THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το 2024 στην Ελλάδα συλλέχθηκαν 6,76 κιλά ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών αποβλήτων ανά κάτοικο, έναντι 12,3 κιλών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη Eurostat.
Αν η Ελλάδα έφτανε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, θα μπορούσε να συλλέγει ενδεικτικά περίπου 58.000 επιπλέον τόνους ετησίως, δημιουργώντας μεγαλύτερο αντικείμενο για επιχειρήσεις ανακύκλωσης και επεξεργασίας.
Η ανάκτηση πολύτιμων υλικών, η επισκευή και η επαναχρησιμοποίηση συσκευών μπορούν να δημιουργήσουν νέες επενδύσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και ευκαιρίες για την ελληνική βιομηχανία.
Κάθε χρόνο, εκατομμύρια ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές ολοκληρώνουν τον κύκλο ζωής τους. Ένα χαλασμένο πλυντήριο, ένα παλιό ψυγείο, ένας υπολογιστής που αντικαταστάθηκε ή ένα κινητό τηλέφωνο που έπαψε να λειτουργεί.
Κάποιες επιστρέφουν στα καταστήματα, άλλες οδηγούνται σε σημεία ανακύκλωσης, αρκετές παραμένουν ξεχασμένες σε αποθήκες και συρτάρια, ενώ ορισμένες καταλήγουν εκτός των οργανωμένων συστημάτων διαχείρισης.
Πίσω από αυτή την καθημερινή πραγματικότητα κρύβεται μια οικονομική δραστηριότητα με σημαντικές προοπτικές, την οποία η Ελλάδα δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει στον βαθμό που θα μπορούσε.
Τα νέα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν το μέγεθος της υστέρησης, καθώς το 2024 στην Ελλάδα συλλέχθηκαν 6,76 κιλά αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ανά κάτοικο, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στα 12,3 κιλά.
Με άλλα λόγια, η χώρα συλλέγει περίπου 45% λιγότερα ηλεκτρονικά απόβλητα ανά κάτοικο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διαφορά δεν αφορά μόνο τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, αλλά αναδεικνύει και μια πιθανή χαμένη ευκαιρία για την ανάπτυξη επιχειρήσεων, την ανάκτηση πολύτιμων πρώτων υλών και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Η διαδρομή μιας συσκευής που σταματά να λειτουργεί
Στην Ελλάδα λειτουργεί οργανωμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Οι καταναλωτές μπορούν να παραδίδουν παλιές συσκευές σε συνεργαζόμενα καταστήματα, ειδικά σημεία συλλογής και δημοτικές υποδομές, ενώ προβλέπονται διαδικασίες παραλαβής κατά την αγορά νέων συσκευών.
Από εκεί, ο εξοπλισμός μεταφέρεται σε εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιούνται εργασίες διαλογής, απορρύπανσης και επεξεργασίας. Απομακρύνονται επικίνδυνα συστατικά και διαχωρίζονται υλικά όπως σίδηρος, αλουμίνιο, χαλκός, πλαστικά και γυαλί, τα οποία μπορούν υπό προϋποθέσεις να επιστρέψουν στην παραγωγική διαδικασία.
Ωστόσο, δεν ακολουθούν όλες οι συσκευές αυτή τη διαδρομή. Ένα παλιό κινητό μπορεί να παραμείνει για χρόνια σε ένα συρτάρι, ένα χαλασμένο κλιματιστικό να απομακρυνθεί χωρίς να καταγραφεί στο επίσημο σύστημα συλλογής και ένας υπολογιστής να καταλήξει σε ανεπίσημο κανάλι διαχείρισης.
Η χαμηλή επίδοση της Ελλάδας δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι συσκευές πετιούνται, σημαίνει, όμως, ότι μικρότερες ποσότητες καταγράφονται στα οργανωμένα συστήματα συλλογής, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες ελεγχόμενης επεξεργασίας και ανάκτησης υλικών.
Ο πλούτος που κρύβεται μέσα στα ηλεκτρονικά απόβλητα
Μια ηλεκτρική συσκευή δεν χάνει απαραίτητα όλη την οικονομική της αξία όταν σταματά να λειτουργεί.
Στο εσωτερικό της μπορεί να περιέχει μέταλλα και εξαρτήματα με δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης. Ο χαλκός των καλωδίων, το αλουμίνιο, ο χάλυβας και ορισμένα πολύτιμα μέταλλα που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικά κυκλώματα αποτελούν πρώτες ύλες με πραγματική εμπορική αξία.
Η ανάκτησή τους μπορεί να περιορίσει την ανάγκη χρησιμοποίησης πρωτογενών υλικών και να τροφοδοτήσει νέες παραγωγικές δραστηριότητες. Αυτή είναι και η επιχειρηματική διάσταση που συχνά απουσιάζει από τη συζήτηση για την ανακύκλωση.
Πέρα από τη συλλογή και τη μεταφορά, δημιουργούνται δυνατότητες ανάπτυξης μονάδων επεξεργασίας, εξειδικευμένων υπηρεσιών διαχωρισμού, επισκευής και προετοιμασίας συσκευών για επαναχρησιμοποίηση.
Πρόκειται για μια ολόκληρη αλυσίδα αξίας, στην οποία μπορούν να συμμετέχουν επιχειρήσεις διαχείρισης αποβλήτων, βιομηχανίες μετάλλων, εταιρείες τεχνολογίας και εξειδικευμένα εργαστήρια.
Βέβαια, η οικονομική αξία δεν είναι ίδια για όλες τις συσκευές, αφού η ανάκτηση ορισμένων υλικών είναι τεχνικά δύσκολη ή κοστίζει περισσότερο από την εμπορική τους αξία. Γι’ αυτό η ανάπτυξη της συγκεκριμένης αγοράς προϋποθέτει επενδύσεις, τεχνογνωσία και επαρκείς ποσότητες προς επεξεργασία.
Πόσο μεγάλη είναι η χαμένη ευκαιρία
Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο προσφέρει μια ενδεικτική εικόνα των δυνατοτήτων. Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα έφτανε τα 12,3 κιλά συλλογής ανά κάτοικο, αντί των 6,76 κιλών, θα συγκέντρωνε περίπου 5,5 επιπλέον κιλά ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών αποβλήτων για κάθε κάτοικο ετησίως.
Σε επίπεδο χώρας, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 58.000 επιπλέον τόνους τον χρόνο, με βάση έναν πληθυσμό της τάξης των 10,4 εκατομμυρίων κατοίκων.
Ο υπολογισμός είναι ενδεικτικός και δεν αποτελεί εκτίμηση άμεσα διαθέσιμων αποβλήτων ή δυνητικών εσόδων, δείχνει, ωστόσο, την κλίμακα της διαφοράς.
Εφόσον ένα σημαντικό μέρος αυτών των ποσοτήτων μπορούσε να συλλεχθεί και να αξιοποιηθεί οικονομικά, θα δημιουργούνταν πρόσθετο αντικείμενο για επιχειρήσεις διαχείρισης, μεταφοράς και επεξεργασίας.
Η αύξηση των ποσοτήτων θα μπορούσε επίσης να βελτιώσει τις οικονομίες κλίμακας, καθιστώντας βιώσιμες επενδύσεις που σήμερα δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκή τροφοδοσία.
Γιατί η Ελλάδα μένει πίσω
Η εξήγηση δεν περιορίζεται στην περιβαλλοντική συμπεριφορά των καταναλωτών, αφού η διαχείριση ηλεκτρονικών αποβλήτων απαιτεί ένα οργανωμένο δίκτυο συλλογής, εύκολη πρόσβαση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αποτελεσματική συνεργασία με τους δήμους και δυνατότητα παρακολούθησης της διαδρομής των συσκευών.
Η γεωγραφική διασπορά της χώρας, ιδιαίτερα στα νησιά και στις απομακρυσμένες περιοχές, αυξάνει την πολυπλοκότητα και το κόστος μεταφοράς.
Παράλληλα, η αποθήκευση παλιών συσκευών στα νοικοκυριά και η δραστηριότητα ανεπίσημων δικτύων συλλογής μπορούν να περιορίζουν τις ποσότητες που φτάνουν στα επίσημα συστήματα.
Η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν εξηγείται αποκλειστικά από την αποτελεσματικότητα των συστημάτων ανακύκλωσης, καθώς στην ελληνική αγορά διατίθενται και λιγότερες νέες συσκευές ανά κάτοικο.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πόσες από τις συσκευές που ολοκληρώνουν τον κύκλο ζωής τους επιστρέφουν στην οργανωμένη διαχείριση και, κυρίως, πόση από την οικονομική τους αξία αξιοποιείται τελικά στην Ελλάδα.

Πώς μπορεί να αλλάξει η εικόνα
Η πρώτη προϋπόθεση είναι να γίνει η παράδοση μιας παλιάς συσκευής τόσο εύκολη όσο και η αγορά μιας καινούργιας.
Περισσότερα προσβάσιμα σημεία συλλογής, αποτελεσματικότερη συνεργασία δήμων και λιανεμπορίου και οργανωμένες υπηρεσίες παραλαβής ογκωδών συσκευών θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ποσότητες που παραμένουν εκτός συστήματος.
Εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία οικονομικών κινήτρων, με τα προγράμματα επιστροφής παλιών συσκευών, ενδεχομένως με ανταμοιβές ή εκπτώσεις, να μπορούν να ενισχύσουν τη συμμετοχή των καταναλωτών, εφόσον σχεδιαστούν με τρόπο που δεν ενθαρρύνει την πρόωρη αντικατάσταση λειτουργικού εξοπλισμού.
Στο επιχειρηματικό επίπεδο, χρειάζονται επενδύσεις σε σύγχρονες εγκαταστάσεις επεξεργασίας και τεχνολογίες ανάκτησης υλικών, καθώς και συνεργασίες με βιομηχανίες που μπορούν να αξιοποιήσουν τις ανακτημένες πρώτες ύλες.
Η ανάπτυξη της αγοράς επισκευής και επαναχρησιμοποίησης αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος της λύσης. Μια συσκευή που επισκευάζεται και συνεχίζει να λειτουργεί μπορεί να διατηρεί μεγαλύτερη οικονομική αξία από εκείνη που προκύπτει όταν διαλυθεί για τα υλικά της.
Από το περιβαλλοντικό πρόβλημα στην παραγωγική ευκαιρία
Για την ελληνική οικονομία, η βελτίωση της συλλογής ηλεκτρονικών αποβλήτων θα μπορούσε να προσφέρει κάτι περισσότερο από απλώς μια καλύτερη θέση στις ευρωπαϊκές στατιστικές.
Θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη ζήτηση για εξειδικευμένη εργασία, νέες επενδύσεις σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας και μεγαλύτερη αξιοποίηση υλικών που σήμερα δεν επιστρέφουν οργανωμένα στην παραγωγή.
Θα ενίσχυε, επίσης, τη δυνατότητα ελληνικών επιχειρήσεων να συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή αλυσίδα κυκλικής οικονομίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση σε πρώτες ύλες αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να συγκεντρώνονται περισσότερες χαλασμένες συσκευές, αλλά να δημιουργηθεί ένα επιχειρηματικό οικοσύστημα που θα μπορεί να αξιοποιεί αποτελεσματικά όσα συλλέγονται.
Γιατί πίσω από ένα παλιό ψυγείο, έναν χαλασμένο υπολογιστή ή ένα κινητό που δεν χρησιμοποιείται πια, μπορεί να υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα απόβλητο. Μια πρώτη ύλη, μια νέα υπηρεσία, μια θέση εργασίας ή μια επένδυση που σήμερα η ελληνική οικονομία αφήνει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη.
GOOD TO KNOW
Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι, όταν ένας καταναλωτής αγοράζει μια νέα ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή, ο πωλητής οφείλει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να παραλαμβάνει δωρεάν την αντίστοιχη παλιά συσκευή για ανακύκλωση. Για παράδειγμα, κατά την αγορά ενός νέου ψυγείου μπορεί να παραδοθεί το παλιό, χωρίς πρόσθετη χρέωση για την προβλεπόμενη παραλαβή.
Για τις πολύ μικρές ηλεκτρονικές συσκευές προβλέπεται επίσης δυνατότητα δωρεάν παράδοσης σε μεγάλα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών, ακόμη και χωρίς αγορά νέου προϊόντος, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.