THE BULLET POINT "PREVIEW"
Η Ελλάδα στράφηκε τα χρόνια της οικονομικής κρίσης προς την εστίαση και τη φιλοξενία, ενισχύοντας δραστηριότητες που δημιουργούν θέσεις εργασίας αλλά χαρακτηρίζονται από σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα.
Σύμφωνα με μελέτη ερευνητών του London School of Economics, η απασχόληση σε καταλύματα και εστίαση αυξήθηκε κατά 87% την περίοδο 2009–2023, ενώ η προστιθέμενη αξία των κλάδων ενισχύθηκε μόλις κατά 11%.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η ανάπτυξη της εστίασης και του τουρισμού, αλλά η περιορισμένη δημιουργία επιχειρήσεων σε δραστηριότητες υψηλότερης παραγωγικότητας, όπως η μεταποίηση, η τεχνολογία και οι εξαγώγιμες υπηρεσίες.
Σε μια ελληνική γειτονιά μπορεί κανείς να συναντήσει τρεις ή τέσσερις καφετέριες σε απόσταση λίγων μέτρων. Κάποιες λειτουργούν ως ανεξάρτητες επιχειρήσεις, άλλες ανήκουν σε μεγάλες αλυσίδες και αρκετές συνδυάζουν τον καφέ με το γρήγορο φαγητό και τη διανομή.
Η εικόνα μοιάζει να επιβεβαιώνει τη ζωντάνια της μικρής επιχειρηματικότητας, πίσω της, όμως, κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα. Γιατί τόσοι άνθρωποι επιλέγουν να επενδύσουν στην πώληση ενός καφέ αντί να δημιουργήσουν μια επιχείρηση που παράγει προϊόντα, τεχνολογία ή εξαγώγιμες υπηρεσίες;
Μια μελέτη των Μιχάλη Νικηφόρου, Βλάση Μίσσου, Χρήστου Πέρρου και Νικόλαου Ροδουσάκη, που δημοσιεύθηκε στη σειρά ερευνητικών κειμένων του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics, επαναφέρει το ζήτημα στο προσκήνιο.
Οι ερευνητές περιγράφουν την Ελλάδα ως μια «οικονομία της καφετέριας», όχι επειδή ο καφές κυριαρχεί στο ΑΕΠ, αλλά επειδή η χώρα στράφηκε δυσανάλογα προς τη φιλοξενία και την εστίαση, δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα.
Η διαπίστωση δεν αποτελεί μομφή για τους επαγγελματίες του κλάδου, αλλά μια αφορμή να εξεταστεί τι είδους επιχειρήσεις δημιουργεί η ελληνική οικονομία και ποιες προοπτικές προσφέρει στους εργαζομένους της.
Από την οικονομική κρίση στην επιχειρηματικότητα της ανάγκης
Η στροφή προς την εστίαση δεν έγινε τυχαία, με τη δεκαετή κρίση να περιορίζει δραστικά τη χρηματοδότηση, να εξαφανίζει επιχειρήσεις και να αποδυναμώνει την εγχώρια παραγωγική βάση. Για χιλιάδες ανθρώπους που έχασαν την εργασία τους, η αυτοαπασχόληση αποτέλεσε μια εναλλακτική απέναντι στην ανεργία.
Ένα μικρό κατάστημα καφέ φαινόταν πιο προσιτή επιλογή από μια μεταποιητική μονάδα ή μια επιχείρηση τεχνολογίας, αφού απαιτούσε συνήθως λιγότερο αρχικό κεφάλαιο, δεν προϋπέθετε εξειδικευμένη τεχνογνωσία και απευθυνόταν σε μια αγορά με καθημερινή ζήτηση.
Παράλληλα, η δυναμική ανάκαμψη του τουρισμού δημιούργησε πρόσθετες ευκαιρίες, με την κατανάλωση υπηρεσιών φιλοξενίας και εστίασης να αυξάνεται, ενθαρρύνοντας νέες επενδύσεις σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και καταστήματα καφέ.
Έτσι διαμορφώθηκε ένας μηχανισμός αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης, καθώς όσο περισσότερες επιχειρήσεις δημιουργούνταν σε αυτούς τους κλάδους, τόσο περισσότεροι εργαζόμενοι αποκτούσαν σχετική εμπειρία και τόσο ευκολότερη φαινόταν η επόμενη αντίστοιχη επένδυση.
Περισσότερες δουλειές, όχι ανάλογα περισσότερος πλούτος
Τα ευρήματα της μελέτης είναι αποκαλυπτικά, αφού από το 2009 έως το 2023 η απασχόληση στους κλάδους καταλυμάτων και εστίασης αυξήθηκε κατά 87%, ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία τους ενισχύθηκε μόλις κατά 11%.
Την περίοδο 2009-2024, σύμφωνα με τους ερευνητές, η παραγωγικότητα της εργασίας στην ελληνική οικονομία μειώθηκε κατά 16%, με περίπου το ένα τρίτο της απώλειας να συνδέεται με τη μετατόπιση εργαζομένων προς δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικότητας.
Η διαφορά έχει τεράστια σημασία, καθώς μια οικονομία μπορεί να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να αυξάνει τον κύκλο εργασιών της χωρίς να βελτιώνει ανάλογα την αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο.
Το 2024, ο τζίρος της εστίασης έφτασε τα 10,13 δισ. ευρώ και των καταλυμάτων τα 11,01 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Πρόκειται για σημαντική οικονομική δραστηριότητα, η οποία όμως δεν πρέπει να συγχέεται με την προστιθέμενη αξία ή τα καθαρά κέρδη.
Μια επιχείρηση που αυξάνει τις πωλήσεις της μπορεί ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει υψηλότερα ενοίκια, ενεργειακό κόστος και λειτουργικές δαπάνες, ενώ, αντίστοιχα, περισσότερες θέσεις εργασίας δεν συνεπάγονται αυτομάτως καλύτερους μισθούς.
Η παγίδα για τους εργαζομένους και τους επιχειρηματίες
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη συνέπεια του συγκεκριμένου μοντέλου, αφού όταν η οικονομία δημιουργεί κυρίως θέσεις εργασίας σε δραστηριότητες περιορισμένης παραγωγικότητας, δυσκολεύεται να προσφέρει διατηρήσιμες αυξήσεις πραγματικών αποδοχών.
Ένας νέος με πανεπιστημιακές σπουδές μπορεί να βρίσκει ευκολότερα εργασία στην εστίαση από ό,τι σε μια επιχείρηση που αξιοποιεί τις γνώσεις του, με το πρόβλημα να μην είναι η εργασία στην εστίαση, αλλά η απουσία επαρκών εναλλακτικών επαγγελματικής εξέλιξης.
Αντίστοιχα, ένας μικρός επιχειρηματίας μπορεί να επενδύει τις αποταμιεύσεις του σε ένα ακόμη κατάστημα καφέ, επειδή γνωρίζει τη συγκεκριμένη αγορά και θεωρεί το επιχειρηματικό ρίσκο διαχειρίσιμο.
Όμως, όταν πολλοί επιχειρηματίες ακολουθούν την ίδια διαδρομή, ο ανταγωνισμός εντείνεται, η αγορά κατακερματίζεται, τα περιθώρια συμπιέζονται και η δυνατότητα δημιουργίας μεγαλύτερων, πιο παραγωγικών επιχειρήσεων περιορίζεται.
Πρόκειται για έναν ιδιότυπο εγκλωβισμό, με την οικονομία να κατευθύνει κεφάλαια και ανθρώπους προς δραστηριότητες που γνωρίζει ήδη, ενώ οι νέες επενδύσεις ενισχύουν την υφιστάμενη διάρθρωσή της.

Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού
Θα ήταν, πάντως, λανθασμένο να αντιμετωπιστούν ο τουρισμός και η εστίαση ως οικονομικές δραστηριότητες δεύτερης κατηγορίας, αφού δημιουργούν απασχόληση, προσελκύουν ξένους επισκέπτες και εισφέρουν σημαντικά έσοδα από το εξωτερικό.
Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η ανάπτυξή τους δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη διεύρυνση άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας για το 2025, επισήμανε ότι μόλις το 1,4% της συνολικής απασχόλησης αφορούσε τη μεταποίηση μέσης και υψηλής τεχνολογίας, έναντι 6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, συνέδεσε τη χαμηλή παραγωγικότητα με τη διάρθρωση της οικονομίας και την κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες συχνά δυσκολεύονται να επενδύσουν στην καινοτομία και να αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Αυτή είναι η πραγματική ανισορροπία, με το συμπέρασμα να μην είναι ότι χρειάζονται λιγότερες επιτυχημένες τουριστικές επιχειρήσεις, αλλά περισσότερες επιχειρήσεις σε δραστηριότητες που μπορούν να παράγουν μεγαλύτερη αξία.
Πώς αλλάζει ένα μοντέλο που αναπαράγεται μόνο του
Η μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί με την αποθάρρυνση της μικρής επιχειρηματικότητας ή με την τεχνητή ενίσχυση συγκεκριμένων κλάδων.
Απαιτεί πρωτίστως τη δημιουργία συνθηκών ώστε μια επένδυση στη μεταποίηση, στην αγροδιατροφή, στην τεχνολογία ή στις εξαγώγιμες υπηρεσίες να μην αποτελεί δυσκολότερη επιλογή από το άνοιγμα ενός ακόμη καταστήματος.
Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η ταχύτερη αδειοδότηση, η σταθερότητα των κανόνων και η σύνδεση πανεπιστημίων με επιχειρήσεις μπορούν να μειώσουν τα εμπόδια. Εξίσου κρίσιμη είναι η ενθάρρυνση συνεργασιών και μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων, ικανών να επενδύσουν σε εξοπλισμό, έρευνα και εξαγωγές.
Υπάρχει, μάλιστα, δυνατότητα αναβάθμισης ακόμη και μέσα στον ίδιο τον τουρισμό, αφού οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να επιλέξουν να αναπτύσσουν λογισμικό διαχείρισης ξενοδοχείων, εξοπλισμό, τρόφιμα υψηλής αξίας και τεχνολογικές λύσεις που απευθύνονται στη διεθνή αγορά φιλοξενίας.
Με αυτόν τον τρόπο, η τουριστική ζήτηση έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως αφετηρία παραγωγής και όχι μόνο ως πηγή κατανάλωσης.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι να αποκτήσει η Ελλάδα περισσότερες επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται με βάση την τεχνογνωσία, την ποιότητα και την καινοτομία και όχι κυρίως το χαμηλό κόστος εργασίας.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι πόσους καφέδες μπορεί να πουλήσει μια οικονομία, αλλά πόση αξία μπορεί να δημιουργήσει από την εργασία, τις γνώσεις και τα κεφάλαια των ανθρώπων της. Και κυρίως, εάν μπορεί να προσφέρει στην επόμενη γενιά περισσότερες επιλογές από εκείνες που διέθετε η προηγούμενη.
GOOD TO KNOW
Στην οικονομική ανάλυση, η παραγωγικότητα της εργασίας μετρά την αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας. Δεν ταυτίζεται με τον κύκλο εργασιών μιας επιχείρησης ούτε με το πόσο εντατικά εργάζεται το προσωπικό της. Ένα εστιατόριο μπορεί να αυξάνει τις πωλήσεις και τις θέσεις εργασίας του χωρίς να αυξάνει αντίστοιχα την προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο. Γι’ αυτό η αύξηση της απασχόλησης, αν και θετική, δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι μια οικονομία γίνεται πιο παραγωγική ή ότι δημιουργεί τις προϋποθέσεις για υψηλότερες αποδοχές.