10 MIN READ

Η πιο προσιτή πολυτέλεια είναι ο καφές- the most affordable luxury

Η πιο προσιτή πολυτέλεια είναι ο καφές- the most affordable luxury

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Ο καφές είναι κάτι περισσότερο από ένα ρόφημα: προσωπική τελετουργία, αφορμή συνάντησης και ένας μικρός χρόνος μέσα στην ημέρα που μπορεί να ανήκει αποκλειστικά σε εμάς.

Η καφετέρια προσφέρει μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικότητας: μπορούμε να συναντηθούμε, αλλά και να είμαστε μόνοι χωρίς να νιώθουμε απομονωμένοι, παραμένοντας μέρος της ζωής γύρω μας.

Η μεγαλύτερη πολυτέλεια μπορεί τελικά να είναι η παύση: σε μια καθημερινότητα διαρκούς παραγωγικότητας, το φλιτζάνι μάς δίνει μια αποδεκτή δικαιολογία να σταματήσουμε χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε τίποτα.

The most affordable luxury

Υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που μπορείς να αγοράσεις για λίγα ευρώ και να τα κρατήσεις για δύο ώρες. Ένα τραπέζι σε μια όμορφη γωνιά της πόλης. Την παρουσία άλλων ανθρώπων χωρίς να χρειάζεται να τους μιλήσεις. Μια συνάντηση που μπορεί να αλλάξει τη μέρα σου. Ή απλώς το δικαίωμα να μην κάνεις τίποτα. Όλα αυτά τα ονομάζουμε, για λόγους ευκολίας, «έναν καφέ».

Τα τελευταία χρόνια μιλάμε πολύ για το πόσο ακρίβυνε. Για την τιμή του espresso, του cappuccino, του take away. Και σωστά, γιατί ο καθημερινός καφές έξω δεν αποτελεί αμελητέο έξοδο για όλους. Η ακρίβεια έχει κάνει ακόμη και αυτή τη μικρή συνήθεια πιο δύσκολη.

Ωστόσο, σε σύγκριση με τις περισσότερες μορφές εξόδου και ψυχαγωγίας, ο καφές εξακολουθεί να προσφέρει κάτι ασυνήθιστα μεγάλο για το αντίτιμό του: χρόνο, χώρο και συμμετοχή στη ζωή. Το ρόφημα είναι μόνο η αρχή. Η πραγματική εμπειρία βρίσκεται σε όσα μας επιτρέπει να κάνουμε όσο το φλιτζάνι παραμένει πάνω στο τραπέζι.

Περισσότερο από ένα ρόφημα

Δεν πηγαίνουμε στην καφετέρια μόνο επειδή θέλουμε έναν καφέ. Πηγαίνουμε για όσα δεν χωρούν στην κουζίνα μας: τον ήχο της μηχανής που αλέθει, τη μυρωδιά που μας συναντά στην είσοδο, τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο που γνωρίζει «τα συνηθισμένα», το τραπέζι που θεωρούμε δικό μας χωρίς να το έχουμε κλείσει ποτέ.

Πηγαίνουμε για τη μουσική, τις φωνές, τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν. Για να δούμε έναν φίλο, να κάνουμε μια επαγγελματική συνάντηση, να διαβάσουμε ή να καθίσουμε μόνοι χωρίς να κλειστούμε στο σπίτι.

Ο καφές είναι το εισιτήριο. Η εμπειρία είναι η παράσταση. Η Βιέννη το έχει περιγράψει με μοναδική ακρίβεια. Όταν η κουλτούρα των βιεννέζικων καφενείων εντάχθηκε το 2011 στον αυστριακό κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, στο πλαίσιο της σχετικής σύμβασης της UNESCO, αποτυπώθηκε μια ιδέα που συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία τους: είναι χώροι στους οποίους καταναλώνονται χρόνος και χώρος, αλλά στον λογαριασμό εμφανίζεται μόνο ο καφές. Δύσκολα θα βρει κανείς ακριβέστερο ορισμό της προσιτής πολυτέλειας.

Η προσωπική τελετουργία

Η συναισθηματική αξία του καφέ, όμως, δεν αρχίζει στην καφετέρια. Συχνά αρχίζει νωρίτερα, στην ησυχία του σπιτιού, πριν η ημέρα αποκτήσει απαιτήσεις. Είναι η γνώριμη διαδικασία της προετοιμασίας του, η αγαπημένη κούπα, η πρώτη μυρωδιά στην κουζίνα. Εκείνα τα λίγα λεπτά πριν ανοίξει ο υπολογιστής, πριν αρχίσουν τα τηλεφωνήματα, πριν το σπίτι γεμίσει φωνές ή πριν βγούμε στον δρόμο. Για πολλούς ανθρώπους η ημέρα δεν έχει αρχίσει πραγματικά πριν από την πρώτη γουλιά.

Ο πρώτος καφές προσφέρει μια μικρή αίσθηση τάξης. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται κάθε πρωί σχεδόν με τον ίδιο τρόπο και ακριβώς αυτή η επανάληψη την κάνει πολύτιμη. Σε έναν κόσμο γεμάτο απρόβλεπτα, ο καφές είναι κάτι γνώριμο που επιστρέφει.

Υπάρχουν επίσης καφέδες που δεν θυμόμαστε για τη γεύση τους, αλλά για τον άνθρωπο με τον οποίο τους ήπιαμε. Η μυρωδιά τους μπορεί να μας επιστρέψει σε ένα παλιό σπίτι, σε μια κουζίνα, σε ένα ταξίδι ή σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μας. Το φλιτζάνι γίνεται μέρος μιας προσωπικής μνήμης, επειδή υπήρχε εκεί όταν συνέβαινε κάτι άλλο.

Ο καφές συνοδεύει έτσι φυσικά τις μεταβάσεις της ημέρας. Μας βοηθά να περάσουμε από τον ύπνο στην εγρήγορση, από το σπίτι στη δουλειά, από την υποχρέωση στη συνάντηση, από τη βιασύνη σε μια σύντομη παύση. Δεν είναι μόνο συνήθεια. Είναι ένας τρόπος να βάζουμε μικρά σημεία στίξης στον χρόνο.

Καρέκλες με ιστορία

Στα ιστορικά καφενεία, αυτή η προσωπική εμπειρία συναντά τη συλλογική μνήμη. Με την τιμή ενός ροφήματος μπορείς να καθίσεις εκεί όπου κάποτε κάθισαν άνθρωποι που διαμόρφωσαν την εποχή τους.

Στο Café de Flore στο Παρίσι, που συνδέθηκε με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Στο Café Central της Βιέννης, που αποτέλεσε σημείο συνάντησης ανθρώπων της τέχνης, της λογοτεχνίας και της πολιτικής. Στο Caffè Florian της Βενετίας, το οποίο λειτουργεί στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου από το 1720.

Ο Σαρτρ είχε περιγράψει το Flore σαν ένα είδος σπιτιού, έναν χώρο στον οποίο ο ίδιος και η Μποβουάρ μπορούσαν να περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας δουλεύοντας. Αυτή η λεπτομέρεια λέει περισσότερα από έναν κατάλογο διάσημων θαμώνων: το καφενείο δεν ήταν απλώς το σκηνικό της πνευματικής ζωής τους. Ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους.

Στο ιστορικό καφενείο, ο χώρος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για όσα τον έκαναν διάσημο: για συζήτηση, διάβασμα, γράψιμο και παρατήρηση της ζωής. Δεν παρατηρείς απλώς την ιστορία. Συμμετέχεις, για λίγο, στην καθημερινότητα ενός χώρου που συνεχίζει να λειτουργεί όπως λειτουργούσε για γενιές. Γίνεσαι ένας ακόμη θαμώνας σε μια ακολουθία που ξεκίνησε πολύ πριν από εσένα και θα συνεχιστεί όταν φύγεις.

Το σαλόνι της πόλης

Το καφενείο δεν έγινε τυχαία ένα είδος δημόσιου σαλονιού. Ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας συνέδεσε τα ευρωπαϊκά καφενεία με την ανάπτυξη της δημόσιας σφαίρας, των χώρων δηλαδή στους οποίους άνθρωποι μπορούσαν να συζητούν ειδήσεις, πολιτική, εμπόριο και ιδέες έξω από τους παραδοσιακούς θεσμούς εξουσίας.

Πολύ αργότερα, το 1989, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Ray Oldenburg θα έδινε σε μια παρόμοια ανάγκη ένα όνομα: «third place», ο τρίτος χώρος. Πρόκειται για τα μέρη που δεν είναι ούτε σπίτι ούτε δουλειά, αλλά βρίσκονται ανάμεσά τους. Η καφετέρια, το μπαρ, το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Χώροι στους οποίους, για λίγο, δεν χρειάζεται να είμαστε ούτε εργαζόμενοι ούτε μέλη μιας οικογένειας. Μπορούμε απλώς να υπάρχουμε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Αυτή την κοινωνική διάσταση διέκρινε και ο Howard Schultz όταν γνώρισε την κουλτούρα των espresso bars στο Μιλάνο το 1983. Δεν είδε μόνο έναν διαφορετικό τρόπο παρασκευής και κατανάλωσης του καφέ. Είδε έναν χώρο συνάντησης και μια εμπειρία γύρω από το προϊόν, μια ιδέα που θα επηρέαζε καθοριστικά τη μετέπειτα ανάπτυξη της Starbucks.

Η καφετέρια δεν είναι, επομένως, μόνο ένας χώρος εστίασης. Είναι μέρος της κοινωνικής υποδομής μιας πόλης: ένα σημείο στο οποίο άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, επαγγέλματος και οικονομικής δυνατότητας μπορούν να βρεθούν στον ίδιο χώρο χωρίς να χρειάζεται να μοιράζονται τον ίδιο σκοπό.

Cafe De Flore-Paris

Όλα όσα αγοράζεις μαζί με τον καφέ

Μια θέση στην κοινωνία

Στην καφετέρια δεν χρειάζεται να εξηγήσεις γιατί βρίσκεσαι εκεί. Δίπλα σου μπορεί να κάθεται ένας φοιτητής με laptop, ένας συνταξιούχος με εφημερίδα, δύο άνθρωποι σε επαγγελματικό ραντεβού και κάποιος που απλώς κοιτάζει τον δρόμο. Για λίγο, όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα στον χώρο. Σε μια πόλη όπου πολλά μέρη μάς υποχρεώνουν να καταναλώνουμε περισσότερο, να μετακινούμαστε γρηγορότερα ή να έχουμε έναν συγκεκριμένο λόγο για να βρισκόμαστε εκεί, η καφετέρια εξακολουθεί να προσφέρει κάτι ασυνήθιστο: το δικαίωμα να μείνουμε.

Η ισότητα αυτή δεν είναι απόλυτη. Η κατανάλωση παραμένει η προϋπόθεση εισόδου και το κόστος δεν είναι αδιάφορο για όλους. Ωστόσο, λίγες αγορές μπορούν ακόμη να εξασφαλίσουν τόσο χρόνο σε έναν χώρο ανοιχτό στο κοινό, χωρίς να απαιτούν συνεχή κατανάλωση ή συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Ένα θέαμα χωρίς πρόγραμμα

Το τραπέζι της καφετέριας είναι και μία από τις καλύτερες θέσεις θεάτρου που μπορείς να αγοράσεις. Η παράσταση είναι η πόλη. Άνθρωποι περνούν, συναντιούνται, αποχαιρετιούνται ή περιμένουν κάποιον που αργεί. Δύο φίλοι γελούν στο διπλανό τραπέζι. Ακούς μισές προτάσεις και φαντάζεσαι τις υπόλοιπες. Μπορείς να διαβάσεις, να δουλέψεις ή απλώς να παρατηρείς, χωρίς να υπάρχει πρόγραμμα, σενάριο ή καθορισμένη ώρα λήξης.

Η εμπειρία αυτή είναι απλή, αλλά δεν είναι παθητική. Η παρουσία στον δημόσιο χώρο μάς υπενθυμίζει ότι η ζωή δεν περιορίζεται στις δικές μας υποχρεώσεις. Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, άλλες διαδρομές, άλλες ιστορίες που εξελίσσονται δίπλα μας.

Μια αφορμή για να συναντηθούμε

Στα ελληνικά, το «πάμε για έναν καφέ;» σχεδόν ποτέ δεν σημαίνει μόνο ότι θέλουμε να πιούμε καφέ. Μπορεί να σημαίνει «θέλω να σε δω», «πρέπει να μιλήσουμε», «μου έλειψες», «έχω κάτι να σου πω» ή «θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα». Ο καφές είναι μία από τις πιο εύκολες κοινωνικές προσκλήσεις που έχουμε επινοήσει. Δεν απαιτεί την επισημότητα ενός δείπνου, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προετοιμασία και δεν δημιουργεί μεγάλη χρονική δέσμευση. Μπορεί να διαρκέσει είκοσι λεπτά ή δύο ώρες. Μπορεί να είναι αυθόρμητος ή προγραμματισμένος, προσωπικός ή επαγγελματικός.

Γι’ αυτό γύρω από έναν καφέ μπορούν να ξεκινήσουν φιλίες, συνεργασίες, ιδέες και σχέσεις. Ο καφές είναι συχνά απλώς το πρόσχημα. Ο άλλος άνθρωπος είναι ο πραγματικός λόγος.

Μικρές δόσεις ανθρωπιάς

Δεν χρειάζεται, όμως, να γνωρίζουμε τον άλλον για να έχει αξία η επαφή. Ένα «καλημέρα», ένα χαμόγελο, ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο που θυμάται τι πίνουμε, κάποιος στο διπλανό τραπέζι που μετακινεί την καρέκλα του για να περάσουμε. Είναι αλληλεπιδράσεις τόσο μικρές ώστε συνήθως δεν τις θυμόμαστε το βράδυ.

Κι όμως, ακόμη και αυτές οι σύντομες επαφές μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε. Σε έρευνα των Gillian Sandstrom και Elizabeth Dunn, η οποία δημοσιεύθηκε το 2014, πελάτες που κλήθηκαν να έχουν μια σύντομη ανθρώπινη επαφή με τον barista, με χαμόγελο, οπτική επαφή και λίγες λέξεις, ανέφεραν καλύτερη διάθεση και ισχυρότερη αίσθηση του ανήκειν από εκείνους που ολοκλήρωσαν τη συναλλαγή όσο πιο αποτελεσματικά γινόταν.

Αυτές οι στιγμές δεν δημιουργούν βαθιές σχέσεις. Δημιουργούν κάτι μικρότερο αλλά καθημερινά αναγκαίο: την αίσθηση ότι υπάρχουμε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους. Και αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο περισσότερες συναλλαγές γίνονται μέσα από οθόνες, εφαρμογές και αυτοματοποιημένα συστήματα, χωρίς να χρειάζεται να κοιτάξουμε κάποιον στα μάτια.

Μοναξιά χωρίς απομόνωση

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες συναισθηματικές αξίες της καφετέριας. Μπορούμε να είμαστε μόνοι χωρίς να αισθανόμαστε αποκομμένοι. Κανείς δεν απαιτεί να του μιλήσουμε και κανείς δεν χρειάζεται να γνωρίζει ποιοι είμαστε. Ακούμε, όμως, φωνές, βλέπουμε κινήσεις και παρακολουθούμε τη ζωή να συνεχίζεται γύρω μας. Για τον άνθρωπο που ζει μόνος, τον φοιτητή που βρίσκεται μακριά από το σπίτι του, τον εργαζόμενο που περνά μεγάλο μέρος της ημέρας μπροστά σε μια οθόνη ή τον ηλικιωμένο που αναζητά μια καθημερινή έξοδο, αυτή η παρουσία δεν είναι αμελητέα.

Μερικές φορές δεν χρειαζόμαστε κάποιον να μας μιλήσει. Χρειαζόμαστε απλώς να υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας. Η καφετέρια επιτρέπει αυτή την παράξενη αλλά πολύτιμη ισορροπία: να αποσυρθούμε χωρίς να εξαφανιστούμε. Να είμαστε μόνοι, μαζί.

Η άδεια να μην κάνεις τίποτα

Μαζί με όλα αυτά, ο καφές μάς προσφέρει και κάτι ακόμη: μια κοινωνικά αποδεκτή δικαιολογία για να σταματήσουμε. Αν καθίσεις για δύο ώρες κοιτάζοντας τον δρόμο, μπορεί κάποια στιγμή να αισθανθείς ότι χάνεις τον χρόνο σου. Αν υπάρχει ένα φλιτζάνι μπροστά σου, ξαφνικά έχεις μια απάντηση: «Πίνω έναν καφέ».

Το φλιτζάνι νομιμοποιεί την παύση.

Αυτό δεν είναι καθόλου μικρό σε μια εποχή που απαιτεί σχεδόν από κάθε λεπτό της ημέρας να αποδεικνύει τη χρησιμότητά του. Η δουλειά μάς ακολουθεί στο κινητό, οι ειδοποιήσεις δεν γνωρίζουν ωράριο και οι πλατφόρμες διεκδικούν διαρκώς την προσοχή μας. Ακόμη και ο ελεύθερος χρόνος έχει αρχίσει να γεμίζει στόχους, λίστες και εμπειρίες που πρέπει να προλάβουμε.

Μπροστά σε έναν καφέ μπορούμε να μην απαντήσουμε αμέσως σε ένα μήνυμα. Να κοιτάξουμε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, να σκεφτούμε μια ιδέα μέχρι το τέλος, να διαβάσουμε λίγες σελίδες ή να μη σκεφτούμε απολύτως τίποτα. Δεν υπάρχει στόχος. Δεν υπάρχει deadline. Δεν χρειάζεται να προκύψει κάτι χρήσιμο από αυτή την ώρα.

Ο καφές μετατρέπει έτσι την αδράνεια σε αναγνωρίσιμη δραστηριότητα. Μας επιτρέπει να αφήσουμε τον χρόνο να περάσει χωρίς να αισθανόμαστε ότι οφείλουμε να απολογηθούμε γι’ αυτό. Για δεκαετίες η πολυτέλεια ταυτίστηκε με το ακριβό αντικείμενο, το μεγάλο ξενοδοχείο, το πολυτελές αυτοκίνητο, το ρολόι ή το εστιατόριο που λίγοι μπορούσαν να αποκτήσουν ή να επισκεφθούν. Σήμερα, όμως, που ο χρόνος μας τεμαχίζεται σε όλο και περισσότερες υποχρεώσεις και η προσοχή μας βρίσκεται σε μόνιμη πολιορκία, η πολυτέλεια μπορεί να έχει διαφορετική μορφή.

Μπορεί να είναι δύο ώρες χωρίς πρόγραμμα. Ένα τραπέζι που δεν είναι δικό σου αλλά για λίγο γίνεται. Άνθρωποι γύρω σου που δεν χρειάζεται να γνωρίζεις. Μια συζήτηση που δεν ξέρεις πού θα καταλήξει ή καμία συζήτηση απολύτως. Ο καφές έχει πια κρυώσει. Δεν σε πειράζει. Στον λογαριασμό θα γραφτεί μόνο εκείνος. Οι δύο ώρες, όμως, ήταν δικές σου.

 

GOOD TO KNOW

Η παράδοση του caffè sospeso, του «καφέ σε αναμονή», συνδέεται με τη Νάπολη και βασίζεται σε μια εξαιρετικά απλή ιδέα: κάποιος πληρώνει έναν επιπλέον καφέ χωρίς να τον πιει, αφήνοντάς τον διαθέσιμο για έναν άνθρωπο που δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τον δικό του.

Η δύναμη της συνήθειας βρίσκεται στην ανωνυμία της. Αυτός που προσφέρει τον καφέ δεν γνωρίζει απαραίτητα ποιος θα τον πιει και εκείνος που θα τον πιει δεν χρειάζεται να γνωρίζει ποιος τον πλήρωσε. Μία από τις πιο καθημερινές αγορές μετατρέπεται έτσι σε μια μικρή πράξη αλληλεγγύης ανάμεσα σε δύο αγνώστους.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.