THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το ευρωπαϊκό κοινωνικό χάσμα δεν αφορά μόνο το εισόδημα, αλλά και την πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες.
Το 2024, το 21,9% όσων χρειάζονταν ιατρική φροντίδα στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν την εξασφάλισε λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης, έναντι 3,6% στην ΕΕ.
Νεότερα στοιχεία για το 2025 επιβεβαιώνουν τις μεγάλες δυσκολίες στην Ελλάδα, με όλες τις ελληνικές περιφέρειες να καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών από τις υπόλοιπες περιφέρειες της ΕΕ.
Ένας γιατρός, μια θέση σε παιδικό σταθμό, ένα αξιόπιστο λεωφορείο. Για εκατομμύρια Ευρωπαίους, όσα θεωρούνται αυτονόητα κοινωνικά δικαιώματα εξαρτώνται από τον τόπο κατοικίας, το εισόδημα και τον χρόνο που μπορούν να διαθέσουν. Τα νέα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι και οι 13 ελληνικές περιφέρειες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης σε ιατρική εξέταση από κάθε άλλη περιφέρεια της ΕΕ. Ένα λιγότερο ορατό κοινωνικό χάσμα δημιουργείται ανάμεσα σε εκείνους που εξυπηρετούνται και σε εκείνους που περιμένουν.
Δύο άνθρωποι μπορούν να ζουν στην ίδια χώρα, να έχουν σχεδόν το ίδιο εισόδημα και να απολαμβάνουν εντελώς διαφορετική ποιότητα ζωής. Ο ένας μπορεί να κλείσει ραντεβού με γιατρό σε λίγες ημέρες, να στείλει το παιδί του σε έναν κοντινό παιδικό σταθμό και να φτάσει στη δουλειά του με αξιόπιστη δημόσια συγκοινωνία. Ο άλλος μπορεί να χρειάζεται εβδομάδες για την ίδια εξέταση, να μην έχει διαθέσιμη θέση φύλαξης για το παιδί του και να εξαρτάται από το αυτοκίνητο για κάθε μετακίνησή του.
Η διαφορά δεν αποτυπώνεται απαραίτητα στη φορολογική τους δήλωση. Δεν εξηγείται πάντοτε από το μορφωτικό επίπεδο ή την επαγγελματική τους θέση. Μπορεί να εξαρτάται από κάτι πολύ πιο απλό: τον τόπο όπου κατοικούν και τις υπηρεσίες που υπάρχουν γύρω τους.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή συζήτηση για την κοινωνική ανισότητα επικεντρωνόταν κυρίως στο εισόδημα και στον πλούτο. Ποιοι κερδίζουν περισσότερα, ποιοι διαθέτουν περιουσία, ποιοι μπορούν να αποταμιεύσουν και ποιοι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους. Αυτές οι διαφορές εξακολουθούν να είναι καθοριστικές.
Υπάρχει όμως μια δεύτερη, λιγότερο ορατή μορφή ανισότητας: η άνιση δυνατότητα πρόσβασης στις υπηρεσίες που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να λειτουργεί. Ένα δικαίωμα μπορεί να υπάρχει στο χαρτί. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η πρόσβαση σε αυτό αποδεικνύεται δύσκολη, ακριβή ή χρονοβόρα.
Το δικαίωμα στην υγεία και το κόστος της αναμονής
Στην υγεία, αυτή η διαφορά είναι πιο ορατή από οπουδήποτε αλλού. Το 2025, το ποσοστό των κατοίκων που δεν κατάφεραν να κάνουν μια ιατρική εξέταση που χρειάζονταν, λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης, κυμάνθηκε στην Ελλάδα από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο. Καμία περιφέρεια σε άλλη χώρα της ΕΕ δεν έφτασε σε αυτά τα επίπεδα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν κοιτάξει κανείς μόνο όσους χρειάστηκαν πράγματι γιατρό. Η τελευταία τέτοια σύγκριση της Eurostat, για το 2024, δείχνει ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 3,6% όσων χρειάζονταν ιατρική εξέταση ή θεραπεία δεν κατάφερε να την εξασφαλίσει. Στην Ελλάδα το ποσοστό έφτασε το 21,9%, το υψηλότερο στην Ένωση, με τη Φινλανδία να ακολουθεί με 12,4% και την Εσθονία με 11,2%. Στον αντίποδα, η Κύπρος κατέγραψε 0,1%, η Μάλτα 0,5% και η Τσεχία 0,6%.
Πρόκειται για ανάγκες που δηλώνουν οι ίδιοι οι πολίτες και όχι για μια συνολική κατάταξη της ποιότητας των εθνικών συστημάτων υγείας. Η απόσταση μεταξύ των χωρών, ωστόσο, δείχνει πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η εμπειρία του πολίτη απέναντι σε μια βασική κοινωνική υπηρεσία.
Η ίδια έρευνα αναδεικνύει και τη σχέση ανάμεσα στην πρόσβαση και στην οικονομική κατάσταση. Στην ΕΕ, μεταξύ όσων είχαν ανάγκη περίθαλψης, το ποσοστό όσων έμειναν χωρίς εξέταση ήταν 6% για τους ανθρώπους που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας, έναντι 3,2% για εκείνους που δεν ανήκαν σε αυτή την κατηγορία. Η αναμονή, άλλωστε, δεν έχει το ίδιο κόστος για όλους.
Ένας εργαζόμενος με ευέλικτο ωράριο μπορεί να διαθέσει ένα πρωινό για μια εξέταση. Ένας αυτοαπασχολούμενος ίσως χρειαστεί να χάσει εισόδημα. Ένας γονιός μπορεί να αναγκαστεί να βρει επιπλέον φροντίδα για το παιδί του, ενώ ένας ηλικιωμένος που ζει στην περιφέρεια ενδέχεται να χρειάζεται τη βοήθεια συγγενών για να μετακινηθεί. Όταν μια υπηρεσία δεν είναι διαθέσιμη στον κατάλληλο χρόνο, το πρόβλημα ξεπερνά τη λειτουργία της ίδιας της υπηρεσίας και μεταφέρεται στην καθημερινότητα του ανθρώπου που την έχει ανάγκη.
Η γεωγραφία καθορίζει τις ευκαιρίες
Το πρόβλημα δεν σταματά στα νοσοκομεία. Επεκτείνεται στην εκπαίδευση, στις μεταφορές, στη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, ακόμη και στην πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες που έχουν μεταφερθεί στο ψηφιακό περιβάλλον.
Ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια περιοχή με σχολικές δραστηριότητες, πολιτιστικές υποδομές και συγκοινωνίες έχει διαφορετικές καθημερινές δυνατότητες από ένα παιδί που χρειάζεται τη συνεχή μετακίνηση των γονιών του. Μια οικογένεια με πρόσβαση σε παιδική φροντίδα μπορεί να οργανώσει διαφορετικά την επαγγελματική της ζωή από μια οικογένεια που δεν βρίσκει διαθέσιμη θέση. Μια επιχείρηση σε μια περιοχή με αξιόπιστες μεταφορές μπορεί ευκολότερα να προσελκύσει εργαζομένους από εκείνη που βρίσκεται σε μια περιοχή όπου η καθημερινή μετακίνηση απαιτεί αυτοκίνητο και πολύ χρόνο.
Αυτή η πραγματικότητα αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται το κόστος ζωής. Ένα σπίτι μπορεί να είναι φθηνότερο σε μια απομακρυσμένη περιοχή, αλλά το πραγματικό κόστος διαβίωσης να αυξάνεται από τις μετακινήσεις, τη χρήση ιδιωτικών υπηρεσιών και τις ώρες που χάνονται καθημερινά. Ένα υψηλότερο εισόδημα μπορεί να μην εξασφαλίζει αντίστοιχα καλύτερη ζωή, εάν ένα σημαντικό μέρος του πρέπει να δαπανηθεί για υπηρεσίες που αλλού παρέχονται πιο εύκολα.
Η αξία ενός τόπου κατοικίας, επομένως, δεν καθορίζεται μόνο από την τιμή των ακινήτων ή την απόσταση από το κέντρο μιας πόλης, αλλά και από το πόσες καθημερινές ανάγκες μπορεί να καλύψει χωρίς πρόσθετη οικονομική και χρονική επιβάρυνση.

Όταν η οικογένεια αναλαμβάνει τον ρόλο των υπηρεσιών
Στις κοινωνίες όπου η δημόσια εξυπηρέτηση δεν επαρκεί, μεγάλο μέρος της ευθύνης μεταφέρεται στην οικογένεια. Οι παππούδες αναλαμβάνουν τη φύλαξη των παιδιών, οι συγγενείς συνοδεύουν ηλικιωμένους σε ιατρικά ραντεβού και τα νοικοκυριά αναζητούν ιδιωτικές λύσεις όταν οι δημόσιες υπηρεσίες καθυστερούν ή δεν καλύπτουν τις ανάγκες τους.
Η οικογενειακή αλληλεγγύη αποτελεί σημαντικό κοινωνικό πλεονέκτημα. Όταν όμως μετατρέπεται σε απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, μπορεί να δημιουργεί νέες ανισότητες. Όποιος διαθέτει συγγενείς με χρόνο, αυτοκίνητο και οικονομική δυνατότητα έχει περισσότερες επιλογές. Όποιος ζει μόνος, έχει μετακομίσει σε άλλη πόλη ή δεν μπορεί να στηριχθεί στο οικογενειακό του περιβάλλον βρίσκεται σε δυσκολότερη θέση.
Το κόστος αυτής της πραγματικότητας δεν περιορίζεται στο νοικοκυριό. Μεταφέρεται και στην οικονομία. Ένας εργαζόμενος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει φροντίδα για το παιδί του ίσως περιορίσει τις ώρες εργασίας του. Κάποιος που αναλαμβάνει την καθημερινή υποστήριξη ενός ηλικιωμένου συγγενή μπορεί να απορρίψει μια επαγγελματική ευκαιρία. Μια οικογένεια που δυσκολεύεται να μετακινηθεί ενδέχεται να αποφεύγει υπηρεσίες, εκπαιδευτικές δραστηριότητες ή θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κατάστασή της.
Η ανεπαρκής πρόσβαση σε βασικές υποδομές δεν περιορίζει μόνο την ποιότητα ζωής. Μειώνει τις επιλογές των ανθρώπων και επηρεάζει τη συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα.
Η ψηφιακή πρόοδος δεν είναι ίδια για όλους
Η ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην καθημερινή σχέση πολίτη και κράτους. Η δυνατότητα να εκδίδει κάποιος ένα πιστοποιητικό από το κινητό του, να υποβάλλει ηλεκτρονικά μια αίτηση ή να ολοκληρώνει μια συναλλαγή χωρίς επίσκεψη σε δημόσια υπηρεσία μπορεί να εξοικονομεί σημαντικό χρόνο.
Στην Ελλάδα, οι ψηφιακές υπηρεσίες έχουν μεταφέρει πολλές διαδικασίες από το γκισέ στην οθόνη, περιορίζοντας την ανάγκη φυσικής παρουσίας. Υπάρχει όμως μια βασική προϋπόθεση: ο πολίτης πρέπει να διαθέτει τον εξοπλισμό, τη σύνδεση και τις δεξιότητες για να χρησιμοποιεί αυτές τις δυνατότητες. Για έναν νέο εργαζόμενο, μια διαδικτυακή συναλλαγή μπορεί να είναι υπόθεση λίγων λεπτών. Για έναν ηλικιωμένο που δυσκολεύεται με την τεχνολογία, η ίδια διαδικασία μπορεί να απαιτεί τη βοήθεια τρίτου προσώπου.
Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η ψηφιοποίηση, αλλά η ευκολία των πολλών να μη δημιουργεί νέα εμπόδια για τους λιγότερο εξοικειωμένους. Μια υπηρεσία μπορεί να είναι ψηφιακά διαθέσιμη χωρίς να είναι εξίσου προσβάσιμη για όλους.
Η πραγματική αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των διαδικασιών που γίνονται ηλεκτρονικά, αλλά και από το ποιοι μπορούν να τις χρησιμοποιούν χωρίς δυσκολία. Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες όταν συνοδεύεται από προσβάσιμες εναλλακτικές και υποστήριξη. Διαφορετικά, ένα μέρος της κοινωνίας κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε ένα νέο είδος αποκλεισμού.
Μια διαφορετική μέτρηση της κοινωνικής προόδου
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκρίνει συστηματικά τις οικονομίες της μέσα από δείκτες όπως το κατά κεφαλήν εισόδημα, η απασχόληση, η παραγωγικότητα και οι επενδύσεις. Είναι απαραίτητοι δείκτες, αλλά δεν περιγράφουν ολόκληρη την εμπειρία της καθημερινής ζωής.
Μια χώρα μπορεί να εμφανίζει υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη και ταυτόχρονα σημαντικό μέρος του πληθυσμού της να δυσκολεύεται να εξυπηρετηθεί από βασικές υπηρεσίες. Μια περιφέρεια μπορεί να προσελκύει επενδύσεις, αλλά να μη διαθέτει υποδομές ικανές να στηρίξουν τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτές. Η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί επομένως να μετριέται μόνο με το πόσο αυξάνεται ο παραγόμενος πλούτος, αλλά και με το πόσο εύκολα οι πολίτες καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες.
Η πρόκληση είναι να αντιμετωπιστεί η πρόσβαση ως ουσιαστικό μέρος της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής και όχι ως δευτερεύον οργανωτικό ζήτημα. Αυτό σημαίνει υπηρεσίες κοντά στον πολίτη, αξιόπιστες μεταφορές, επαρκείς δυνατότητες φροντίδας και συστήματα που περιορίζουν τις περιττές μετακινήσεις και αναμονές.
Ένα νοσοκομείο που λειτουργεί καλύτερα δεν βελτιώνει μόνο τους δείκτες του. Επιστρέφει χρόνο και ασφάλεια στους ανθρώπους. Ένας παιδικός σταθμός με περισσότερες θέσεις δεν εξυπηρετεί μόνο τα παιδιά. Διευρύνει τις επαγγελματικές επιλογές των γονιών τους. Και μια συγκοινωνία που λειτουργεί αξιόπιστα μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση στην εργασία περισσότερο από μια μικρή αύξηση του εισοδήματος.
Η Ευρώπη έχει οικοδομήσει την κοινωνική της ταυτότητα πάνω στην ιδέα ότι ορισμένες ευκαιρίες δεν πρέπει να εξαρτώνται αποκλειστικά από την οικονομική δυνατότητα του ατόμου. Το επόμενο βήμα είναι να διασφαλίσει ότι αυτές οι ευκαιρίες δεν εξαρτώνται ούτε από το πόσο μακριά μένει κανείς, πόσους ανθρώπους έχει να τον βοηθήσουν ή πόσο χρόνο μπορεί να περιμένει.

GOOD TO KNOW
Σύμφωνα με την έκδοση Key Figures on European Living Conditions 2026 της Eurostat, και οι 13 ελληνικές περιφέρειες κατέγραψαν το 2025 υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών ιατρικής εξέτασης από κάθε άλλη περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα ποσοστά κυμάνθηκαν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 2,4%. Η υψηλότερη τιμή εκτός Ελλάδας καταγράφηκε στην περιφέρεια Pohjois- ja Itä-Suomi της Φινλανδίας, με 9%.
Ο δείκτης αυτός αφορά το σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, σε αντίθεση με τα στοιχεία του 2024 που αναφέρονται μόνο σε όσους δήλωσαν ανάγκη ιατρικής φροντίδας. Συνεπώς, τα δύο ποσοστά δεν πρέπει να συγκρίνονται ως διαχρονική μεταβολή.