7 MIN READ

Airbnb και Booking: Μήπως το μοντέλο της εύκολης διαμονής δυσκολεύει και κουράζει;

Airbnb και Booking: Μήπως το μοντέλο της εύκολης διαμονής δυσκολεύει και κουράζει;

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις στην Ελλάδα παραμένουν ισχυρές, αλλά το οικονομικό τους πλεονέκτημα απέναντι στα ξενοδοχεία δεν είναι πλέον αυτονόητο: το καλοκαίρι του 2026 η μέση ημερήσια τιμή έφτασε τα 195 ευρώ, αυξημένη κατά 11,8%.

 

Για τους ιδιοκτήτες, το μοντέλο έχει γίνει σαφώς πιο επαγγελματικό και απαιτητικό, με περισσότερες κανονιστικές υποχρεώσεις, λειτουργικά κόστη και φορολογικές απαιτήσεις, ιδιαίτερα όταν η δραστηριότητα αποκτά επιχειρηματική κλίμακα.

Οι πόλεις και οι ρυθμιστικές αρχές αντιδρούν όλο και πιο έντονα στην εξάπλωση της αγοράς, ενώ παράλληλα πλατφόρμες όπως η Booking αποκτούν τόσο ισχυρό ρόλο στη διανομή ώστε ξενοδοχεία και ιδιοκτήτες δυσκολεύονται να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτές.

Υπήρξε μια εποχή που η βραχυχρόνια μίσθωση παρουσιαζόταν ως η απλή και οικονομική εναλλακτική απέναντι στο ξενοδοχείο.

Ο ταξιδιώτης έβρισκε ένα διαμέρισμα σε χαμηλότερη τιμή, ο ιδιοκτήτης αποκτούσε ένα πρόσθετο εισόδημα και οι ψηφιακές πλατφόρμες άνοιγαν μια καινούργια αγορά χωρίς τις δομές της παραδοσιακής φιλοξενίας.

Σήμερα το μοντέλο αυτό δεν έχει αποτύχει στην αγορά. Κάθε άλλο. Έχει όμως γίνει ακριβότερο, περισσότερο επαγγελματικό και πολύ πιο σύνθετο. Και στην Ελλάδα η μεταβολή αυτή είναι πλέον εμφανής.

Τα στοιχεία της AirDNA για το καλοκαίρι του 2026 δείχνουν ότι η μέση ημερήσια τιμή στις ελληνικές βραχυχρόνιες μισθώσεις έφτασε τα 195 ευρώ μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου, αυξημένη κατά 11,8% σε σχέση με το προηγούμενο καλοκαίρι.

Τον Αύγουστο μάλιστα ξεπέρασε τα 200 ευρώ, ενώ, παράλληλα, η πληρότητα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη στο 70,9%, οδηγώντας το έσοδο ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση υψηλότερα κατά 11,9%.

Η εικόνα δείχνει μια αγορά που εξακολουθεί να έχει ζήτηση, δείχνει όμως ταυτόχρονα πόσο μακριά έχει μετακινηθεί από την αρχική υπόσχεση της φθηνής διαμονής.

Το οικονομικό πλεονέκτημα δεν είναι πλέον δεδομένο

Η σύγκριση δεν είναι πάντοτε απλή, καθώς ένα διαμέρισμα μπορεί να φιλοξενεί περισσότερα άτομα, να διαθέτει κουζίνα και να είναι πιο συμφέρον για μια οικογένεια ή για πολυήμερη διαμονή. Για έναν ταξιδιώτη όμως που αναζητά ένα δωμάτιο για μία, δύο ή τρεις νύχτες, το οικονομικό πλεονέκτημα δεν είναι πλέον δεδομένο.

Έρευνα του 2026 σε περισσότερα από 10.000 καταλύματα σε 20 ευρωπαϊκούς προορισμούς υπολόγισε τη μέση τιμή Airbnb στα 284 ευρώ έναντι 244 ευρώ για τα ξενοδοχεία. Στη διάμεσο, όπου περιορίζεται η επίδραση των πολύ ακριβών καταλυμάτων, η διαφορά σχεδόν εξαφανίζεται, στα 235 έναντι 230 ευρώ.

Στην Ελλάδα η τάση προς υψηλότερες τιμές είναι επίσης σαφής. Στην Αθήνα, στοιχεία της AirDNA για τον Αύγουστο δείχνουν μέση ημερήσια τιμή περίπου 108 δολάρια, ενώ στη Σαντορίνη φτάνει τα 353 δολάρια.

Παράλληλα, το ζήτημα δεν είναι μόνο η αρχική τιμή που εμφανίζεται στην οθόνη. Υπάρχουν χρεώσεις υπηρεσιών, καθαρισμού και φόροι, ενώ ο ταξιδιώτης αναλαμβάνει συχνά διαδικασίες που στο ξενοδοχειακό μοντέλο θεωρούνται αυτονόητες, από το check-in μέχρι την αποχώρηση και την τήρηση κανόνων του καταλύματος.

Το Airbnb δεν είναι συνεπώς υποχρεωτικά ακριβότερο, έχει όμως πάψει να αποτελεί αυτομάτως τη φθηνή επιλογή.

Και για τον ιδιοκτήτη το εύκολο εισόδημα τελείωσε

Η άλλη πλευρά της εξίσωσης αφορά τον ιδιοκτήτη. Στα πρώτα χρόνια της αγοράς, ένα ακίνητο μπορούσε να μπει σε μια πλατφόρμα με περιορισμένες απαιτήσεις και σχετικά μικρό λειτουργικό κόστος.

Σήμερα ο ανταγωνισμός είναι μεγαλύτερος και η αγορά σαφώς πιο επαγγελματική. Στην Αθήνα, περισσότερο από το 70% των καταχωρίσεων που παρακολουθεί μία από τις σχετικές βάσεις δεδομένων ανήκει σε hosts με περισσότερα από ένα ακίνητα, στοιχείο που αποτυπώνει τη μετάβαση από τον περιστασιακό ιδιοκτήτη σε οργανωμένες δραστηριότητες διαχείρισης.

Παράλληλα έχουν αυξηθεί οι υποχρεώσεις, καθώς, από την 1η Οκτωβρίου 2025 τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης στην Ελλάδα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές. Μεταξύ άλλων απαιτούνται χώροι κύριας χρήσης, φυσικός φωτισμός και αερισμός, κλιματισμός, ασφάλιση αστικής ευθύνης και συγκεκριμένα μέτρα πυρασφάλειας και ηλεκτρικής ασφάλειας.

Για φυσικά πρόσωπα που διαθέτουν τρία ή περισσότερα ακίνητα, η δραστηριότητα αντιμετωπίζεται πλέον επιχειρηματικά, με ΦΠΑ και πρόσθετες φορολογικές υποχρεώσεις.

Στα παραπάνω προστίθενται καθαρισμός, συντήρηση, λογαριασμοί, προμήθειες πλατφορμών, διαχείριση κρατήσεων και η ανάγκη συνεχούς ανταγωνισμού στην τιμή και στις αξιολογήσεις.

Την ίδια στιγμή, σε σχετικές σελίδες του διαδικτύου, εμφανίζονται όλο και πιο συχνά καταγγελίες από ιδιοκτήτες για σοβαρά προβλήματα με τις σελίδες φιλοξενίας των ακινήτων τους. Αρκετοί πελάτες προσπαθούν να εκμεταλλευτούν «παραθυράκια» προκειμένου να εξασφαλίσουν δωρεάν διαμονή ή άλλα πλεονεκτήματα, με τους ιδιοκτήτες να κάνουν παράπονα ότι δεν έχουν την στήριξη που θα περίμεναν από τις σελίδες.

Σε κάθε περίπτωση, η βραχυχρόνια μίσθωση μπορεί να παραμένει κερδοφόρα, δεν αποτελεί όμως πλέον κατ’ ανάγκη παθητικό εισόδημα.

Οι πόλεις αρχίζουν να αντιδρούν

Το τρίτο μέτωπο που έχει δημιουργηθεί αφορά στις ίδιες τις πόλεις. Για παράδειγμα, στην Αθήνα η κυβέρνηση επέλεξε ήδη να περιορίσει την περαιτέρω επέκταση της αγοράς στις περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση τουριστικών καταλυμάτων.

Το πάγωμα νέων εγγραφών στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής στο 1ο, 2ο και 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα, που εφαρμόστηκε αρχικά το 2025, παρατάθηκε και για το 2026.

Πλάκα, Μοναστηράκι, Κουκάκι, Κολωνάκι, Εξάρχεια, Νέος Κόσμος, Πετράλωνα και άλλες περιοχές του κέντρου βρίσκονται έτσι σε ένα καθεστώς όπου η δημιουργία νέας προσφοράς έχει ουσιαστικά παγώσει.

Η συζήτηση ξεπερνά πλέον τον τουρισμό και αφορά στη διαθεσιμότητα κατοικιών για τους μόνιμους κατοίκους, την άνοδο των ενοικίων και τη μεταμόρφωση ολόκληρων γειτονιών σε ζώνες προσωρινής διαμονής.

Εννοείται ότι δεν μιλάμε για ένα ελληνικό φαινόμενο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να εκτιμά ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις αντιστοιχούν πλέον περίπου στο ένα τέταρτο της τουριστικής προσφοράς καταλυμάτων και από τον Μάιο του 2026 εφαρμόζει νέο πλαίσιο ανταλλαγής στοιχείων μεταξύ πλατφορμών και αρχών.

Η Βαρκελώνη έχει επιλέξει ακόμη πιο δραστική κατεύθυνση, σχεδιάζοντας να τερματίσει τις άδειες για περισσότερα από 10.000 τουριστικά διαμερίσματα το 2028, επικαλούμενη την πίεση στη στεγαστική αγορά.

Στη Νέα Υόρκη το μοντέλο έχει ήδη περιοριστεί δραστικά, ενώ, ενδεικτικά, για διαμονές μικρότερες των 30 ημερών ο οικοδεσπότης πρέπει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να βρίσκεται στο ίδιο ακίνητο και οι πλατφόρμες δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούν κρατήσεις σε μη εγγεγραμμένα καταλύματα.

Η Booking και το αδιέξοδο της εξάρτησης

Η περίπτωση της Booking είναι πιο σύνθετη, καθώς η πλατφόρμα δεν αφορά μόνο ξενοδοχεία. Εκτός από τα παραδοσιακά καταλύματα διαθέτει εκατομμύρια σπίτια, διαμερίσματα, βίλες και άλλες μορφές εναλλακτικής διαμονής, ανταγωνιζόμενη άμεσα το Airbnb σε σημαντικό μέρος της αγοράς.

Η ίδια η Booking.com αναφέρει περισσότερες από 9 εκατ. καταχωρίσεις σε σπίτια, διαμερίσματα και άλλους εναλλακτικούς τύπους καταλυμάτων. Στα τελευταία στοιχεία της Booking Holdings, τα λεγόμενα alternative accommodations αντιστοιχούν περίπου στο 37% των διανυκτερεύσεων στην πλατφόρμα.

Ταυτόχρονα, όμως, η Booking παραμένει κομβικό κανάλι διανομής για τα ξενοδοχεία. Για πολλές επιχειρήσεις το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν άλλες επιλογές, αφού Expedia, Hotels.com, απευθείας κρατήσεις και άλλα κανάλια παραμένουν διαθέσιμα. Η δυσκολία είναι ότι καμία εναλλακτική δεν προσφέρει από μόνη της αντίστοιχη πρόσβαση σε διεθνή πελατεία.

Σύμφωνα με την έρευνα της HOTREC για την ευρωπαϊκή ξενοδοχειακή αγορά, οι online travel agencies αντιστοιχούσαν το 2025 στο 29,9% των ξενοδοχειακών κρατήσεων. Από αυτές, το 66,1% περνούσε από την Booking.com, ενώ συνολικά η Booking Holdings έφτανε το 68,8%. Μαζί με την Expedia Group οι δύο όμιλοι έλεγχαν το 85,4% των κρατήσεων μέσω OTA.

Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη σχέση εξάρτησης. Τα ξενοδοχεία μπορεί να θεωρούν υψηλό το κόστος των προμηθειών ή να επιδιώκουν περισσότερες απευθείας κρατήσεις, όμως δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν μια πλατφόρμα στην οποία βρίσκεται τόσο μεγάλο μέρος της διεθνούς ζήτησης.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει χαρακτηρίσει την Booking.com gatekeeper στο πλαίσιο του Digital Markets Act. Από τον Νοέμβριο του 2024 η πλατφόρμα υπόκειται στις σχετικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση περιορισμών που θα εμπόδιζαν τους παρόχους καταλυμάτων να προσφέρουν καλύτερες τιμές ή όρους μέσα από άλλα κανάλια.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 η Κομισιόν ανακοίνωσε πρόσθετες αλλαγές μετά τον διάλογο με την Booking. Μεταξύ άλλων, η πλατφόρμα δεν λαμβάνει πλέον υπόψη εξωτερικές τιμές για την επιλεξιμότητα συγκεκριμένων προγραμμάτων προώθησης και παρέχει περισσότερη διαφάνεια γύρω από τον τρόπο λειτουργίας των σχετικών εργαλείων.

Η εξέλιξη αυτή δεν καταργεί τη δύναμη της Booking, αναδεικνύει όμως το βασικό πρόβλημα του μοντέλου. Όσο περισσότερο μια πλατφόρμα γίνεται απαραίτητη για την πρόσβαση στον πελάτη, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την επιχείρηση να μειώσει την εξάρτησή της από αυτήν.

Από την επανάσταση στην ωρίμανση

Θα ήταν λάθος, και εκτός πραγματικότητας, να υποστηρίξει κάποιος ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις ή οι μεγάλες πλατφόρμες κρατήσεων πρόκειται να εξαφανιστούν.

Αντίθετα, οι επιδόσεις της ελληνικής αγοράς δείχνουν ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή και ότι οι ιδιοκτήτες μπορούν ακόμη να αυξάνουν τις τιμές χωρίς σημαντική απώλεια πληρότητας.

Αυτό που αλλάζει είναι ο χαρακτήρας της αγοράς. Το Airbnb των πρώτων ετών, ένα φθηνό διαμέρισμα που ένας ιδιώτης προσέφερε περιστασιακά σε έναν ταξιδιώτη, έχει δώσει σε μεγάλο βαθμό τη θέση του σε μια επαγγελματική αγορά με operators, υψηλές τιμές, κανονισμούς, φόρους και αυξανόμενες απαιτήσεις.

Το κόστος της επιτυχίας γίνεται όλο και πιο ορατό

Παράλληλα, η Booking έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ ευρύτερο από μια πλατφόρμα ξενοδοχειακών κρατήσεων. Συγκεντρώνει ξενοδοχεία και εναλλακτικά καταλύματα στην ίδια αγορά, αποκτώντας κεντρικό ρόλο τόσο για τον ταξιδιώτη όσο και για χιλιάδες επιχειρήσεις και ιδιοκτήτες.

Και ο ταξιδιώτης, που κάποτε άνοιγε σχεδόν αυτόματα το Airbnb επειδή περίμενε ότι θα πληρώσει λιγότερο από ένα ξενοδοχείο, έχει πλέον περισσότερους λόγους να συγκρίνει ξενοδοχεία, διαμερίσματα και διαφορετικές πλατφόρμες πριν αποφασίσει.

Το μοντέλο των ψηφιακών πλατφορμών φιλοξενίας δεν χάνει απαραίτητα τη θέση του, χάνει όμως σταδιακά την απλότητα που το έκανε τόσο ανατρεπτικό στην αρχή, ενώ για επιχειρήσεις, ιδιοκτήτες, ταξιδιώτες και πόλεις το κόστος της επιτυχίας του γίνεται όλο και πιο ορατό.

 

GOOD TO KNOW

Σύμφωνα με στοιχεία της ευρωπαϊκής ξενοδοχειακής αγοράς για το 2025, οι online travel agencies αντιστοιχούσαν στο 29,9% των ξενοδοχειακών κρατήσεων, ενώ η Booking Holdings και η Expedia Group συγκέντρωναν μαζί 85,4% των κρατήσεων μέσω OTA. Το στοιχείο δείχνει πόσο συγκεντρωμένη έχει γίνει η ψηφιακή διανομή της φιλοξενίας, ακόμη κι αν ο ταξιδιώτης βλέπει δεκάδες διαφορετικές επιλογές στην οθόνη του.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.