Οι τουρίστες επέστρεψαν, τώρα οι προορισμοί πρέπει να αντέξουν

Οι τουρίστες επέστρεψαν, τώρα οι προορισμοί πρέπει να αντέξουν

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Οι διεθνείς τουριστικές αφίξεις έφτασαν σε ιστορικό υψηλό το 2025, περίπου 1,5 δισ. Η συζήτηση όμως έχει αλλάξει: από το πόσοι έρχονται, στο αν οι προορισμοί αντέχουν.

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, η ανάπτυξη του τουρισμού δεν μεταφράζεται πια αυτόματα σε όφελος για τις τοπικές κοινωνίες, ενώ οι πιέσεις από τον συνωστισμό παραμένουν πάνω από τα επίπεδα πριν από την πανδημία.

Η Βενετία με το τέλος εισόδου και η Ελλάδα με το τέλος κρουαζιέρας στη Σαντορίνη και τη Μύκονο δείχνουν τη νέα λογική: περισσότερη ζήτηση δεν είναι πάντα καλύτερη ζήτηση.

5 MIN READ

Για πολλά χρόνια, η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία είχε μια πολύ απλή εμμονή: περισσότερους επισκέπτες. Περισσότερες αεροπορικές θέσεις, περισσότερες διανυκτερεύσεις, περισσότερες αφίξεις, υψηλότερα έσοδα. Η πανδημία έκανε αυτή τη λογική ακόμη ισχυρότερη.

Όταν ο κόσμος σταμάτησε να ταξιδεύει, ολόκληρες οικονομίες άρχισαν να μετρούν πόσο γρήγορα μπορούσαν να επιστρέψουν στους αριθμούς του 2019. Το 2026, όμως, η συζήτηση έχει αλλάξει. Οι ταξιδιώτες επέστρεψαν. Και σε αρκετά μέρη το πρόβλημα είναι πλέον ότι επέστρεψαν πάρα πολλοί.

Περισσότερες τουριστικές αφίξεις από ποτέ

Ο Δείκτης Ανάπτυξης Ταξιδιών και Τουρισμού 2026 του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) αποτυπώνει αυτή τη μετατόπιση με έναν τρόπο που ίσως είναι πιο σημαντικός από την ίδια την κατάταξη των χωρών. Το 2025 καταγράφηκαν περίπου 1,5 δισ. διεθνείς τουριστικές αφίξεις, περισσότερες από οποιαδήποτε άλλη χρονιά, ενώ η συνολική συμβολή του τουρισμού στην παγκόσμια οικονομία έφτασε σε ρεκόρ 11,6 τρισ. δολαρίων.

Η επιστροφή, επομένως, ολοκληρώθηκε. Το WEF περιγράφει πλέον έναν κλάδο που περνά από την ανοικοδόμηση στη διαχείριση της ανάπτυξης. Και καταγράφει τρεις πιέσεις που μεγαλώνουν. Πρώτη, οι τιμές: σε πολλές χώρες, το κόστος των ταξιδιών ανεβαίνει πιο γρήγορα από τον πληθωρισμό, και η ανταγωνιστικότητα τιμών έπεσε στα τρία τέταρτα των χωρών του δείκτη. Δεύτερη, τα κενά σε επενδύσεις και εργαζόμενους. Τρίτη, και πιο σημαντική: η ανάπτυξη του τουρισμού δεν μεταφράζεται πια αυτόματα σε όφελος για τις κοινωνίες που τον φιλοξενούν. Ενώ τα ταξίδια και οι δαπάνες των επισκεπτών αυξάνονται, η οικονομική και κοινωνική αξία που αφήνει ο τουρισμός αποδυναμώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, και οι πιέσεις από τον συνωστισμό παραμένουν πάνω από τα επίπεδα πριν από την πανδημία.

Τι σημαίνει πλέον «επιτυχημένος προορισμός»

Αυτό αλλάζει την έννοια του «επιτυχημένου προορισμού». Μια πόλη μπορεί να σπάει κάθε χρόνο ρεκόρ αφίξεων και την ίδια στιγμή οι κάτοικοί της να δυσκολεύονται να βρουν σπίτι, τα μέσα μεταφοράς να λειτουργούν στα όριά τους και οι γειτονιές να μετατρέπονται σταδιακά σε χώρους προσωρινής διαμονής. Στην παλιά λογική, όλα αυτά μπορούσαν να θεωρηθούν παρενέργειες μιας κατά τα άλλα επιτυχημένης τουριστικής οικονομίας. Στη νέα λογική, είναι μέρος του ίδιου του λογαριασμού.

Η Βενετία είναι ίσως το πιο καθαρό εργαστήριο αυτής της αλλαγής. Η πόλη έχει περάσει από την απλή προώθηση του τουρισμού στην ενεργή διαχείριση της ζήτησης. Το 2026 εφάρμοσε για τρίτη χρονιά το τέλος εισόδου για όσους την επισκέπτονται για μία μόνο μέρα, χωρίς διανυκτέρευση. Το μέτρο ίσχυσε για 60 ημέρες αιχμής, από τις αρχές Απριλίου έως τα τέλη Ιουλίου. Το τέλος ήταν 5 ευρώ για όσους το πλήρωναν εγκαίρως και 10 ευρώ για πληρωμή κοντά στην ημερομηνία της επίσκεψης.

Η σημασία αυτού του μέτρου δεν βρίσκεται μόνο στο αν ένα τέλος λίγων ευρώ μειώνει πράγματι τους επισκέπτες. Βρίσκεται στο ότι μια από τις διασημότερες τουριστικές πόλεις του κόσμου έχει αποδεχτεί επισήμως ότι περισσότερη ζήτηση δεν είναι πάντα καλύτερη ζήτηση. Το ίδιο δίλημμα εμφανίζεται πλέον σε διαφορετικές μορφές στη Βαρκελώνη, στο Άμστερνταμ, στα ελληνικά νησιά, σε ιστορικά κέντρα και σε φυσικά αξιοθέατα. Η τουριστική πολιτική μετακινείται σταδιακά από το marketing στη διαχείριση της χωρητικότητας.

Ο τουρισμός δεν έχει μόνο κόστος

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο, επειδή ο τουρισμός δεν έχει μόνο κόστος. Σε πολλές περιοχές στηρίζει χιλιάδες θέσεις εργασίας και μικρές επιχειρήσεις, κρατά ζωντανές αεροπορικές συνδέσεις που διαφορετικά δεν θα υπήρχαν και φέρνει φορολογικά έσοδα που επιστρέφουν στην πόλη. Ο στόχος δεν μπορεί επομένως να είναι απλώς «λιγότεροι τουρίστες». Πρέπει να είναι καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην αξία και στην πίεση που φέρνει κάθε επιπλέον επισκέπτης.

Εδώ βρίσκεται και η λογική του δείκτη του WEF. Δεν μετρά πόσο δημοφιλής είναι μια χώρα ούτε πόσους επισκέπτες δέχεται. Αξιολογεί 110 οικονομίες σε 17 πυλώνες, από τις μεταφορές και το ανθρώπινο δυναμικό μέχρι τις τιμές και τη βιωσιμότητα της τουριστικής ζήτησης. Με άλλα λόγια, μετρά αν μια χώρα έχει τις συνθήκες για να υποδέχεται τους επισκέπτες με τρόπο που αντέχει.

Και η Ελλάδα;

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα. Η επιτυχία των τελευταίων ετών έχει αποδείξει ότι η ζήτηση υπάρχει. Το επόμενο ερώτημα είναι τι γίνεται όταν η ζήτηση συγκεντρώνεται στους ίδιους μήνες και στους ίδιους προορισμούς.

Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα προς τη λογική της Βενετίας. Από τις 21 Ιουλίου 2025 εφαρμόζεται ειδικό τέλος στους επιβάτες κρουαζιέρας, που αλλάζει ανάλογα με τον προορισμό και την εποχή. Για την περίοδο αιχμής, από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο, ορίζεται σε 20 ευρώ για κάθε επιβάτη που αποβιβάζεται στη Σαντορίνη ή στη Μύκονο και σε 5 ευρώ στα υπόλοιπα λιμάνια. Τους υπόλοιπους μήνες είναι χαμηλότερο. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο νησιά και στα υπόλοιπα λιμάνια λέει από μόνη της κάτι σημαντικό: το πρόβλημα δεν είναι ο τουρισμός γενικά, αλλά η συγκέντρωσή του σε λίγα σημεία. Και αυτό μετατρέπει τη διαχείριση των ροών σε οικονομικό ζήτημα, όχι απλώς σε ζήτημα τουριστικής πολιτικής.

Αν η απάντηση στη ζήτηση είναι μόνο περισσότερα δωμάτια, περισσότερα αυτοκίνητα και περισσότερες βραχυχρόνιες μισθώσεις στα ίδια σημεία, τότε κάποια στιγμή η ίδια η επιτυχία αρχίζει να υπονομεύει αυτό που πουλάς: αυθεντικότητα, φυσικό περιβάλλον, εύκολη καθημερινότητα και καλή εμπειρία.

Ίσως γι’ αυτό η νέα εποχή του τουρισμού θα έχει λιγότερη σχέση με το «πόσοι ήρθαν» και περισσότερη με το «τι άφησαν πίσω». Πόσο ξόδεψαν. Πόσο έμειναν. Σε ποιες περιοχές πήγαν. Αν στήριξαν μόνιμες δουλειές. Αν η πόλη μπορεί να συνεχίσει να κατοικείται. Αν το νερό, οι μεταφορές και τα απορρίμματα μπορούν να εξυπηρετήσουν και τον επισκέπτη και τον κάτοικο.

Η μεγαλύτερη επιτυχία ενός προορισμού ίσως στο μέλλον να μην είναι ότι δέχτηκε περισσότερους τουρίστες από ποτέ. Αλλά ότι κατάφερε να τους δεχτεί χωρίς να γίνει χειρότερο μέρος για όσους ζουν εκεί.

GOOD TO KNOW

Ο τουρισμός δεν είναι μόνο ταξίδια. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, το 2025 στήριξε 366 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε όλο τον κόσμο, περίπου μία στις εννέα. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τον υπερτουρισμό δεν είναι απλή. Το ζητούμενο είναι να διατηρείται η οικονομική αξία του τουρισμού, περιορίζοντας την πίεση όπου ξεπερνά τις αντοχές του τόπου και μοιράζοντας ευρύτερα τα οφέλη.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.