THE BULLET POINT "PREVIEW"
- Πρώτη έξοδος της Εθνικής Ασφαλιστικής στις αγορές χρέους — και με ηχηρή ψήφο εμπιστοσύνης: άντληση €200 εκατ. (Tier 2 με κουπόνι 5,25% και Restricted Tier 1 με 6,875%), βιβλία εντολών άνω των €600 εκατ. με τριπλή υπερκάλυψη, ~100 θεσμικοί επενδυτές, 70%+ διεθνείς — και τιμολόγηση 30-37,5 μονάδες βάσης χαμηλότερα από τον αρχικό στόχο, με τον δείκτη Solvency II να διαμορφώνεται pro forma στο ~190%.
Ο πήχης της νέας εποχής υπό την Πειραιώς: διπλασιασμός του κύκλου εργασιών σε μια πενταετία — μικτά εγγεγραμμένα ασφάλιστρα από ~€800 εκατ. το 2025 σε €1,3 δισ. το 2028 και €1,6 δισ. το 2030 — με βασικό μοχλό το bancassurance: από το 17% της παραγωγής που δίνει σήμερα το τραπεζικό δίκτυο, ο στόχος είναι πάνω από 30% το 2028 και έως 50% το 2030.
Η εκκίνηση ήδη εντυπωσιάζει: στο πρώτο εξάμηνο τα καθαρά κέρδη τετραπλασιάστηκαν στα €53,3 εκατ. (από €13,3 εκατ.), τα προ φόρων άγγιξαν τα €68,4 εκατ. από €15 εκατ., με παραγωγή €424 εκατ. — ενώ για την Πειραιώς η ασφαλιστική γίνεται νέος πυλώνας εσόδων: ~€120 εκατ. προμήθειες ήδη από το 2027 και συνολικά έσοδα άνω των €210 εκατ. έως το 2030, από ~€90 εκατ. σήμερα.
Σε νέα φάση περνά η Εθνική Ασφαλιστική, έχοντας πλέον την Τράπεζα Πειραιώς στο τιμόνι και ένα φιλόδοξο πλάνο ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια. Η πρώτη έξοδος της ασφαλιστικής στις αγορές χρέους, με την άντληση €200 εκατ., έρχεται να ενισχύσει την κεφαλαιακή της βάση και να διαφοροποιήσει τις πηγές χρηματοδότησής της, την ώρα που η διοίκηση χαράσσει έναν επιθετικό οδικό χάρτη έως το 2030.
Η συναλλαγή, συνολικού ύψους €200 εκατ., αποτελείται από δύο εκδόσεις: ένα Tier 2 ύψους €100 εκατ., με ετήσιο σταθερό κουπόνι 5,25%, διάρκεια 10,25 ετών και δυνατότητα ανάκλησης στα 5,25 έτη, και ένα Restricted Tier 1 ύψους €100 εκατ., με κουπόνι 6,875% και πρώτη ημερομηνία ανάκλησης στα 5,5 έτη.
Το ενδιαφέρον της αγοράς ήταν ιδιαίτερα ισχυρό. Τα συνολικά βιβλία εντολών ξεπέρασαν τα €600 εκατ., υπερκαλύπτοντας περισσότερες από τρεις φορές το ποσό της έκδοσης, ενώ συμμετείχαν περίπου 100 θεσμικοί επενδυτές. Περισσότερο από το 70% των τίτλων κατευθύνθηκε σε διεθνείς επενδυτές, με τη μεγαλύτερη ζήτηση να προέρχεται από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η σύνθεση των επενδυτών αποτυπώνει και το εύρος της ζήτησης: το 55% κατευθύνθηκε σε διαχειριστές κεφαλαίων, το 25% σε τράπεζες και περίπου το 20% σε hedge funds και λοιπούς επενδυτές. Μάλιστα, η ισχυρή ζήτηση επέτρεψε την τιμολόγηση των τίτλων σημαντικά χαμηλότερα από τον αρχικό στόχο, κατά 30 μονάδες βάσης για το Tier 2 και κατά 37,5 μονάδες βάσης για το Restricted Tier 1.
Για την Εθνική Ασφαλιστική, η κίνηση δεν αφορά μόνο την άντληση κεφαλαίων. Ενισχύει την εποπτική της κεφαλαιακή θέση, διαφοροποιεί τις πηγές χρηματοδότησης και σηματοδοτεί την πρόσβασή της στις αγορές χρέους. Σε pro forma βάση, μετά τις νέες εκδόσεις και την αποπληρωμή υφιστάμενου Tier 2 ύψους €125 εκατ., ο δείκτης Solvency II διαμορφώνεται περίπου στο 190%.
Ο στόχος για το 2030
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η συναλλαγή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Εθνική Ασφαλιστική περνά από τη φάση της αλλαγής ιδιοκτησίας στη φάση της ανάπτυξης. Η Τράπεζα Πειραιώς έχει καταστήσει την ασφαλιστική βασικό πυλώνα του στρατηγικού της σχεδίου για την περίοδο 2026-2030, με στόχο να δημιουργήσει έναν ισχυρότερο και πιο διαφοροποιημένο όμιλο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Ο πήχης έχει τοποθετηθεί ψηλά. Η διοίκηση της Εθνικής Ασφαλιστικής θέλει μέσα στην επόμενη πενταετία να διπλασιάσει τον κύκλο εργασιών, με την ασφαλιστική παραγωγή να αποτελεί τον βασικό μοχλό. Τα μικτά εγγεγραμμένα ασφάλιστρα, από περίπου €800 εκατ. το 2025, προβλέπεται να φτάσουν τα €1,3 δισ. το 2028 και τα €1,6 δισ. έως το 2030.
Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η εταιρεία προβλέπει μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της παραγωγής περίπου 11% έως το 2028 και 13% έως το 2030. Το σχέδιο δεν βασίζεται σε ένα μόνο κανάλι πωλήσεων, αλλά σε συνδυασμό ενίσχυσης του δικτύου συμβούλων, ανάπτυξης των ψηφιακών καναλιών και, κυρίως, αξιοποίησης της μεγάλης ευκαιρίας που δημιουργεί το bancassurance.
Σήμερα περίπου το 17% της παραγωγής της Εθνικής Ασφαλιστικής προέρχεται από το τραπεζικό δίκτυο. Ο στόχος είναι το ποσοστό αυτό να ξεπεράσει το 30% το 2028 και να προσεγγίσει ακόμη και το 50% έως το 2030.
Το πρώτο εξάμηνο τα καθαρά κέρδη της ασφαλιστικής, μετά από φόρους, ανήλθαν σε 53,3 εκατ. ευρώ, έναντι 13,3 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Αντίστοιχα τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν στα 68,4 εκατ. ευρώ από 15 εκατ. ευρώ. Ενώ η παραγωγή ανήλθε στα 424 εκατ. ευρώ.
Για την τράπεζα, το όφελος είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, δημιουργείται ένας νέος και ισχυρός πυλώνας εσόδων και, από την άλλη, ενισχύεται η δυνατότητα προσφοράς ολοκληρωμένων χρηματοοικονομικών και ασφαλιστικών λύσεων στους πελάτες της. Ήδη από το 2027, η Εθνική Ασφαλιστική εκτιμάται ότι θα αποφέρει στον όμιλο περίπου €120 εκατ. σε προμήθειες, ενώ τα συνολικά έσοδα από ασφαλιστικές δραστηριότητες προβλέπεται να ξεπεράσουν τα €210 εκατ. έως το 2030, από περίπου €90 εκατ. σήμερα.
Στο πλάνο υπάρχουν παράλληλα πέντε βασικές στρατηγικές προτεραιότητες: επιτάχυνση της ανάπτυξης μέσω των δικτύων και των ψηφιακών καναλιών, παροχή ολοκληρωμένων λύσεων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις, βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας μέσω αυτοματοποίησης, πλήρης αξιοποίηση των συνεργειών με την Πειραιώς και ενίσχυση της κεφαλαιακής αποδοτικότητας με νέα προϊόντα.
Βαρύτητα και στον κλάδο υγείας
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον κλάδο υγείας, όπου το αυξανόμενο κόστος των υπηρεσιών αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ασφαλιστική αγορά.
Η Εθνική Ασφαλιστική καλείται να αντιμετωπίσει το ζήτημα των ισόβιων συμβολαίων, αναζητώντας λύσεις που θα περιορίζουν την πίεση από την αύξηση των νοσηλίων και θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των προϊόντων. Στο ίδιο πλαίσιο, η αγορά αναμένει την εφαρμογή των DRGs, τα οποία θεωρούνται κρίσιμο εργαλείο για τον καλύτερο έλεγχο και τον εξορθολογισμό του κόστους υγείας.
GOOD TO KNOW
Η κίνηση της Πειραιώς εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στροφή που αξίζει να διαβαστεί σωστά: καθώς ο κύκλος των υψηλών επιτοκίων ολοκληρώνεται και τα καθαρά έσοδα από τόκους — η μηχανή των τραπεζικών ρεκόρ της τελευταίας τριετίας — αρχίζουν να υποχωρούν, οι τράπεζες αναζητούν έσοδα από προμήθειες που δεν εξαρτώνται από την ΕΚΤ και το bancassurance είναι το πιο ώριμο τέτοιο έσοδο, με το μοντέλο τράπεζας-ιδιοκτήτριας ασφαλιστικής να έχει δοκιμαστεί επιτυχώς από ομίλους όπως η γαλλική Crédit Agricole και η ισπανική CaixaBank, που χτίσαν πάνω του σημαντικό μέρος της κερδοφορίας τους. Το ελληνικό περιθώριο είναι, δε, μεγαλύτερο από το ευρωπαϊκό: η ελληνική ασφαλιστική αγορά παραμένει από τις πιο υποασφαλισμένες της Δυτικής Ευρώπης, με τη δαπάνη για ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ αισθητά χαμηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου — δηλαδή ο διπλασιασμός που στοχεύει η Εθνική Ασφαλιστική δεν προϋποθέτει να πάρει μερίδιο από ανταγωνιστές αρκεί να μεγαλώσει η ίδια η πίτα προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Και μια λεπτομέρεια με ιστορικό βάρος: η Εθνική Ασφαλιστική, ιδρυμένη το 1891, είναι η παλαιότερη ασφαλιστική εταιρεία της χώρας — το πέρασμά της από τον έλεγχο της Εθνικής Τράπεζας, στο CVC και τώρα στην Πειραιώς είναι από μόνο του χάρτης της διαδρομής του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος στην τελευταία δεκαπενταετία: από την κρίση και τις αποεπενδύσεις, στα funds, και ξανά πίσω στους ελληνικούς τραπεζικούς ομίλους — αυτή τη φορά ως στρατηγική επιλογή ανάπτυξης, όχι ως αναγκαστική πώληση.