Estée Lauder: Πώς το beauty icon έχασε τον ρυθμό του

Η Estée Lauder έχει μερικά από τα ισχυρότερα ονόματα της παγκόσμιας ομορφιάς. Κι όμως, χρειάστηκαν τρεις χρονιές πτώσης πωλήσεων, δραστικές περικοπές και αλλαγή στον τρόπο που λειτουργεί για να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Το 2026 έδειξε ότι η ανάκαμψη ξεκίνησε. Το δύσκολο είναι να αποδείξει ότι μπορεί να τη διατηρήσει.

Estée Lauder: Πώς το beauty icon έχασε τον ρυθμό του

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Η Estée Lauder δεν στερείται brands, αλλά ταχύτητας και συνοχής: εξαρτιόταν πολύ από την Κίνα και τα αεροδρόμια της Ασίας και έχανε έδαφος από μικρότερα, πιο γρήγορα brands.

Η ανάκαμψη στηρίζεται σε σκληρή αναδιοργάνωση, με περίπου 10.000 λιγότερες θέσεις εργασίας, πολλές από αυτές στα σημεία πώλησης.

Στην Ελλάδα πωλήσεις και κέρδη ανέβηκαν, αλλά η διαπραγμάτευση με περισσότερους από 480 εργαζόμενους κατέληξε τον Ιούλιο σε απεργία. Σύμφωνα με το σωματείο, η προτεινόμενη κλίμακα ξεκινούσε κάτω από τον κατώτατο μισθό, ενώ η εταιρεία απάντησε ότι κανείς δεν αμείβεται κάτω από τα 920 ευρώ.

10 MIN READ

Υπάρχουν εταιρείες που χάνουν τον ρυθμό τους επειδή τα προϊόντα τους παύουν να ενδιαφέρουν τον κόσμο. Η περίπτωση της Estée Lauder είναι πιο περίπλοκη. Η εταιρεία εξακολουθούσε να διαθέτει Clinique, M·A·C, La Mer, Jo Malone London, Tom Ford Beauty, Le Labo, The Ordinary και φυσικά το ομώνυμο Estée Lauder – ένα χαρτοφυλάκιο που οι περισσότεροι ανταγωνιστές θα ήθελαν να έχουν.

Κι όμως, για αρκετά χρόνια κάτι δεν λειτουργούσε. Η Estée Lauder είχε γίνει μεγάλη, διεθνής και εξαιρετικά κερδοφόρα, αλλά ταυτόχρονα είχε αποκτήσει βάρος. Η εξάρτησή της από την Κίνα και κυρίως από το travel retail της Ασίας αποδείχθηκε μεγαλύτερη απ’ όσο θα ήθελε. Νεότερα brands μάθαιναν να δημιουργούν ζήτηση μέσα από το TikTok και τα social media με ταχύτητα που ένας παραδοσιακός πολυεθνικός οργανισμός δυσκολευόταν να ακολουθήσει. Και στο εσωτερικό της εταιρείας, πολλά brands, αγορές και λειτουργίες είχαν εξελιχθεί σε ξεχωριστά συστήματα που δεν κινούνταν πάντα με την ίδια ταχύτητα.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους ομορφιάς στον κόσμο να βρεθεί στην παράδοξη θέση να διαθέτει εξαιρετικά brands, αλλά να χρειάζεται να ξαναμάθει πώς να τα αναπτύσσει.

Η επιτυχία που δημιούργησε και το πρόβλημα

Η Estée Lauder Companies χτίστηκε πάνω σε μια ιδέα που σήμερα φαίνεται σχεδόν αυτονόητη: ότι η ομορφιά δεν πουλιέται μόνο ως προϊόν, αλλά ως εμπειρία, συμβουλή και προσωπική σχέση.

Η Estée Lauder ξεκίνησε την επιχείρηση μαζί με τον σύζυγό της Joseph Lauder τη δεκαετία του 1940 και χρησιμοποίησε δείγματα, προσωπική επαφή με τις πελάτισσες και παρουσία στα μεγάλα πολυκαταστήματα για να χτίσει το brand. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η εταιρεία έκανε κάτι πολύ μεγαλύτερο: μετέτρεψε ένα beauty brand σε όμιλο brands. Η Clinique δημιούργησε έναν πιο «επιστημονικό» κόσμο περιποίησης, η M·A·C απέκτησε ισχυρή ταυτότητα στο επαγγελματικό μακιγιάζ, η La Mer κατέκτησε το ultra-premium skincare, η Jo Malone London και αργότερα η Le Labo έδωσαν στον όμιλο πρόσβαση στο prestige άρωμα, ενώ η εξαγορά της DECIEM έφερε κάτω από την ίδια ομπρέλα την The Ordinary, ένα brand με εντελώς διαφορετική σχέση τιμής και καταναλωτή.

Αυτό το χαρτοφυλάκιο έκανε την Estée Lauder ισχυρή, αλλά δημιούργησε και έναν εξαιρετικά σύνθετο οργανισμό. Όσο περισσότερα brands, αγορές και κατηγορίες προστίθενται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθούν η ταχύτητα, οι καθαρές αποφάσεις και η κοινή κατεύθυνση.

Όταν ο Stéphane de La Faverie ανέλαβε CEO στις αρχές του 2025, παρουσίασε το πρόγραμμα Beauty Reimagined, το οποίο ο ίδιος περιέγραψε ως τη μεγαλύτερη οργανωτική, ηγετική και πολιτισμική αλλαγή στην ιστορία της εταιρείας. Η Estée Lauder δεν προσπαθούσε απλώς να πουλήσει περισσότερο. Προσπαθούσε να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας ενός οργανισμού που είχε γίνει πολύ πιο σύνθετος από την εταιρεία που κάποτε τον δημιούργησε.

Η Κίνα έδειξε πόσο επικίνδυνη είναι η μεγάλη εξάρτηση

Για χρόνια, η Κίνα και το travel retail της Ασίας ήταν εξαιρετικές μηχανές ανάπτυξης για τη δυτική πολυτελή ομορφιά. Οι Κινέζοι καταναλωτές αγόραζαν premium skincare, αρώματα και καλλυντικά τόσο στη χώρα τους όσο και στα αεροδρόμια της Ασίας. Η Estée Lauder είχε ιδιαίτερα μεγάλη έκθεση σε αυτή την αγορά και ωφελήθηκε όσο η ζήτηση μεγάλωνε. Όταν όμως η κινεζική κατανάλωση επιβραδύνθηκε και το travel retail βρέθηκε με υπερβολικά αποθέματα μετά την πανδημία, η εταιρεία πιέστηκε περισσότερο από ανταγωνιστές με πιο ισορροπημένη γεωγραφική παρουσία.

Η Κίνα όμως δεν ήταν η μοναδική αιτία. Ο ίδιος ο de La Faverie παραδέχθηκε ότι η εταιρεία δεν άρπαξε αρκετά γρήγορα τις ευκαιρίες σε νέα κανάλια, αγορές και media, ούτε κέρδισε νέους καταναλωτές με αρκετή ένταση. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο πού πουλούσε. Ήταν και πώς λειτουργούσε.

Από τις ξεχωριστές δομές στο «One ELC»

Η νέα διοίκηση άρχισε να αλλάζει την αρχιτεκτονική του ομίλου. Πρώτα απλοποίησε την οργάνωση, με λιγότερα ιεραρχικά επίπεδα και πιο καθαρές ευθύνες. Την άνοιξη του 2026 ολοκληρώθηκε το One ELC, ένα ενιαίο μοντέλο λειτουργίας που επιχειρεί να μειώσει τα παράλληλα συστήματα και να κάνει τον όμιλο να κινείται περισσότερο ως μία εταιρεία.

Η WPP, ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς ομίλους διαφήμισης, έγινε ο πρώτος παγκόσμιος συνεργάτης της Estée Lauder για την αγορά διαφημιστικού χώρου, στη θέση των διαφορετικών συνεργασιών ανά περιοχή. Και η Shopify εξελίσσεται στην κοινή τεχνολογική βάση για τις online πωλήσεις απευθείας στον καταναλωτή.

Η αλλαγή όμως έχει μεγάλο κόστος. Το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης οδηγεί σε καθαρή μείωση περίπου 10.000 θέσεων εργασίας και στοχεύει σε ετήσιο όφελος έως 1,2 δισ. δολάρια. Οι περισσότερες από τις επιπλέον περικοπές που ανακοινώθηκαν το 2026 αφορούν θέσεις στα σημεία πώλησης, σε πολυκαταστήματα και αυτόνομα καταστήματα.

Το turnaround επομένως δεν βασίζεται μόνο σε καλύτερα προϊόντα και περισσότερο marketing. Βασίζεται και σε μια πολύ σκληρή εταιρική αναδιοργάνωση, με την προσδοκία ότι ένας μικρότερος και απλούστερος οργανισμός θα μπορεί να επενδύει περισσότερα εκεί όπου τελικά δημιουργείται η ζήτηση: στα brands.

Το 2026 έφερε την πρώτη πραγματική ένδειξη αλλαγής

Μετά από τρεις διαδοχικές χρονιές πτώσης, από τα 17,7 δισ. δολάρια το 2022 στα 14,3 δισ. το 2025, οι πωλήσεις της Estée Lauder γύρισαν σε άνοδο. Στη χρήση που έκλεισε στις 30 Ιουνίου 2026 αυξήθηκαν κατά 5%, στα 15,05 δισ. δολάρια, παραμένοντας πάντως αρκετά κάτω από την κορυφή του 2022. Στο τελευταίο τρίμηνο η ανάπτυξη επιταχύνθηκε, σε τέταρτο συνεχόμενο τρίμηνο ανόδου, ενώ βελτιώθηκε σημαντικά και η κερδοφορία. Για την επόμενη χρήση, η διοίκηση προβλέπει οργανική ανάπτυξη πωλήσεων 3% έως 5%, δηλαδή χωρίς την επίδραση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Δεν πρόκειται ακόμη για θρίαμβο, αλλά για την πρώτη ουσιαστική ένδειξη ότι η περίοδος της υποχώρησης μπορεί να έχει τελειώσει.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πού πηγαίνουν πλέον τα χρήματα που εξοικονομούνται. Οι δαπάνες που απευθύνονται άμεσα στον καταναλωτή, δηλαδή διαφήμιση, προώθηση και καταστήματα, αυξήθηκαν κατά 7% το 2026, την ίδια στιγμή που η εταιρεία περιόριζε τα έξοδα στο «πίσω μέρος» της επιχείρησης. Η νέα στρατηγική συνοψίζεται απλά: λιγότερος οργανισμός, περισσότερο brand.

Το κρίσιμο όμως είναι αν αυτή η μεταφορά πόρων θα μεταφραστεί σε πραγματική ταχύτητα και όχι απλώς σε περισσότερη διαφήμιση.

Το beauty άλλαξε γρηγορότερα από την Estée Lauder

Η Estée Lauder μεγάλωσε σε μια εποχή όπου τα μεγάλα brands είχαν τεράστια πλεονεκτήματα: πρόσβαση στα καλύτερα πολυκαταστήματα, μαζική διαφήμιση και χρήματα για παγκόσμια διανομή. Σήμερα ένα μικρό brand μπορεί να δημιουργήσει παγκόσμια ζήτηση χωρίς να περάσει πρώτα από τα παραδοσιακά κανάλια, με ένα viral προϊόν, ένα συγκεκριμένο συστατικό ή έναν founder με ισχυρή προσωπική παρουσία.

Η Estée Lauder έχει αρχίσει να απαντά. Μέσα στο 2026 έφτασε τα 13 brands στο Amazon σε 11 αγορές και τα 12 brands στο TikTok Shop σε εννέα αγορές, ενώ άνοιξε 33 νέα δικά της καταστήματα αρωμάτων, κυρίως Le Labo και Jo Malone London. Η prestige ομορφιά δεν βρίσκεται πλέον μόνο στον λαμπερό πάγκο ενός πολυκαταστήματος. Βρίσκεται ταυτόχρονα στο TikTok, στο Amazon, στο δικό της e-shop, σε ένα niche κατάστημα αρωμάτων και στο αεροδρόμιο. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να βρίσκεται παντού, αλλά να καταλαβαίνει τι διαφορετικό περιμένει ο καταναλωτής από το καθένα.

Και μετά ήρθε η Puig

Η πιο εντυπωσιακή ένδειξη του πόσο ανοιχτή ήταν η αναζήτηση νέας κατεύθυνσης ήρθε την άνοιξη του 2026, όταν η Estée Lauder και η ισπανική Puig επιβεβαίωσαν ότι συζητούσαν πιθανή συνένωση. Ένα τέτοιο deal θα ένωνε ονόματα όπως Tom Ford, Clinique και M·A·C με Carolina Herrera, Rabanne, Jean Paul Gaultier και Charlotte Tilbury, σε έναν όμιλο αξίας περίπου 40 δισ. δολαρίων. Οι συζητήσεις σταμάτησαν τον Μάιο χωρίς συμφωνία.

Η αντίδραση της αγοράς ήταν εντυπωσιακή: η μετοχή της Estée Lauder ανέβηκε περισσότερο από 10% μετά τη λήξη των συζητήσεων. Μια εύλογη ανάγνωση είναι ότι οι επενδυτές προτίμησαν να συνεχιστεί το turnaround χωρίς το πρόσθετο ρίσκο μιας μεγάλης συγχώνευσης. Η Estée Lauder, άλλωστε, δεν υποφέρει από έλλειψη ισχυρών ονομάτων.

Στην Ελλάδα, το brand δοκιμάζεται στον πάγκο

Αν κοιτάξει κανείς μόνο τα νούμερα, η ελληνική θυγατρική μοιάζει με την καλή εξαίρεση. Στη χρήση 2024/25 η Estée Lauder Hellas αύξησε τις πωλήσεις της κατά περίπου 13%, στα 75,25 εκατ. ευρώ, και σχεδόν τετραπλασίασε τα καθαρά κέρδη της, στα 1,42 εκατ. ευρώ. Το κέντρο διανομής στον Ασπρόπυργο εξυπηρετεί πλέον και τη Ρουμανία, ενώ από τον Ιανουάριο του 2026 η εταιρεία πουλά και στη Βουλγαρία μέσω επίσημου διανομέα. Η Αθήνα γίνεται κόμβος για τα Βαλκάνια.

Από πιο κοντά, η εικόνα αλλάζει. Πρώτα, η ανάπτυξη έρχεται μετά από μεγάλη πτώση. Πριν από το 2022, όταν η Estée Lauder πήρε τον πλήρη έλεγχο της ελληνικής εταιρείας από τον όμιλο Σαράντη, οι πωλήσεις στην Ελλάδα ξεπερνούσαν τα 83 εκατ. ευρώ. Η καλή χρονιά είναι στην ουσία ανάκτηση χαμένου εδάφους.

Το σημαντικότερο όμως αφορά τους ανθρώπους που πουλάνε τα brands. Τον Ιανουάριο του 2026 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις της εταιρείας με το σωματείο για νέα συλλογική σύμβαση, που αφορά περισσότερους από 480 εργαζόμενους της πρώτης γραμμής: συμβούλους ομορφιάς, πωλητές, τεχνικούς και υπεύθυνους καταστημάτων. Η μισθολογική κλίμακα που πρότεινε η διοίκηση ξεκινούσε από τα 838,30 ευρώ, περίπου 82 ευρώ κάτω από τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ. Μετά από έξι μήνες χωρίς συμφωνία, οι εργαζόμενοι κατέβηκαν στις 7 Ιουλίου σε 24ωρη απεργία έξω από τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην Αθήνα, και το θέμα έφτασε στη Βουλή με ερώτηση προς την υπουργό Εργασίας.

Η εταιρεία απάντησε ότι κανείς δεν πληρώνεται κάτω από τα 920 ευρώ, γιατί ο νόμιμος κατώτατος μισθός ισχύει πάντα, και ότι ο πίνακας της σύμβασης δείχνει μόνο πώς εξελίσσεται ο μισθός με τα χρόνια. Το σωματείο αντέτεινε ότι, όταν η κλίμακα ξεκινά κάτω από το νόμιμο όριο, οι αυξήσεις της σύμβασης δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε αύξηση των αποδοχών που παίρνει ο εργαζόμενος.

Νομικά, η εταιρεία μπορεί να έχει δίκιο. Το ερώτημα όμως για μια εταιρεία πολυτελείας δεν είναι αν τηρεί τον νόμο. Είναι αν τηρεί την υπόσχεση του brand της. Η Estée Lauder χτίστηκε πάνω στην ιδέα ότι η ομορφιά πουλιέται μέσα από τη συμβουλή και την προσωπική σχέση στον πάγκο. Για την πελάτισσα, ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο είναι το brand. Για εμάς, όταν μια διαπραγμάτευση μισού χρόνου με αυτούς τους ανθρώπους καταλήγει σε απεργία έξω από τα γραφεία της εταιρείας και σε κοινοβουλευτική ερώτηση, πρόκειται για διοικητική αποτυχία, ανεξάρτητα από το αν η πρόταση είναι σύννομη. Δείχνει ρήγμα στη σχέση της διοίκησης με την πρώτη γραμμή της, τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την εμπειρία που υπόσχεται το brand. Και για ένα luxury brand, η επίκληση της νομιμότητας δεν αρκεί από μόνη της για να αποκαταστήσει αυτή τη σχέση.

Η αντίφαση γίνεται πιο έντονη αν κοιτάξει κανείς τη μεγάλη εικόνα. Μια εταιρεία που μεταφέρει πόρους προς τα brands, ενώ ταυτόχρονα μειώνει θέσεις στα σημεία πώλησης διεθνώς και φτάνει σε ανοιχτή μισθολογική σύγκρουση με την πρώτη γραμμή της στην Ελλάδα, έχει να απαντήσει σε ένα δύσκολο ερώτημα: τι ακριβώς εννοεί όταν λέει brand;

Το δύσκολο comeback

Η Estée Lauder δεν χρειάζεται να ξανασυστηθεί στον κόσμο. Χρειάζεται κάτι πιο δύσκολο: να γίνει ξανά επίκαιρη χωρίς να χάσει αυτό που την έκανε μεγάλη. Να μειώσει την εξάρτησή της από συγκεκριμένες αγορές, να γίνει ταχύτερη χωρίς να χάσει την κλίμακά της, να δώσει ελευθερία κινήσεων στα brands της χωρίς να επιστρέψει στον κατακερματισμό που τώρα διορθώνει, και να ανταγωνιστεί μικρότερες εταιρείες που μερικές φορές καταλαβαίνουν πολύ γρηγορότερα τι θέλει ο καταναλωτής.

Το 2026 έδειξε ότι η Estée Lauder μπορεί να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Αυτό όμως είναι μόνο το πρώτο μέρος της ιστορίας. Γιατί όταν ένας beauty icon χάνει τον ρυθμό του, το δύσκολο δεν είναι να εμφανίσει μια καλύτερη χρονιά. Είναι να αποδείξει ότι κατάλαβε γιατί τον έχασε. Και ένας όμιλος που γεννήθηκε από την προσωπική σχέση στον πάγκο δεν θα το καταφέρει αν δεν κερδίσει πρώτα τους ανθρώπους που στέκονται πίσω από αυτόν.

 

 

GOOD TO KNOW

Το 2026 ο όμιλος έφτασε να διαθέτει έξι brands με ετήσιες πωλήσεις άνω του 1 δισ. δολαρίων, καθώς στα Estée Lauder, Clinique, M·A·C και La Mer προστέθηκαν η Jo Malone London και η Tom Ford.

Το άρωμα ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη μεγάλη κατηγορία του ομίλου το 2026, με οργανική άνοδο 10% και αιχμή τα Le Labo, Tom Ford και Kilian Paris.

Η Κίνα, που υπήρξε μία από τις βασικές πηγές πίεσης, γύρισε σε ανάπτυξη το 2026 και αντιστοιχεί πλέον σε περίπου το 20% των πωλήσεων του ομίλου.

Για 21 χρόνια, από το 2001, η Estée Lauder στην Ελλάδα λειτουργούσε μέσα από κοινή εταιρεία με τον όμιλο Σαράντη. Το 2022 ο αμερικανικός όμιλος αγόρασε το 49% του Σαράντη και ανέλαβε απευθείας Ελλάδα και Βαλκάνια.

Η Estée Lauder Hellas είχε κατά μέσο όρο 724 εργαζόμενους στη χρήση 2024/25.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.