Οι τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες εμφάνισαν απόδοση ιδίων κεφαλαίων 12,29% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 10,97% στο πρώτο τρίμηνο και 10,73% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα υποχώρησε στο 36,96%, από 37,35%, παραμένοντας αισθητά χαμηλότερος από το 53,06% της Ευρώπης και αποτυπώνοντας υψηλή λειτουργική αποδοτικότητα.
Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο μειώθηκε ελαφρά στο 2,67% από 2,72%, αλλά παρέμεινε σημαντικά πάνω από το ευρωπαϊκό 1,54%. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε σε 2,98%, έναντι 2,17% στην Ευρώπη, ενώ ο CET1 υποχώρησε στο 14,91%. Αντίθετα, η ρευστότητα ενισχύθηκε: ο LCR έφθασε στο 198,41%, έναντι 154,91% στην Ευρώπη, και ο NSFR στο 131,91%, έναντι 125,14%. Αυτό δημιουργεί ισχυρό μαξιλάρι ρευστότητας και περιορίζει την ανάγκη για ακριβότερη χρηματοδότηση από αγορές, εφόσον η καταθετική βάση παραμείνει σταθερή, φθηνή και αξιόπιστη μακροπρόθεσμα.
Η εικόνα δείχνει ότι η σημερινή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών στηρίζεται σε ισχυρή αποδοτικότητα, υψηλότερο επιτοκιακό περιθώριο και βαθιά καταθετική βάση. Οι καταθέσεις νοικοκυριών αντιστοιχούν στο 55,97% της χρηματοδότησής τους, έναντι 33,83% στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, η ποιότητα ενεργητικού και η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένουν πεδία που απαιτούν παρακολούθηση. Το επόμενο τεστ είναι αν η κερδοφορία θα διατηρηθεί καθώς αλλάζουν τα επιτόκια, χωρίς επιδείνωση του πιστωτικού κινδύνου ή σημαντική αύξηση του κόστους καταθέσεων.
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.