THE BULLET POINT "PREVIEW"
Οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ έφτασαν τα 12,864 δισ. ευρώ έως τις 27 Σεπτεμβρίου 2026, αυξημένες κατά 6,4%, προσθέτοντας περίπου 770 εκατ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Την υψηλότερη ανάπτυξη εμφανίζουν τα μικρότερα καταστήματα τύπου superette, με +8,8%, ενώ ισχυρά κινούνται και οι υπεραγορές άνω των 2.500 τ.μ., με +8,5%.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, τα νησιά βρίσκονται στην κορυφή με +9,2%, ακολουθούμενα από την Κρήτη και τη Θεσσαλονίκη, δείχνοντας ότι η ανάπτυξη της αγοράς δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.
Με αυξημένους ρυθμούς συνεχίζει να κινείται η ελληνική αγορά οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων το 2026, με τις πωλήσεις των σούπερ μάρκετ να έχουν φτάσει τα 12,86 δισ. ευρώ έως τις 27 Σεπτεμβρίου, παρουσιάζοντας ανάπτυξη 6,4% ή αύξηση που αγγίζει τα 800 εκατομμύρια ευρώ σε τζίρο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Ωστόσο, πίσω από τη συνολική άνοδο κρύβονται σημαντικές διαφοροποιήσεις τόσο μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών όσο και μεταξύ των διαφορετικών τύπων καταστημάτων, με τα νησιά να εμφανίζουν την υψηλότερη ανάπτυξη και τα μικρότερα σημεία πώλησης να κερδίζουν έδαφος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, που περιλαμβάνουν το σύνολο της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων των νησιών και των εκπτωτικών αλυσίδων, οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 12,864 δισ. ευρώ, από 12,094 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε εννέα μήνες περίπου προστέθηκαν στην αγορά 770 εκατ. ευρώ επιπλέον πωλήσεων.
Η ανάπτυξη αυτή προέρχεται από διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων, με τα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά (FMCGs) να καταγράφουν αύξηση 5,5%, ενώ τα φρέσκα προϊόντα χύμα και τα προϊόντα bazaar κινούνται με ακόμη υψηλότερους ρυθμούς.
Τα μικρά καταστήματα και οι υπεραγορές κερδίζουν τη μάχη της ανάπτυξης
Την υψηλότερη ποσοστιαία ανάπτυξη εμφανίζουν τα μικρότερα καταστήματα τύπου superette, επιφάνειας 100 έως 399 τ.μ., με αύξηση πωλήσεων 8,8%. Ακολουθούν τα υπερμάρκετ, δηλαδή τα καταστήματα άνω των 2.500 τ.μ., με ανάπτυξη 8,5%. Αντίθετα, τα μεγάλα σούπερ μάρκετ από 1.000 έως 2.500 τετραγωνικά και τα σούπερ μάρκετ της ενδιάμεσης κατηγορίας από 400 έως 1.000 τετραγωνικά μέτρα εμφανίζουν πιο συγκρατημένους ρυθμούς, με αύξηση 5,5% και 5,6% αντίστοιχα.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια διπλή τάση. Από τη μία πλευρά, οι μεγάλες αίθουσες σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να προσελκύουν σημαντικό μέρος της καταναλωτικής δαπάνης κάτι που συνδέεται άμεσα και με τις υψηλές επιδόσεις του Σκλαβενίτη, ο οποίος διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο στην κατηγορία. Στα πολύ μεγάλα καταστήματα οι καταναλωτές συναντούν ευρεία ποικιλία προϊόντων και δυνατότητα συγκέντρωσης αγορών σε ένα σημείο. Από την άλλη, τα μικρότερα καταστήματα γειτονιάς εμφανίζουν ισχυρότερη ποσοστιαία ανάπτυξη, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία της ευκολίας και της εγγύτητας στον καταναλωτή.
Παρά την υψηλότερη ανάπτυξη των superettes, τα μεγάλα σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή στις συνολικές πωλήσεις της αγοράς, με μερίδιο 39,3% καθότι είναι αριθμητικά περισσότερα σε τετραγωνικά στο σύνολό τους από κάθε άλλη κατηγορία. Ακολουθούν τα μικρά σούπερ μάρκετ με συμμετοχή στο τζίρο της τάξεως του 34,4%, οι superettes με 14,8% και οι υπεραγορές με 11,6%.
Αθροιστικά, τα μικρά και μεγάλα σούπερ μάρκετ συγκεντρώνουν το 73,7% της συνολικής αξίας πωλήσεων, παραμένοντας ο βασικός κορμός του οργανωμένου λιανεμπορίου.

Τα νησιά στην κορυφή, ακολουθούν Κρήτη και Θεσσαλονίκη
Ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις εμφανίζονται στην εξέλιξη των πωλήσεων ανά γεωγραφική περιοχή. Τα νησιά καταγράφουν την υψηλότερη ανάπτυξη πανελλαδικά, με αύξηση 9,2%, επίδοση αισθητά υψηλότερη από τον μέσο όρο του 6,4%. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει τη δυναμική των νησιωτικών αγορών, όπου η τουριστική δραστηριότητα μπορεί να προσφέρει πρόσθετη ώθηση στην κατανάλωση. Τα στοιχεία, ωστόσο, αποτυπώνουν πωλήσεις σε αξία και δεν επιτρέπουν να απομονωθεί η επίδραση του τουρισμού από εκείνη των τιμών ή των αγοραζόμενων ποσοτήτων.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Κρήτη με αύξηση 7,5%, ενώ ακολουθεί η Θεσσαλονίκη με 7,4%. Η Κεντρική Ελλάδα παρουσιάζει ανάπτυξη 6,3%, η Πελοπόννησος 5,9%, η Αττική 5,8% και η Μακεδονία και Θράκη, εκτός Θεσσαλονίκης, 5,1%. Παρά τη χαμηλότερη ανάπτυξή της σε σχέση με τον πανελλαδικό μέσο όρο, η Αττική παραμένει μακράν η μεγαλύτερη αγορά της χώρας, συγκεντρώνοντας το 40,1% των συνολικών πωλήσεων λόγω της πληθυσμιακής συγκέντρωσης που παρουσιάζει. Ακολουθούν από πλευράς συνολικής συνεισφοράς στο τζίρο των σούπερ μάρκετ, η Κεντρική Ελλάδα με 12,8%, η Μακεδονία και Θράκη με 12%, τα νησιά με 9,7%, η Θεσσαλονίκη με 9,4%, η Πελοπόννησος με 8,9% και η Κρήτη με 7,1%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα νησιά και η Κρήτη συγκεντρώνουν μαζί το 16,8% των πωλήσεων, ποσοστό ιδιαίτερα σημαντικό για δύο γεωγραφικές ενότητες όπου ο τουρισμός αποτελεί βασική παράμετρο της τοπικής οικονομίας.
Πού στρέφεται η επόμενη μάχη των αλυσίδων
Τα δεδομένα της καταδεικνύουν ότι η ανάπτυξη της αγοράς δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι υψηλότεροι ρυθμοί των νησιών, η ανθεκτικότητα της Κρήτης και η ενίσχυση των μικρών καταστημάτων δημιουργούν νέα δεδομένα για τον σχεδιασμό του δικτύου των αλυσίδων. Από επιχειρηματική σκοπιά, προκύπτουν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά στην περαιτέρω αξιοποίηση των μεγάλων καταστημάτων, τα οποία παραμένουν σημαντικός πόλος πωλήσεων. Η δεύτερη συνδέεται με τα μικρότερα σημεία, τα οποία μπορούν να εξυπηρετούν καθημερινές ανάγκες σε πυκνοκατοικημένες περιοχές και τουριστικούς προορισμούς.
Την ίδια στιγμή, οι ισχυρότεροι ρυθμοί ανάπτυξης στα φρέσκα προϊόντα αναδεικνύουν τη σημασία των αντίστοιχων τμημάτων για τις αλυσίδες, ενώ η άνοδος των προϊόντων bazaar υπογραμμίζει τη δυνατότητα των σούπερ μάρκετ να διευρύνουν το καλάθι πέρα από τα τρόφιμα.
Πάντως, η άνοδος κατά 6,4% αφορά την αξία των πωλήσεων και δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με αντίστοιχη αύξηση των αγοραζόμενων ποσοτήτων.
Το βέβαιο είναι ότι, με πρόσθετες πωλήσεις 770 εκατ. ευρώ στο πρώτο εννεάμηνο περίπου του 2026, η αγορά σούπερ μάρκετ εμφανίζει σημαντική ανάπτυξη, με τις νησιωτικές περιοχές και τα καταστήματα μικρότερης επιφάνειας να ξεχωρίζουν ως οι ταχύτερα αναπτυσσόμενοι επιμέρους τομείς.
GOOD TO KNOW
Η αύξηση του τζίρου κατά 6,4% δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι καταναλωτές αγόρασαν 6,4% περισσότερα προϊόντα. Τα στοιχεία αφορούν πωλήσεις σε αξία, άρα η άνοδος μπορεί να προέρχεται από συνδυασμό υψηλότερων τιμών, διαφορετικού μείγματος προϊόντων και μεγαλύτερου όγκου αγορών. Για να φανεί πόσο από την ανάπτυξη προέρχεται πραγματικά από περισσότερα τεμάχια, χρειάζονται ξεχωριστά στοιχεία για τον όγκο πωλήσεων.