επιβεβαιώνουν την εικόνα, αφού το 22% επικαλείται τον πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος διακοπών, 17% τη γενική οικονομική κατάσταση, ενώ μόλις 14% αναφέρει τη Μέση Ανατολή, ενώ ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας πέφτει στο 11%.