Είναι οικονομικά βιώσιμο το σημερινό μοντέλο ελαιοκαλλιέργειας στην Ελλάδα;

Είναι οικονομικά βιώσιμο το σημερινό μοντέλο ελαιοκαλλιέργειας στην Ελλάδα;

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Η αγορά ελαιολάδου περνά από τη σπανιότητα σε ένα περιβάλλον όπου η μεγαλύτερη προσφορά μπορεί να αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά.

Ισπανία και Πορτογαλία στρέφονται σε εντατικότερα μοντέλα, ενώ η Κομισιόν βλέπει την ελληνική παραγωγή να υποχωρεί σημαντικά έως το 2035.

Οι σχεδόν 233.000 ελληνικές ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις καταδεικνύουν γιατί η ανταγωνιστικότητα του κλάδου αφορά πολύ περισσότερους από τους κατ’ επάγγελμα αγρότες.

4 MIN READ

Το ελληνικό ελαιόλαδο κινδυνεύει. Όχι επειδή δεν είναι καλό ως προϊόν ή επειδή δεν υπάρχει ζήτηση γι’ αυτό. Τα τελευταία χρόνια έρχεται στο προσκήνιο ένα δομικό πρόβλημα του μοντέλου καλλιέργειας που ακολουθεί εδώ και δεκαετίες ο εγχώριος κλάδος, το οποίο μοιάζει όλο και λιγότερο συμβατό με τον ελαιώνα που αναζητά η ευρωπαϊκή και η παγκόσμια αγορά του 2035.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να αναλώνεται στον «μύθο του καλύτερου ελαιολάδου». Η ποιότητα παραμένει ισχυρό πλεονέκτημα, όμως εκτός συνόρων η αγορά αλλάζει ταχύτερα. Η παραγωγή μετακινείται προς εντατικότερες μορφές καλλιέργειας, μεγαλύτερη μηχανοποίηση, υψηλότερες αποδόσεις και εντέλει χαμηλότερο κόστος ανά κιλό.

Ο ανταγωνισμός γίνεται περισσότερο ζήτημα τιμής και παραγωγικότητας, ενώ ο Έλληνας παραγωγός εξακολουθεί να διεκδικεί premium για ένα καλό προϊόν που όντως παράγεται, ωστόσο, με ακριβό και κατακερματισμένο μοντέλο. Το δομικό πρόβλημα έμενε αρκετά καλά κρυμμένο τα τελευταία χρόνια πίσω από τη σπανιότητα της πρώτης ύλης και τις υψηλές διεθνείς τιμές. Καθώς όμως η αγορά κατασταλάζει και περνά από την περίοδο έλλειψης σε ένα περιβάλλον δομικά αυξημένης προσφοράς, τώρα αρχίζει η πραγματική δοκιμασία για την ελληνική ελαιοκομία.

Από τη σπανιότητα στη δομικά μεγαλύτερη προσφορά

Οι ελαιοκομικές περίοδοι από τον Οκτώβριο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2024 αποτέλεσαν διετία πραγματικής στενότητας. Η χαμηλή παραγωγή περιόρισε τη διαθεσιμότητα, τα αποθέματα μειώθηκαν επικίνδυνα και η σπανιότητα της πρώτης ύλης πέρασε στις διεθνείς τιμές, οδηγώντας σε τιμές παραγωγού και καταναλωτή που λίγα χρόνια πριν θα έμοιαζαν αδιανόητες.

Στην επόμενη μεταβατική περίοδο η εικόνα άλλαξε μερικώς, όχι όμως και η φύση της αγοράς. Η ανάκαμψη της παραγωγής χρειάστηκε κυρίως για να αναπληρωθούν τα εξαντλημένα αποθέματα.

Η ουσιαστική μεταβολή ήρθε την περσινή σεζόν. Η αγορά δεν ξεκίνησε πλέον με τις δεξαμενές άδειες και η αυξημένη παραγωγή δεν είχε να καλύψει το ίδιο κενό αποθεμάτων. Με την τρέχουσα περίοδο 2026/27 να ξεκινά με υψηλότερη προσφορά και πολλές χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης να μπαίνουν στο παιχνίδι της παραγωγής (Τουρκία, Τυνησία, Αλγερία μεταξύ άλλων), διαμορφώνεται κάτι διαφορετικό από όσα έχουμε συνηθίσει. Μια αγορά που μπορεί να παραμένει συστηματικά πλεονασματική και όπου το κέρδος του παραγωγού θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από το ποιος μπορεί να παράγει αποτελεσματικά, εντατικά και με χαμηλότερο κόστος.

Πλέον δεν έχει σημασία η τιμή αλλά το μοντέλο

Αυτή τη μεταβολή αποτυπώνει η μεσοπρόθεσμη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με ορίζοντα το 2035. Στο ιβηρικό τόξο οι παραδοσιακοί ελαιώνες δίνουν σταδιακά χώρο σε εντατικά και υπερεντατικά συστήματα, με την Κομισιόν να συνδέει ευθέως τη μετάβαση με τη μελλοντική κερδοφορία του κλάδου.

Μέχρι το 2035 η ισπανική παραγωγή εκτιμάται ότι θα πλησιάζει τα 1,8 εκατ. τόνους και η πορτογαλική τους 200.000. Για την Ελλάδα η κατεύθυνση είναι αντίστροφη, με την παραγωγή να υποχωρεί κάτω από τους 180.000 τόνους, όταν σε καλές χρονιές έχει ξεπεράσει τους 300.000. Το κρίσιμο στοιχείο δεν βρίσκεται μόνο στις ποσότητες, αλλά στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της διεθνούς προσφοράς θα προέρχεται από ελαιώνες σχεδιασμένους εξαρχής για μεγαλύτερες αποδόσεις και ανταγωνισμό κόστους.

Γιατί η τύχη του ελληνικού ελαιολάδου αφορά και τον καταναλωτή

Εκ πρώτης όψεως, οι χαμηλότερες τιμές και η μεγαλύτερη προσφορά είναι θετικές για τον καταναλωτή. Ωστόσο, το διακύβευμα βρίσκεται μακριά από το μπουκάλι του σούπερ μάρκετ και τον ντενεκέ από το χωριό.

Η ελαιοκαλλιέργεια καταλαμβάνει τεράστιο τμήμα των γεωργικών εκτάσεων της χώρας και γύρω της απλώνεται οικονομική δραστηριότητα από τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και την εποχική εργασία έως περίπου 2.000 ελαιοτριβεία, τα μεταφορικά δίκτυα, τις επιχειρήσεις τυποποίησης και το τοπικό εμπόριο.

Σε επίσημα κρατικά στοιχεία καταγράφηκαν σχεδόν 233.000 ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις, εκ των οποίων μόλις μία στις πέντε ανήκε σε επαγγελματίες αγρότες. Το 62% ανήκε σε ετεροεπαγγελματίες και άλλο 18% σε συνταξιούχους του πρώην ΟΓΑ. Η οικονομική λοιπόν σχέση με την ελαιοκαλλιέργεια απλώνεται πολύ πέρα από όσους δηλώνουν ως κύριο επάγγελμα τη γεωργία.

Αν σημαντικό μέρος αυτής της παραγωγικής βάσης πάψει να είναι οικονομικά βιώσιμο, η ζημιά δεν θα μείνει στο χωράφι. Θα περάσει στους δείκτες απασχόλησης, στην τοπική κατανάλωση και στις επενδύσεις σε περιοχές που ήδη δυσκολεύονται να συγκρατήσουν οικονομικά ενεργό πληθυσμό.

Η Ελλάδα έχει δει εμβληματικές καλλιέργειες, από τον καπνό έως το ζαχαρότευτλο, να χάνουν σταδιακά τα πλεονεκτήματά τους και να εγκαταλείπονται. Το στρατηγικό ερώτημα είναι αν το ελαιόλαδο θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, την ώρα που η χώρα επιδιώκει να συγκρατήσει πληθυσμό και οικονομική δραστηριότητα στην περιφέρεια.

Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να παράγει καλό ελαιόλαδο. Ακόμη και στο δυσμενές σενάριο της Κομισιόν, κάποιοι θα συνεχίσουν να παράγουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα παραμείνει χώρα παραγωγός σε κλίμακα, με όρους που επιτρέπουν στους ανθρώπους και στα τοπικά οικονομικά οικοσυστήματα της ελαιοκαλλιέργειας να παραμένουν ζωντανά σε μια ύπαιθρο που ήδη δοκιμάζεται δημογραφικά.

GOOD TO KNOW

Μόλις μία στις πέντε από τις σχεδόν 233.000 ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις που καταγράφηκαν σε επίσημα κρατικά στοιχεία ανήκε σε επαγγελματία αγρότη. Το 62% αφορούσε ετεροεπαγγελματίες και άλλο 18% συνταξιούχους του πρώην ΟΓΑ.

Στην τελευταία πλήρη εκτίμηση του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας για την περασμένη σεζόν 2025/26, η Ισπανία προηγείται με 1,372 εκατ. τόνους, ακολουθούν Τυνησία με 450.000, Ιταλία με 300.000, Τουρκία με 290.000 και Ελλάδα με 220.000 τόνους. Η παγκόσμια παραγωγή εκτιμάται σε 3,44 εκατ. τόνους.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.