Καθ’ υπερβολή ίσως θα έλεγαν κάποιοι, αλλά ο Γιώργος Χατζηγεωργίου έχει φτιάξει την ελληνική Amazon. Έτσι θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος όχι μια εταιρεία που απλώς συγκεντρώνει ηλεκτρονικές αγορές, αλλά ένα ολόκληρο οικοσύστημα γύρω από το e-commerce, με marketplace, εκατομμύρια προϊόντα, δίκτυο μεταφορών και αποθηκών, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και πλέον παρουσία εκτός Ελλάδας. Και το σημαντικότερο, από το 2005 μέχρι σήμερα, ο ιδρυτής της Skroutz παραμένει στο τιμόνι της.
Η τελευταία αλλαγή σκυτάλης επιβεβαιώνει το μέγεθος στο οποίο έχει φτάσει η εταιρεία. Τον Μάιο, η Blackstone συμφώνησε να εξαγοράσει από την CVC το πλειοψηφικό πακέτο της Skroutz, σε μια συναλλαγή που αποτίμησε την εταιρεία στα 635 εκατ. ευρώ. Οι ιδρυτές διέθεσαν μέρος της συμμετοχής τους, αλλά παρέμειναν μέτοχοι και ενεργοί στη διοίκηση. Ο ίδιος ο Χατζηγεωργίου παρέμεινε CEO.
Η εικόνα αυτή απέχει, βέβαια, αρκετά από το ξεκίνημα. Γεννημένος στη Νέα Ιωνία και απόφοιτος του Πολυτεχνείου ως Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, ο Χατζηγεωργίου άρχισε να πειραματίζεται με τη Skroutz όταν ακόμη εργαζόταν ως προγραμματιστής σε εταιρεία λογισμικού. Το πρωί έφτιαχνε software και το απόγευμα δούλευε πάνω στη δική του ιδέα. Η αφετηρία ήταν ένα πρόβλημα που αντιμετώπισε ο ίδιος ως καταναλωτής: πώς θα μπορούσε να συγκεντρώνει σε ένα σημείο προϊόντα και τιμές από τα ηλεκτρονικά καταστήματα της εποχής. Το 2005 δεν υπήρχαν funds, venture capital και τα επενδυτικά εργαλεία που σήμερα αποτελούν σχεδόν αυτονόητο κομμάτι του οικοσυστήματος των startups και η χρηματοδότηση ήταν η προσωπική εργασία των ιδρυτών.
Η πρώτη μεγάλη ώθηση ήρθε όταν ο ίδιος δημοσίευσε τη Skroutz στο Insomnia, ένα δημοφιλές forum της εποχής, όπου η ανταπόκριση των χρηστών άρχισε να δείχνει ότι η ιδέα είχε μεγαλύτερη δυναμική από ένα απλό παράλληλο project. Στην πορεία γνώρισε τον Γιώργο Αυγουστίδη και τον Βασίλη Δήμο, με τους οποίους δημιούργησαν την επιχειρηματική ομάδα που έμελλε να οδηγήσει την εταιρεία σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Το 2006 μπήκε στο μετοχικό κεφάλαιο η εισηγμένη τότε Dionic, αποκτώντας το 50% της Skroutz. Το ποσοστό επέστρεψε στους ιδρυτές το 2018 και δύο χρόνια αργότερα ήρθε το deal με την CVC, η οποία απέκτησε το 45% της εταιρείας. Οι υπογραφές, όπως έχει διηγηθεί ο Χατζηγεωργίου, έπεσαν μέσα στο lockdown, Μεγάλη Παρασκευή. Μέχρι τότε, η Skroutz είχε ήδη πάψει να είναι απλώς μια μηχανή αναζήτησης προϊόντων και τιμών. Η αλλαγή δεν ήταν μόνο ποσοτική, αλλά και στον ίδιο τον ρόλο της πλατφόρμας, καθώς από ένα εργαλείο που βοηθούσε τον καταναλωτή να συγκρίνει τιμές, εξελίχθηκε σε σημείο όπου πραγματοποιείται ολόκληρη η διαδικασία της αγοράς.
Η Skroutz άρχισε να χτίζει τις δικές της υποδομές, να αναλαμβάνει τη μεταφορά και την αποθήκευση προϊόντων και να προσθέτει νέες υπηρεσίες γύρω από τη συναλλαγή. Με αυτόν τον τρόπο, η ανάπτυξή της δεν βασίστηκε μόνο στην αύξηση των επισκέψεων, αλλά στη διεύρυνση του οικονομικού αποτυπώματος κάθε αγοράς που περνά από την πλατφόρμα.
Ο ίδιος ο ιδρυτής της έχει παραδεχθεί ότι χρειάστηκε χρόνος μέχρι να μπει στο DNA της ομάδας η λογική του πραγματικού business. Το ενδιαφέρον είναι ότι η εταιρεία δεν φοβήθηκε ούτε τις αποτυχημένες προσπάθειες. Το Skroutz Food, που ξεκίνησε το 2019 ως υπηρεσία online παραγγελίας φαγητού, έκλεισε περίπου έναν χρόνο αργότερα, όταν αποφασίστηκε ότι δεν είχε νόημα να συνεχιστεί.
Σήμερα η Skroutz είναι το μεγαλύτερο marketplace στην Ελλάδα, με περισσότερα από 26 εκατ. προϊόντα, περίπου 9.000 συνεργαζόμενα καταστήματα και 2,5 εκατ. ενεργούς χρήστες. Η πλατφόρμα δέχεται περίπου 45 εκατ. επισκέψεις τον μήνα, ενώ το οικοσύστημα έχει επεκταθεί σε courier, αποθήκες και υπηρεσίες fulfillment, fintech και retail media. Οι αριθμοί της τελευταίας χρήσης αποτυπώνουν και το οικονομικό μέγεθος. Το 2025 ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών ανήλθε σε 157,19 εκατ. ευρώ, από 131,13 εκατ. ευρώ το 2024. Τα λειτουργικά κέρδη αυξήθηκαν στα 11,43 εκατ. ευρώ από 8,02 εκατ., ενώ τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 8,81 εκατ. ευρώ, από 6,93 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 5,83 εκατ. ευρώ.
Το επόμενο στοίχημα είναι μεγαλύτερο από την Ελλάδα. Η Κύπρος αποτελεί την πρώτη ουσιαστική δοκιμή, με ιδιόκτητα lockers και τοπικές operations. Η πραγματική ευκαιρία, όμως, βρίσκεται στις χερσαίες αγορές των Βαλκανίων, με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία να βρίσκονται στο επίκεντρο.